- Advertisement -

Ερασιτέχνες κλέβουν την παράσταση!

Ερασιτέχνες κλέβουν την παράσταση!
1

- Advertisement -

Μπορεί να οφείλεται στον ενθουσιασμό της στιγμής και όταν αργότερα ξαναδώ τη «Μεγάλη σφαγή των Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» (Ελλάδα, 2026) να αλλάξω γνώμη. Αλλά θα ήμουν ψεύτης, αν έλεγα ότι αυτή η ελληνική κωμωδία δεν με εξέπληξε θετικά. Δεν διακρίνεις συχνά τόση ενέργεια σε ελληνική ταινία, ενώ σπανίως το «μαύρο» χιούμορ – επίσης σε ελληνική ταινία – λειτουργεί, τόσο αποτελεσματικά όσο εδώ. Και το γεγονός ότι όλοι οι ηθοποιοί που εμφανίζονται στην ταινία είναι ερασιτέχνες (κάτοικοι του Δήμου Αλίμου που έκανε την παραγωγή της) με άφησε κυριολεκτικά άφωνο (είμαι σίγουρος ότι κάποιοι επαγγελματίες θα ζηλέψουν).

Στη δεύτερή του ταινία, ο Αθανάσιος Τόμμυ Σκλάβος δουλεύει θαυμάσια τη μεταφορά σε εικόνες μιας ιστορίας που θέλει μια υστερική σκηνοθέτιδα (Λυδία Μπαγεώργου) να προσπαθεί να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ γύρω από μια μυστηριώδη έκρηξη βόμβας στα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου. Αν από μόνο του αυτό ακούγεται… παράλογα ελκυστικό, πού να δείτε την ταινία.

Ο Σκλάβος φτιάχνει χαρακτήρες που κινούν το ενδιαφέρον, χαρακτήρες που σε κάνουν να (τους) νιώθεις, ακόμα και να ψιλοταυτίζεσαι μαζί τους. Δεν χλευάζει την τρίτη ηλικία, απεναντίας προσπαθεί να την καταλάβει σχολιάζοντας ταυτόχρονα αδικίες των καιρών μας, όπως ας πούμε το πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να καταστραφεί για κάτι που δεν έκανε.

Το συναίσθημα μπροστά στα όσα παρακολουθούμε δεν είναι ένα. Τη μία νιώθεις ότι παρακολουθείς κωμωδία με τον Λουί Ντε Φινές, την άλλη το χαμόγελο παγώνει και το αντικαθιστά η θλίψη και το παράπονο για τους τρεις ηλικιωμένους που θεωρούνται ύποπτοι (Ελλη Ξείπα, Νίκος Δαμουλής, Αρης Κρούσκος). Οταν όμως η ταινία είναι αστεία, είναι πραγματικά πολύ αστεία. Ενα εύρημα που εκτίμησα πολύ είναι η ιδέα που θέλει όλα τα μέλη του συνεργείου της ταινίας που γυρίζεται, να είναι γυναίκες και ομοφυλόφιλες. Εκεί χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Μοιρασμένη σε κεφάλαια η ταινία έχει τη «λογική» ενός detective story, ενός παζλ που κάποια στιγμή πρέπει να λυθεί. Και όταν έρχεται αυτή η στιγμή, εύχεσαι στ’ αλήθεια να είχε λίγο ακόμα…

«Θρίλερ χώρου»

