- Advertisement -

Υποδύεστε τον Οδυσσέα στη «Νέκυια». Τι σημαίνει για σας αυτή η κάθοδος;
Με αφορούσε πάρα πολύ η συνάντηση. Επιδιώκεις να συνομιλήσεις με τον άνθρωπο που έχεις χάσει και βρίσκεις δικούς σου μεταφυσικούς τρόπους. Η παράσταση έδωσε ένα πλαίσιο για να έρθεις πιο κοντά στην απώλεια. Η μάνα δεν είναι απλώς η μάνα, είναι σύμβολο. Είναι ο άνθρωπος που έχασες και που τον είχες πολύ κοντά.
Ποια στιγμή της παράστασης σας συγκινεί περισσότερο;
Υπάρχει μια σκηνή όπου η ηθοποιός η οποία υποδύεται τη σκιά της μάνας αφήνει κάτω μια μεγάλη μαύρη κάπα, που συμβολίζει τις σκιές των νεκρών. Στο τέλος την αγκαλιάζω. Είναι πολύ τρυφερή σκηνή και κάθε φορά με πιάνει διαφορετικά. Ξέρεις, θέλεις πάρα πολύ μια ακόμη συνάντηση με τον άνθρωπο που έφυγε, να τα πείτε μια φορά ακόμα.
Μιλάτε για την ανάγκη να ξαναβρεθείτε με όσους χάσατε. Η ζωή σας, όμως, σας έμαθε από νωρίς να προσαρμόζεστε.
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1981, από νιγηριανούς γονείς. Ο πατέρας μου ήταν οικονομολόγος και λογιστής. Γύριζε την Ευρώπη ως πλανόδιος πωλητής και βρέθηκε στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ηρθε και η μητέρα μου, παντρεύτηκαν εδώ και κάνανε τέσσερα παιδιά. Εκείνη δούλεψε ως εργάτρια και μετά ως καθαρίστρια.
Ήταν δύσκολη η ζωή σας;
Δεν θα την έλεγα πολύ δύσκολη, αλλά δεν είχαμε και οικονομική άνεση. Σε μια εξαμελή οικογένεια καταλαβαίναμε τους περιορισμούς και προσαρμοζόμασταν. Αυτό μας έμαθε η προσαρμοστικότητα, που τη χρησιμοποιώ μέχρι σήμερα. Αρκείσαι στα ουσιαστικά.
Για ένα παιδί μεταναστών με άλλο χρώμα, η Αθήνα εκείνων των δεκαετιών δεν ήταν πάντα ανοιχτή. Τι αισθανθήκατε τότε;
Είχαμε μεγάλο θέμα με τα χαρτιά. Δεν είχαμε πρόσβαση στην ιθαγένεια λόγω καταγωγής και παλέψαμε πολύ. Ενιωσα αδιέξοδο, γιατί ήμουν σε καθεστώς άδειας διαμονής και οικονομικού μετανάστη ενώ είχα γεννηθεί εδώ. Ούτε από δω ούτε από κει, θεσμικά. Συσπειρωθήκαμε τα παιδιά που είχαμε το ίδιο πρόβλημα, απαιτήσαμε πράγματα και με τα χρόνια υπήρξαν κάποια κεκτημένα. Την ιθαγένεια την πήρα στα 35, με εξετάσεις και παράβολο εφτακοσίων ευρώ.
Σας στέρησε πράγματα αυτή η ανασφάλεια;
Ναι. Ηθελα να πάω στην Αμερική να παίξω και η βίζα απορρίφθηκε δύο φορές. Για πολύ καιρό ήμουν και ψυχολογικά τόσο βαρύς που δεν μπορούσα να κινήσω τη διαδικασία. Την έβλεπα σαν βουνό, σαν Γολγοθά. Περίμενα να γίνουν καλύτερα τα πράγματα και, έπειτα από χρόνια, ψηφίστηκαν νόμοι και κινήθηκα.
Στη μουσική πώς φτάσατε;
Ο αδερφός μου έκανε ραπ πρώτος και από εκεί πήρα το ερέθισμα. Μου άρεσε πάρα πολύ. Είχα περάσει στο ΤΕΙ Ηλεκτρονικής, αλλά δεν το τελείωσα. Ασχολήθηκα με τη φωνητική και πήρα δίπλωμα στο σύγχρονο τραγούδι, σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών. Ξεκίνησα να παίζω το ’98.
Ο κόσμος της τέχνης ήταν διέξοδος;
Δεν το έβλεπα δραματικά. Ηταν κάτι που γούσταρα πολύ να κάνω. Με τα χρόνια θέλησα σίγουρα να πω μέσα από τη μουσική όσα περνάω ως παιδί μεταναστών. Ηξερα ότι δεν πάμε να βγάλουμε λεφτά, αλλά ήθελα να βιοποριστώ από αυτό. Το έκανα με πρότζεκτ, θέατρο, live, και τώρα με μαθήματα φωνητικής και ως DJ.
