- Advertisement -

Ουκ εν τω πολλώ το ευ – Ποιες είναι οι ταινίες της εβδομάδας

Ουκ εν τω πολλώ το ευ – Ποιες είναι οι ταινίες της εβδομάδας
1

- Advertisement -

Εξηγούμαστε από την αρχή: ουδείς πρόκειται να περάσει ευχάριστα παρακολουθώντας μια ταινία όπως η «Βασίλισσα στη θάλασσα» (Queen at Sea, Αγγλία / Γαλλία, 2026), εκτός αν όντως μπορεί να αισθανθεί ευχάριστα βλέποντας στο 90% μιας ταινίας κάποιους ανθρώπους να προσπαθούν απελπισμένοι να βοηθήσουν άλλους ανθρώπους, πάσχοντες από άνοια. Είναι εξαρχής δεδομένο ότι η «Βασίλισσα στη θάλασσα» φτιάχτηκε για να σε κάνει – κυρίως – να σκεφτείς· όχι να διασκεδάσεις.

Να σκεφτείς όλες τις δυσάρεστες καταστάσεις που προκύπτουν από τη στιγμή που βρίσκεσαι στην καρδιά ενός τέτοιου κολοσσιαίου προβλήματος – και δυστυχώς υπάρχουν αμέτρητοι άνθρωποι σε αυτή τη θέση. Περίπου όπως είχε γίνει με το αριστούργημα «Amour» (2012) του Μίχαελ Χάνεκε, το οποίο βέβαια, για το θέμα του, ανέβασε τον πήχη πάρα πολύ ψηλά – στον ουρανό. Εδώ, ο σκηνοθέτης Λανς Χάμερ αντιμετωπίζει με σεβασμό αλλά πάνω απ’ όλα με ψυχρή ειλικρίνεια το θέμα του.

Χωρίς περιστροφές μπαίνει κατευθείαν στο ψητό: στα πρώτα λεπτά κιόλας βλέπουμε μια γυναίκα (Ζιλιέτ Μπινός) να καλεί την αστυνομία για να καταγγείλει τον πατριό της (Τομ Κόρτνεϊ) για σεξουαλική κακοποίηση απέναντι στην πάσχουσα από άνοια γυναίκα του (Ανα – Κόλντερ Μάρσαλ) που είναι η μητέρα της. Έχοντας δει το ζευγάρι στο κρεβάτι, εμείς οι θεατές υποσυνείδητα δικαιώνουμε την κόρη για την απόφασή της.

Όμως το σενάριο της ταινίας – υποδειγματικό! – κρύβει πολλές εκπλήξεις και ανατροπές γιατί ο Χάμερ θέλει να κοιτάξει το ζήτημα από όλες τις πλευρές του. Ποια είναι η θέση του πατριού; Μήπως έχει και αυτός κάποιο δίκιο; Μήπως με την πράξη του βοηθά τελικά τη γυναίκα του· μια γυναίκα με την οποία είναι παντρεμένος επί 18 ολόκληρα χρόνια;

Ο Χάμερ μάς «πυροβολεί» με τέτοια ερωτήματα και βεβαίως παίζει σημαντικό ρόλο που μιλάμε για ανθρώπους με πολιτισμένη συμπεριφορά· τόσο ο πατριός όσο και η ηρωίδα της Μπινός είναι άνθρωποι καλλιεργημένοι που βρίσκονται, απλώς, στη χειρότερη θέση που έχουν βρεθεί στη ζωή τους (η ίδια ακριβώς ιστορία με άλλους ανθρώπους στην ίδια ακριβώς θέση, π.χ. τους ήρωες του «Σπιρτόκουτου» του Γιάννη Οικονομίδη, θα είχε σίγουρα πολύ διαφορετική εξέλιξη).

Μια τέτοια ταινία όμως στηρίζεται κυρίως στις ερμηνείες των ηθοποιών και πραγματικά το βασικό τρίο εδώ δίνει ρέστα, ιδίως η καταπληκτική Κόλντερ Μάρσαλ που ίσως τη δούμε υποψήφια για το Οσκαρ β’ ρόλου (κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου).

