Ενα εργαστήριο ζωγραφικής γεμάτο σκάλες, πάγκους εργασίας, σημειωματάρια και σκόρπια χαρτιά περίμενε πίσω από την ανοιχτή αυλαία όσους γέμισαν ασφυκτικά την κεντρική αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το βράδυ της Παρασκευής.
Το ατελιέ του Ουίλιαμ Κέντριτζ – του σπουδαίου νοτιοαφρικανού πολυσχιδούς καλλιτέχνη –, το οποίο από τα πρώτα μέτρα της όπερας του Κλάουντιο Μοντεβέρντι «Ορφέας» θα μεταμορφωνόταν στο κέλυφος που θα επαναπροσδιόριζε τον ήρωα της ελληνικής μυθολογίας σε έναν καλλιτέχνη που προσπαθεί να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να αναιρέσει έναν θάνατο. Το σβησμένο σχέδιο, όμως, όπως και η μνήμη, δεν επιστρέφει ποτέ μια λευκή σελίδα, αφού πάντα θα μένει ένα ίχνος να μαρτυρά την απώλεια.
Με τον «Ορφέα», το πρώτο ώριμο δείγμα όπερας στην ιστορία της μουσικής που μετρά 419 χρόνια ζωής και ένα έργο που ανεβάζει για πρώτη φορά στην 87χρονη ιστορία της, άνοιξε τη φετινή σεζόν η Εθνική Λυρική Σκηνή. Πρόκειται για συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ του Γκλάιντμπορν, όπου πρωτοπαρουσιάστηκε τον Ιούνιο, και τη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης.
Οι ατσάλινες φιγούρες και τα χάρτινα δέντρα του Κέντριτζ συνδιαλέγονται με τους αρχαϊκούς κούρους στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Από τις πρώτες νότες της μουσικής του Μοντεβέρντι που ερμήνευσε η Ορχήστρα της ΕΛΣ υπό τον Κωνσταντίνο Τερζάκη (σε ενορχήστρωση για σύγχρονα όργανα από τον αμερικανό συνθέτη Νίκο Μιούλι) ο κόσμος του Ουίλιαμ Κέντριτζ που υπογράφει τη σκηνοθεσία άρχισε να ξεδιπλώνεται με καταιγιστικό τρόπο: ως κινούμενη εικόνα στην οθόνη στο βάθος της σκηνής, όπου τα σημειωματάριά του ξεφυλλίζονται και πάνω σε λευκές ή και τυπωμένες σελίδες τα σχέδιά του – συχνά εμφανίζεται και το χέρι του – ζωγραφίζονται με γρήγορους ρυθμούς, καθηλώνοντας το βλέμμα που με δυσκολία στρέφεται και στους ερμηνευτές που είναι ήδη πάνω στη σκηνή.
Η δράση μεταφέρεται στις αρχές του 20ού αι. Ο Ορφέας (Χρήστος Κεχρής) είναι ο καλλιτέχνης που προσπαθεί να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να αναιρέσει έναν θάνατο. Λειτουργεί ως το alter ego του σκηνοθέτη – εικαστικού, αφού κρατά στα χέρια του ένα σημειωματάριο και όχι τη λύρα του, με την οποία «δαμάζει άγρια θηρία», και ικετεύει τον Χάροντα – με τη διασημότερη άρια της συγκεκριμένης όπερας «Possente spirto» – για να καταφέρει να κατέβει στον Αδη να συναντήσει την αγαπημένη του.
Η Ευρυδίκη, με τους ελάχιστους στίχους, αποκτά διττή παρουσία: τα λόγια της ερμηνεύει η Μαρία Κωστράκη, αλλά στη σκηνή την ενσαρκώνει παράλληλα και μια μαύρη χορεύτρια, η Νοσιπίγουο Σαμέντε, η οποία σαν δεύτερη φωνή που μιλάει μέσω της κίνησης στροβιλίζεται με την ασπρόμαυρη ριγέ φούστα της σαν συνέχεια των σχεδίων της οθόνης, σαν ένα μολύβι που δεν σταματά να αφήνει ίχνη.