Πονηρή ταινία το «Fuze» (Αγγλία, 2026), τελευταία δημιουργία του βρετανού σκηνοθέτη Ντέιβιντ Μακένζι, γνωστού – κυρίως – από τη μεγάλη επιτυχία «Πάση θυσία» (Hell or high water, 2016), ένα «σύγχρονο γουέστερν» με φόντο το Τέξας. Ο χώρος εδώ είναι το Λονδίνο, άρα ο Μακένζι βρίσκεται στα «λημέρια» του και τα αξιοποιεί με προσοχή, φτιάχνοντας ένα «θρίλερ χώρου» που αλλιώς ξεκινά, αλλιώς προχωρά και αλλιώς ολοκληρώνεται. Εκεί εξάλλου, εντοπίζεις τη δύναμη της ταινίας που σου κλείνει διαρκώς το μάτι, αλλά εσύ δεν το αντιλαμβάνεσαι, απορροφημένος καθώς είσαι από την έντονη δράση, σε μια (φαινομενικά) υπόθεση καταστολής μιας τρομοκρατικής πράξης στην καρδιά του Λονδίνου. Ολα δείχνουν ότι έχουν τοποθετηθεί βόμβες σε ένα πολυσύχναστο μπλοκ και η ευθύνη για την απενεργοποίησή τους πέφτει πάνω στους ώμους ενός cool στρατιωτικού (Ααρον Τέιλορ Τζόνσον), με θητεία στον πόλεμο του Ιράκ, που πρέπει να συνεργαστεί με την αστυνομία.

Χάρη στο σπιντάτο γύρισμα και το εξαιρετικά προσεγμένο μοντάζ της ταινίας, ο Μακένζι δημιουργεί άψογα το κλίμα έντασης και αγωνίας που ένα τέτοιο θέμα απαιτεί, μόνο που στο μανίκι του είναι καλά κρυμμένος ένας άσος για τον οποίο όσο λιγότερα πεις, τόσο το καλύτερο για τον υποψήφιο θεατή. Από αυτή τη μικρή (φαινομενικά) ταινία, ο Μακένζι που κλείνει περίπου τριάντα χρόνια στον χώρο του κινηματογράφου (η ταινία που τον έκανε γνωστό το 2003 είναι ο «Νεαρός Αδάμ» με τους Γιούαν ΜακΓκρέγκορ και Τίλντα Σουίντον), αποδεικνύεται πραγματικά μεγάλος μάστορας, ένας σκηνοθέτης με ώριμη ματιά και τεράστια ικανότητα στην οικονομία της αφήγησης: μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Μια ταινία, που πολύ πιθανόν θα ζηλέψει ο Γκάι Ρίτσι.

Μεγάλη αγωνία του ο καιρός

Το να μεταφέρεις στο σινεμά μια ιστορία «πολεμικού περιεχομένου» στην οποία ο καιρός είναι η λέξη-κλειδί και μετεωρολόγοι οι βασικοί ήρωες, δεν είναι ούτε το ευκολότερο ούτε το ελκυστικότερο πράγμα για ταινία αυτού του είδους.

Ωστόσο στις «72 ώρες προθεσμία» (Pressure, ΗΠΑ/ Αγγλία, 2026) ο σκηνοθέτης Αντονι Μάρας (Hotel Mumbai) το τόλμησε. Το αποτέλεσμα είναι ευπρόσδεκτο και από ιστορικής άποψης ενδιαφέρον. Οπως ξέρουμε η απόβαση των Συμμαχικών Δυνάμεων στη Νορμανδία έγινε την 6η Ιουνίου 1944. Ωστόσο, η μεγάλη αγωνία του αμερικανού αρχιστράτηγου Ντουάιτ – Αϊκ – Αϊζενχάουερ (Μπρένταν Φρέιζερ) ήταν ο καιρός.

Τον ήθελε με το μέρος του. Ο αμερικανός μετεωρολόγος (Κρις Μεσίνα) τον διαβεβαιώνει για καλοκαιρία κρίνοντας από στατιστικά στοιχεία προηγούμενων ετών. Ομως ο γενικός υπεύθυνος μετεωρολόγος, ένας αγέλαστος, αρκετά αντιπαθής σκωτσέζος αξιωματικός ονόματι Σταγκ (Αντριου Σκοτ) έχει αντίθετη γνώμη. Μια ταινία πολεμικού περιεχομένου λοιπόν, στην οποία το πεδίο μάχης είναι το επιτελείο, εκεί όπου λαμβάνονται οι μεγάλες αποφάσεις.