Αντιμέτωποι με το σύστημα

Ανεξήγητο το γιατί η τελευταία ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά «Quiet life» (Γαλλία / Σουηδία / Γερμανία / Εσθονία / Ελλάδα / Φινλανδία, 2024) πρώτον προβάλλεται στα σινεμά ακριβώς δύο χρόνια μετά την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βενετίας (τμήμα Orizzonti) και δεύτερον μόνο σε… μία αίθουσα, την Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Με αφορμή την προσπάθεια μιας οικογένειας ρώσων προσφύγων να ενταχθεί στη σουηδική κοινωνία όπου έχει ζητήσει άσυλο, ο σκηνοθέτης θέτει πολύ σοβαρά ερωτήματα για τη σχέση ανθρώπου – συστήματος· ερωτήματα που μπορούν να ξεφύγουν από το στενό σουηδικό πλαίσιο του σεναρίου της ταινίας και να αποκτήσουν παγκόσμια διάσταση (το γεγονός ότι οι ήρωες είναι Ρώσοι δεν παίζει ρόλο).

Με άγρυπνο μάτι ο Αβρανάς φωτίζει όλα τα στάδια από τα οποία η οικογένεια θα πρέπει να περάσει για να την αποδεχθούν στην ξένη χώρα (κάτι που μπορεί και να μη γίνει). Η σχολαστική εξέταση από τους αρμόδιους κοινωνικούς λειτουργούς του χώρου στον οποίο η οικογένεια ζει (και της έχει προσφερθεί από το σουηδικό κράτος) όπως και η «ανάκριση» στην Υπηρεσία Μεταναστών, όπου αμφισβητούνται τα όσα η οικογένεια υποστηρίζει ότι πέρασε στην πατρίδα της, είναι πολύ δυνατά σημεία της ταινίας, η οποία, παράλληλα, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα όταν το ένα από τα δύο κορίτσια καταρρέει σε κώμα έχοντας πάθει «σύνδρομο παραίτησης».

Πρόκειται για το Resignation Syndrome (του οποίου την ύπαρξη ο Αβρανάς έμαθε έχοντας διαβάσει ένα άρθρο στο «New Yorker») που έχει παρατηρηθεί κυρίως σε παιδιά προσφύγων των οποίων ο οργανισμός αντιδρά προς το στρες: τα παιδιά πέφτουν σε κώμα, που μπορεί να εκληφθεί ως αμυντικός μηχανισμός μέσω του οποίου το παιδί αυτοπροστατεύεται από αυτό που το έχει πληγώσει.

Εκδίκηση α λα 70s

Οπως πολύ καλά γνωρίζουμε, η δεκαετία του 1970 – η τελευταία πραγματικά μεγάλη δεκαετία του αμερικανικού κινηματογράφου – είναι εδώ και αρκετά χρόνια ιδιαίτερα αγαπητή και στον σύγχρονο αμερικανικό κινηματογράφο.

Ταινίες συχνά επιστρέφουν σε αυτή τη δεκαετία, είτε ως «ατμόσφαιρα» είτε με δραματουργικούς όρους, όπως συμβαίνει με το «Motor city» (ΗΠΑ, 2025) του Πότσι Ποντσιρόλι (στις ταινίες του οποίου υπάρχει πάντα μια διάθεση νοσταλγίας του παρελθόντος, π.χ. το γουέστερν «Old Henry» και η μαύρη κωμωδία «Απληστοι άνθρωποι»). Πραγματικά, στο «Motor city» η seventies εικόνα όπως και το περιεχόμενο συμβαδίζουν με στυλάτο τρόπο.

Μιλάμε για μια ξεκάθαρη ταινία «εκδίκησης»: ένα παλικάρι μπαίνει αδίκως στη φυλακή και ο γκάνγκστερ που έχει την ευθύνη γι’ αυτό μένει έξω με την κοπέλα του πρώτου. Οπότε, εφόσον πάνω – κάτω περιμένεις να δεις αυτό που έχεις από την αρχή στο μυαλό σου, μένει κυρίως το αμπαλάζ, το πώς ο Ποντσιρόλι θα σου το προσφέρει. Μαζί με τον σεναριογράφο Τσαντ Σεντ Τζον, το κάνει με πλήθος αναφορών σε πρόσωπα και ταινίες εκείνης της δεκαετίας· από το «Σέρπικο» του Σίντνεϊ Λουμέτ μέχρι το «Μπρουμπέικερ» του Στιούαρτ Ρόζενμπεργκ, την ώρα που ο Αλαν Ρίτσμαν στον ρόλο του κεντρικού ήρωα έχει κάτι από το 70s look του Νικ Νόλτε.

