- Advertisement -

Σε μια κατά μέτωπο επίθεση κατά του ρεύματος που υποστηρίζει την κατάργηση των φυλακών προχώρησε πρόσφατα, με άρθρο του στο περιοδικό «New Left Review», ο Λοΐκ Βακάν, ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαίους κοινωνιολόγους και συγγραφέας των «Φυλακών της Μιζέριας» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη), ενός κλασικού βιβλίου για το πώς η επέκταση του σωφρονιστικού συστήματος και του αριθμού στην πραγματικότητα αποτελεί τμήμα μιας στρατηγικής για τη διαχείριση της ανεργίας και ευρύτερα της κοινωνικής εξαθλίωσης που προκαλούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές.
Γιατί, όμως, ένας άνθρωπος που κατεξοχήν συνδέθηκε με τη ριζοσπαστική κριτική των πολιτικών «νόμου και τάξης» και της συνακόλουθης αύξησης των ποινών και των κρατουμένων επιλέγει να ασκήσει σκληρή κριτική σε ένα πολιτικό και κινηματικό ρεύμα που αποτελεί σήμερα την αιχμή του δόρατος των αντιαυταρχικών πολιτικών διεθνώς; Ο Βακάν υποστηρίζει ότι το πρόβλημα με τη λογική του «καταργητισμού» (abolitionism) είναι ότι υποτιμά το γεγονός ότι η αυξημένη εγκληματικότητα κατεξοχήν πλήττει τα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα και τις γειτονιές τους, που υποφέρουν ταυτόχρονα από υπερβολική επιτήρηση και στιγματισμό και από ελλιπή αστυνόμευση σε σχέση με την παραβατικότητα που τους αφορά άμεσα.
Ποινικός μινιμαλισμός
Αυτό συνδυάζεται με αυτό που ονομάζει «φετιχισμό της κοινότητας», δηλαδή την έμφαση στη λειτουργία της «κοινότητας» αντί των εξειδικευμένων κρατικών θεσμών, αλλά και με την εμμονή στο «Σωφρονιστικό βιομηχανικό σύμπλεγμα» (Prison Industrial Complex) ως αιτία όλων των δεινών, ενώ υπογραμμίζει τη δυσκολία να εφαρμοστεί ένα τέτοιο πρόγραμμα κατάργησης του ποινικού συστήματος σε μια κοινωνία όπου ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων αγγίζει τα δύο εκατομμύρια. Η απάντηση που αντιπροτείνει ο Βακάν είναι ο ποινικός μινιμαλισμός, δηλαδή μέτρα που επικεντρώνουν στην πρόληψη, παρεμβάσεις που στόχο έχουν την επίλυση προβλημάτων χωρίς καταφυγή στον σωφρονισμό, χρηματοδότηση και βελτίωση του δικαστικού και ποινικού συστήματος και χρήση του ποινικού εγκλεισμού ως το ύστατο μέσο.
Ολα αυτά κάνουν αναγκαίο να επιστρέψουμε στις αφετηρίες του «καταργητισμού» ως ρεύματος. Βοηθά σε αυτό η πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά ενός κλασικού κειμένου αυτού του ρεύματος, του βιβλίου «Είναι οι φυλακές παρωχημένες;» της Angela Υ. Davis, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επέκεινα σε μετάφραση του Φώτη Τερζάκη.
Για την Ντέιβις όσο «ουτοπιστές και ιδεαλιστές» και εάν παρουσιάζονται οι υποστηρικτές της κατάργησης των φυλακών, το ερώτημα παραμένει: «Είμαστε όντως διατεθειμένοι να καταδικάζουμε όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων από φυλετικά καταπιεσμένες κοινότητες σε μια ύπαρξη απομόνωσης που διέπεται από αυταρχικό καθεστώς, βία, ασθένειες και τεχνολογίες αποκλεισμού οι οποίες προκαλούν σοβαρή ψυχική αστάθεια;». Γι’ αυτό υπογραμμίζει ότι όπως κάποτε η δουλεία και οι φυλετικοί διαχωρισμοί θεωρούνταν θεσμοί «αιώνιοι όσο ο ήλιος», πριν καταργηθούν, το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και με τη φυλακή, μην παραλείποντας να υπογραμμίσει τη συσχέτιση ανάμεσα στον ρατσισμό και την επέκταση του σωφρονιστικού συστήματος στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της εκμετάλλευσης της εργασίας των κρατουμένων.