Ο χρόνος πιέζει, τα πνεύματα οξύνονται και αυτό που ενδιαφέρει τον Μάρας, και το χειρίζεται καλά, είναι οι συγκρούσεις ανθρώπινων χαρακτήρων, ανάμεσα στους οποίους και ο βρετανός στρατάρχης Μοντγκόμερι (πολύ καλός ο Ντέμιαν Λούις σε έναν μικρό ρόλο). Ολοι φοβούνται το λάθος από το οποίο μπορεί να χαθούν χιλιάδες ζωές κι όλοι γνωρίζουν ότι η αστάθεια του καιρού μπορεί να γκρεμίσει σαν χάρτινο πύργο κάθε πρόβλεψη. Ενώ ξέρουμε το αποτέλεσμα της απόβασης, η ταινία καταφέρνει να δημιουργήσει αγωνία μέσα από τις ανταλλαγές επιχειρημάτων, τις συγκρίσεις με άλλες περιοχές, όπως και τα προσωπικά πείσματα.

Προσωπική υπόθεση

H «Romeria» (Ισπανία/ Γερμανία, 2025) είναι μια ταινία πολύ καλών προθέσεων και μάλιστα κάτι σαν προσωπική υπόθεση της σκηνοθέτριας Κάρλα Σιμόν, που έχει και στο παρελθόν ασχοληθεί με πρόσωπα της ζωής της (η σχέση της με τους γονείς της ήταν ο κορμός της ταινίας της «Ενα αξέχαστο καλοκαίρι»). Σε πρώτο πλάνο βλέπουμε τη Μαρίνα (Λουτσία Γκαρσία), μια έφηβη που επισκέπτεται συγγενείς της σε μια παραθαλάσσια πόλη της Ισπανίας, προκειμένου να συλλέξει κάποια έντυπα. Το κορίτσι είναι έξυπνο, λιγομίλητο, κρατάει αποστάσεις, όπως και μια κάμερα που καταγράφει στιγμές με τους γύρω της.

Συναντά πρόσωπα που δεν της λένε πολλά, ακούει διάφορα, ιστορίες από το παρελθόν – τοποθετημένες κυρίως στη δεκαετία του 1980, όταν το καθεστώς του δικτάτορα Φράνκο είχε κλείσει τον κύκλο του και η Ισπανία προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

Ολα αυτά σε μια πολύ χαλαρή ατμόσφαιρα, χωρίς να συμβαίνουν πολλά στον παρόντα χρόνο. Αντιθέτως, ακούμε ότι έχουν συμβεί πάρα πολλά στον παρελθόντα χρόνο και μαζί τους ερωτήματα «τι σήμαινε να είσαι νέος στη δεκαετία του 1980;» ή «πόση σημασία έχει τελικά το βιολογικό παρελθόν σου;». Το να έχεις ίδιο αίμα με την οικογένειά σου σε κάνει απαραιτήτως μέλος της; Ομως η επικοινωνία όλων των παραπάνω δεν ανήκει στα δυνατά σημεία της ταινίας, οι κουβέντες για πρόσωπα και καταστάσεις που δεν βλέπουμε ποτέ είναι πάρα πολλές, ο ρυθμός, άτονος, και η αμηχανία της κοπέλας αντανακλάται ως πλήξη σ’ εμάς τους θεατές.

Οι Οπενχάιμερ του γλυκού νερού

Η ιδέα πίσω από την ταινία «Νόβακ» (Ελλάδα/ Ινδία/ Ελβετία, 2025) ξαφνιάζει τόσο όσο η ίδια η ταινία του σκηνοθέτη Χάρη Λαγκούση. Εντελώς αταίριαστοι μεταξύ τους τύποι, κλείνονται μέσα σε ένα σπίτι, προκειμένου να «ξαναδώσουν ζωή» σε μια ξεχασμένη θεωρία για την ηλεκτρομαγνητική ρύπανση. Ηδη νιώθεις ότι η ταινία έχει τελειώσει αλλά παρ’ όλ’ αυτά περιμένεις. Γκουρού αυτής της ομάδας, φαίνεται ότι είναι ο Νόβακ (Ζλάτκο Μπούριτς), ένας «παροπλισμένος» κροάτης νευροεπιστήμονας. Κροάτης; Ο Νόβακ λοιπόν, που δεν διακρίνεται για τους τρόπους του, θεωρείται ιδιοφυΐα. Οπότε περιορισμένη σε ένα κακοφωτισμένο, βρώμικο σπίτι που μπροστά του η βίλα στους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου δείχνει παράδεισος, αυτοί οι Οπενχάιμερ του γλυκού νερού αρχίζουν τις αναλύσεις θεωριών και τα πειράματα, ανταλλάσσουν μεταξύ τους όρους που ούτε οι ίδιοι δείχνουν να καταλαβαίνουν και φέρονται, λες και πρόκειται να ανακαλύψουν το φάρμακο για την αθανασία. Τρώνε, πίνουν, πάνε στην τουαλέτα, κοιμούνται και τσακώνονται χωρίς να έχεις καταλάβει με πλήρη σαφήνεια τον λόγο που γίνονται όλα αυτά – και αφήνω στην άκρη τον λόγο, για να τα παρακολουθήσεις.