Με τον Μπεν Φόστερ στον ρόλο του γκάνγκστερ και τη Σαϊλίν Γούντλεϊ στη μέση, η ιστορία αποκτά μια ακόμα πιο πικάντικη γεύση, μέσα στη σχετική υπερβολή βεβαίως, που ως έναν βαθμό την περιμένεις, αν και τα όρια κάποια στιγμή ξεπερνιούνται σε τόσο μεγάλο βαθμό, που τελικά, προς το τέλος, έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε άλλη ταινία (κάτι σαν κακό action movie των 90s).

Σε κάθε περίπτωση οι λάτρεις της ποπ κουλτούρας των 70s θα τη λατρέψουν γιατί συν τοις άλλοις περιέχει ένα κάρο τραγούδια της εποχής· νιώθεις ότι βρίσκεσαι μέσα σε ένα πραγματικό τζουκ μποξ με πασίγνωστες επιτυχίες, όπως το «Moonlight Feels Right» των Starbuck και το «Nights in White Satin» των Moody Blues, αλλά και σχετικά ξεχασμένες, όπως τα «Get Off» και «Lovely Day» του Μπιλ Γουίδερς.

Ο Ντε Γκωλ στον πόλεμο

Με το «Ντε Γκωλ: Προς την ελευθερία» (De Gaulle: Liberté, Γαλλία, 2026) ολοκληρώνεται η φετινή, πολύωρη, επική υπερπαραγωγή του Αντονίν Μποντρί για τον θρυλικό γάλλο ηγέτη, στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ (1890-1970) και τη δράση του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο [πριν από λίγο καιρό προβλήθηκε το πρώτο μέρος, «Ντε Γκωλ:  Η ώρα της αντίστασης» (De Gaulle: L’âge de fer)].

Η δεύτερη ταινία, που είναι σαφώς πιο συναρπαστική και πιο δραστήρια συγκριτικά με την πρώτη, τοποθετείται στο 1943, αρχίζει με την κρίσιμη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκας και τελειώνει με την εξέγερση των Γάλλων κατά των Ναζί στους δρόμους του Παρισιού (που είναι και ένα από τα ωραιότερα τμήματα της ταινίας).

Ο Μποντρί ενδιαφέρεται κυρίως να δείξει το πώς ο Ντε Γκωλ (Σιμόν Αμπκαριάν) κατάφερε να ξεγλιστρήσει από τις σκληρές διπλωματικές πιέσεις, με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος, και ως αρχηγός της Ελεύθερης Γαλλίας (δηλαδή της Γαλλίας εκτός γαλλικών συνόρων που μαχόταν κατά του ναζισμού) υπερασπίστηκε την πλήρη ανεξαρτησία και κυριαρχία της χώρας απέναντι στα μεταπολεμικά σχέδια των Συμμάχων.

Παρότι και αυτή η ταινία σού δίνει την αίσθηση του μαθήματος Ιστορίας, το ανθρώπινο σκέλος της κλέβει την παράσταση γιατί ο Μποντρί δίνει μεγάλο βάρος στη σχέση του Ντε Γκωλ με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ (που στο πρόσωπο του Σάιμον Ράσελ Μπιλ είναι ο λιγότερο γοητευτικός Τσόρτσιλ του θεάματος), όπως και με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Ρούζβελτ (Κάμπελ Σκοτ) ή τον στρατηγό Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (Ντάνιελ Μπετς).

Παρά την άκαμπτη, πεισματάρικη στάση του, ο Ντε Γκωλ απεδείχθη μια πραγματική αλεπού γιατί κατάφερνε πάντα να περνά το δικό του, «αδειάζοντας» τους πάντες γύρω του, ακόμη και τον συμπατριώτη του στρατηγό Ζιράρ (Τιερί Λερμίτ). Χορταστικό θέαμα που όπως ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή ενθουσίασε το ελληνικό κοινό, έτσι και αυτό προκάλεσε ενθουσιασμό στους Γάλλους.

- Post Down -

Comments are closed.