Το 2007 ήρθε η συνεργασία με τον Φίλιππο Πλιάτσικα και τους Πυξ Λαξ. Ανοιξε ο δρόμος;
Σίγουρα. Ημουν 27 χρόνων και έπαιζα σε μεγάλες παραγωγές, μπροστά σε πολύ κόσμο. Ημουν μέρος μιας κατάστασης και αυτό που έπαιρνα ήταν αναγνώριση και η ικανοποίηση ότι μπορώ να προσαρμόζομαι σε πολλές φάσεις. Ο πρώτος μου δίσκος βγήκε με τη βοήθεια του Φίλιππου. Ημουν από τους πρώτους Αφροέλληνες που έβγαλαν σόλο άλμπουμ, αν όχι ο πρώτος. Ανοιξε τον δρόμο για τη δική μου δισκογραφία και για κάποιες συνεργασίες, ακόμα και στο εξωτερικό. Με τους Imam Baildi συνεργαστήκαμε δέκα χρόνια.
Είστε στο σημείο όπου ονειρευόσασταν;
Πάντα το κυνηγάς. Εχω το δικό μου ύφος, αλλά νιώθω ότι πρέπει ακόμα να ψάξω να βρω ακριβώς ποιος είμαι. Στα 45 μου το ψάχνω ακόμα. Δεν είναι κακό.
Πότε σας έδειξε η ζωή τα δόντια της;
Γνωριζόμασταν με τη σύντροφό μου από το 2018, μέναμε μαζί από το 2020 – τότε γεννήθηκε η κόρη μας – και έφυγε το 2025. Ηταν 36 χρόνων, νόσησε από καρκίνο, πάλεψε, αλλά και μέσα σε 1,5 χρόνο πέθανε. Τι να πω για εκείνη την περίοδο; Ηταν πρωτόγνωρη, βαθιά σκοτεινή, επίπονη. Αυτό ήταν το χειρότερο σενάριο που δεν είχα φανταστεί ότι θα βίωνα. Υπήρξαν μέρες που δεν μπορούσα ούτε να το αντέξω ούτε να το συνειδητοποιήσω, γιατί ζούσα σε έναν σουρεαλισμό. Με τον καιρό αυτό λειαίνεται, αλλά το πένθος έρχεται και φεύγει.
Τι σας έχει χαραχτεί περισσότερο από εκείνον τον καιρό;
Οι τελευταίες μέρες, όταν βλέπεις τον άνθρωπό σου να χάνεται, αδύναμο, να πονάει. Αυτά τα διαχειρίζομαι ακόμα. Βγαίνουν, ας πούμε, όταν ακούω φίλους που παλεύουν με τον καρκίνο και σου φέρνει μνήμες.
Πώς μιλήσατε στην κόρη σας για την απώλεια;
Με ειλικρίνεια. Eτσι πρέπει σ’ ένα παιδί, όχι με παραμύθια ότι έφυγε ταξίδι. Το ξανασυζητάμε, βλέπουμε φωτογραφίες και βίντεο. Ξέρεις, η πρώτη φορά, και το διάστημα που ακολούθησε, ήταν το πιο απαιτητικό.
Πώς βρίσκετε τη δύναμη να συνεχίζετε κάθε μέρα;
Ακόμα το ζω, οπότε η σωτηρία μου είναι η καθημερινή διαχείριση. Συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό είναι, σε αυτές τις περιπτώσεις ν’ αγκαλιάζεις τα συναισθήματα. Οταν είναι να κλάψεις, πρέπει να το ζεις. Ποστάρω πολύ στο Instagram, φωτογραφίες, βίντεο, σαν manifestation. Είναι ένας τρόπος διαχείρισης και προσπαθώ και να το απομυθοποιώ. Σώζουν οι ρουτίνες και τα μικρά πράγματα. Και η κόρη μου, που είναι ευθύνη αλλά και σκοπός. Σκοπός μου είναι να τη δω να μεγαλώνει και να γίνει ανεξάρτητη.
Τι μάθατε για εσάς μέσα από αυτές τις επώδυνες αλλαγές;
Εκτίμησα τις στιγμές της απλότητας, όταν απλά υπάρχετε στον ίδιο χώρο χωρίς να χρειάζεται να είσαι κάτι άλλο. Οταν τις χάνεις, το αντιλαμβάνεσαι. Κατάλαβα επίσης ότι έχω δύναμη. Φοβάμαι, αλλά το κάνω, προχωράω, με δικά μου τεχνάσματα, για να κρατήσω μια συναισθηματική και καθημερινή σταθερότητα για τη μικρή. Είμαι σε φάση αποδοχής. Μένουμε ακόμα στο ίδιο σπίτι και στην ίδια γειτονιά και που μου αρέσει πολύ.
Comments are closed.