Προβάλλεται επίσης η περιπέτεια φαντασίας «Supergirl» (ΗΠΑ, 2026) που στηρίζεται στο κόμικ της DC. Τη σκηνοθέτησε ο Κρεγκ Γκιλέσπι με πρωταγωνιστές τη Μίλι Αλκοτ (Supergirl) και τον Ντέιβιντ Κόρενσγουετ (Superman).

Επανεκδόσεις

«Η ζούγκλα της ασφάλτου» (The asphalt jungle, ΗΠΑ, 1950). Υποψήφιο για τέσσερα Οσκαρ, κλασικό νουάρ του Τζον Χιούστον, στο οποίο μια σπείρα κακοποιών (Στέρλινγκ Χέιντεν, Λούις Κάλχερν, Μαρκ Λόρενς, Σαμ Τζάφι κ.ά.) στοχεύει στη μεγάλη ληστεία – αλλά ως συνήθως κάτι πηγαίνει στράφι. Το σενάριο στηρίζεται στο pulp μυθιστόρημα του Γ. Ρ. Μπερνέτ, η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Χάρολντ Ρόσον είναι μοναδική, ενώ να σημειωθεί ότι μια άγνωστη ακόμα Μέριλιν Μονρόε κάνει ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό πέρασμα.

«Υπεράνω πάσης υποψίας» (Indagine su un cittadino al di sopra di ogni sospetto, Ιταλία, 1971). Bιτριολική σάτιρα του Ελιο Πέτρι (με Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας) σχολιάζει τον φασισμό, καταγράφοντας την προσπάθεια ενός αλαζόνα υψηλόβαθμου επιθεωρητή της αστυνομίας (Τζιαν Μαρία Βολοντέ) να αποδείξει ότι είναι υπεράνω υποψίας και ότι κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για τον φόνο της ερωμένης του (Φλορίντα Μπολκάν) που διέπραξε ο ίδιος.

«Η γκαρσονιέρα» («The apartment», ΗΠΑ, 1960). Κλασική κωμωδία του Μπίλι Γουάιλντερ (με Οσκαρ καλύτερης ταινίας εκτός άλλων), αφηγείται την ιστορία ενός πολύ παράξενου ερωτικού τριγώνου (Τζακ Λέμον, Σίρλεϊ ΜακΛέιν, Φρεντ ΜακΜάρεϊ) και είναι μια δαντέλα ευφυών διαλόγων, πλανοθεσίας (προσέξτε τους εσωτερικούς εργασιακούς χώρους) και ζεστών ερμηνειών.

«Οι ονειροπόλοι» («The dreamers» Ιταλία/ Γαλλία/ Αγγλία, 2003). Ιλουστρασιόν «επιστροφή» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι στο Παρίσι της έκρυθμης άνοιξης του 1968, μέσα από την ιστορία τριών εφήβων (Μάικλ Πιτ, Λουί Γκαρέλ, Εύα Γκριν) που βιώνουν τα γεγονότα των μεγάλων πολιτικών αλλαγών, ενώ πειραματίζονται με τα συναισθήματα και τη σεξουαλικότητά τους.

- Post Down -

Comments are closed.