Δέντρα και φύλλα φυτρώνουν και πέφτουν. Πτυχωμένα υφάσματα εν είδει βεντάλιας θέτουν όρια όπου επιβάλλεται. Ο Κάτω Κόσμος παίρνει όψη φυλακής σε στυλ Πιρανέζι. Ανάμεσα στις εικόνες αναδύονται στίχοι του Ρίλκε από τα «Σονέτα στον Ορφέα». Κι ένα κόκκινο νήμα – υπόμνηση της μοίρας – είναι εκείνο που κατεβάζει τον Ορφέα στον Αδη ή τον ανεβάζει στο φινάλε στον ουρανό, πλάι στον πατέρα του Απόλλωνα, σε μια σκηνή που δεν μοιάζει λυτρωτική, αλλά ως πράξη συμβιβασμού με το αναπόδραστο της απώλειας.
Η εικόνα και η μουσική δεν ισορροπούν πάντα, καθώς είναι πολλές οι στιγμές που η εικαστική σύλληψη του Κέντριτζ γεμίζει κάθε γωνιά της σκηνής και η κινούμενη εικόνα αφήνει στη μουσική δευτερεύοντα ρόλο, στην ενδιαφέρουσα – σε κάθε περίπτωση – αυτή σκηνοθετική πρόταση.
Η έκθεση στο ΕΑΜ
Η παρουσία του διεθνώς καταξιωμένου δημιουργού υπήρξε πολλαπλή τις προηγούμενες ημέρες στην Αθήνα. Από την Πέμπτη ήδη εγκαινιάστηκε η πρώτη ατομική έκθεσή του στην Ελλάδα, στις αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, υπό τον τίτλο «Μιμήσου τον ύπνο των λίθων: Ορφέας, Ευρυδίκη, Μεταμόρφωση και Επιστροφή», σε επιμέλεια Μπουρτζού Φικρέτογλου. Και το Σάββατο παρουσιάστηκε το πρώτο βιβλίο του στα ελληνικά, «Δόγματα της συγκίνησης: από το εργαστήριο στη σκηνή» (Κάπα Εκδοτική), όπου ο Κέντριτζ συνομίλησε με την επιμελήτρια του βιβλίου, ιστορικό τέχνης Ελισάβετ Πλέσσα.
Το ενδιαφέρον για τον επισκέπτη της έκθεσης στο ΕΑΜ δεν είναι να δει μόνο τα έργα του Κέντριτζ, αλλά να παρακολουθήσει πώς οι ατσάλινες φιγούρες του και τα χάρτινα δέντρα του συνδιαλέγονται με τους αρχαϊκούς κούρους. Και να διαπιστώσει, παράλληλα, πώς οι αποτυπώσεις του μύθου του Ορφέα στην αρχαία ελληνική τέχνη – μέσα από έναν ερυθρόμορφο κρατήρα (περ. 400-375 π.Χ.) που δείχνει τον Ορφέα να παίζει λύρα, μια ελεφαντοστέινη λύρα από τον θολωτό τάφο του Μενιδίου (14ος-13ος αι. π.Χ.) και μια λευκή κύλικα του Ζωγράφου του Πιστόξενου (περ. 470 π.Χ.) από το Μουσείο Ακρόπολης που δείχνει τον Ορφέα να υψώνει την κιθάρα του απέναντι σε μια Θρακιώτισσα που του επιτίθεται – έχουν αφήσει το ίχνος του στον τρόπο που τον έχει διαχειριστεί ο Κέντριτζ.
Στο επίκεντρο, ένα διόραμα βασισμένο στο «φάντασμα του Pepper», το οπτικό τέχνασμα του θεάτρου του 19ου αιώνα με τις κινούμενες μορφές να αντανακλώνται μέσα σε ένα μικρό μοντέλο και να μοιάζουν να υπάρχουν και να μην υπάρχουν, όπως ο Ορφέας στον δρόμο προς τον Αδη. Γύρω τους, τα σχέδια του καλλιτέχνη και οι χάρτινες σιλουέτες των δέντρων που παραπέμπουν στον Ρίλκε: για εκείνον η Ευρυδίκη δεν χάθηκε, έγινε γη.