Η Ντέιβις υπογραμμίζει ότι η φυλάκιση προέκυψε ως κύρια ποινή ακριβώς την εποχή που αναγνωρίζονται οι βασικές ελευθερίες, οπότε αποκτά τιμωρητικό χαρακτήρα η στέρησή τους, όταν ταυτόχρονα ποσοτικοποιείται ως οικονομικό μέγεθος και ο χρόνος εργασίας. Επισημαίνει μάλιστα ότι αυτό που σήμερα θεωρούμε ως το πρότυπο φυλακών υψίστης ασφάλειας, ξεκίνησε ως «μεταρρύθμιση» των φυλακών με έμφαση στην απομόνωση. Ταυτόχρονα, σημειώνει ότι εάν ιστορικά η φυλακή συνδέθηκε με τον ρατσισμό, ιδίως στις ΗΠΑ, σταδιακά απέκτησε και μια έμφυλη διάσταση που αποτυπώνεται και στις εκτεταμένες καταγγελίες για περιστατικά σεξουαλικής βίας σε βάρος γυναικών εντός των φυλακών.
Πεδίο επένδυσης
Η Ντέιβις επιμένει ότι έχει νόημα να μιλάμε για «βιομηχανικό σύμπλεγμα των φυλακών». Από τη μια, γιατί η «μετατροπή των φυλακισμένων – που η πλειονότητά τους είναι έγχρωμοι – σε πηγές κέρδους οι οποίες καταναλώνουν και συχνά παράγουν κάθε είδους εμπορεύματα, καταβροχθίζει δημόσια κονδύλια, τα οποία διαφορετικά θα μπορούσαν να διατεθούν για κοινωνικά προγράμματα όπως η εκπαίδευση, η στέγαση, η φροντίδα των παιδιών, η αναψυχή και τα προγράμματα καταπολέμησης των ναρκωτικών». Επιπλέον, ο σωφρονισμός μετατρέπεται σε πεδίο επένδυσης, μέσα από το φαινόμενο των ιδιωτικών φυλακών.
Η Ντέιβις υπογραμμίζει ότι η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων ως προς τη φυλάκιση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη και προϋποθέτει ευρύτερους κοινωνικούς μετασχηματισμούς, ξεκινώντας από την αξιοποίηση των σχολείων: «Εάν δεν εξαλειφθούν οι σημερινές δομές βίας από τα σχολεία των φτωχών μειονοτικών κοινοτήτων – περιλαμβανομένης της παρουσίας οπλισμένων φρουρών ασφάλειας και αστυνομικών – και εάν τα σχολεία δεν μετατραπούν σε χώρους που ενθαρρύνουν τη χαρά της μάθησης, τα σχολεία αυτά θα παραμείνουν οι κύριοι δίαυλοι προς τις φυλακές».
Αντίστοιχα, η αποποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών σε συνδυασμό με δημόσια προγράμματα απεξάρτησης θα μπορούσε να περιορίσει έναν από τους βασικούς μηχανισμούς που αυξάνουν τον κρατούμενο πληθυσμό. Το ίδιο και η αποποινικοποίηση των μεταναστών χωρίς χαρτιά που επίσης θα μείωνε τον αριθμό των κρατουμένων.
Ως προς το ποια πρέπει να μια άλλη μορφή απόδοσης δικαιοσύνης που να μην περιορίζεται στην τιμωρία, η Ντέιβις επιμένει ότι θα πρέπει να εξετάσουμε τη δυνατότητα μιας επανορθωτικής δικαιοσύνης, όπου ο παραβάτης είναι ουσιαστικά ένας οφειλέτης που πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τις πράξεις του και να επωμιστεί το καθήκον της αποκατάστασης και αναφέρει το παράδειγμα των δολοφόνων της Amie Biehl στη Νότια Αφρική ως ένα πετυχημένο παράδειγμα του πώς να λειτουργήσει η λογική της συγχώρεσης εντός μια αντίληψης επανορθωτικής δικαιοσύνης.
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η οπτική του Βακάν όσο και αυτή της Ντέιβις υπογραμμίζουν την ανάγκη ενός πολιτικού στοχασμού πέρα από τα όρια του τρέχοντος εγκλεισμού στην ποινική αυστηρότητα και τη σωφρονιστική βαναυσότητα.
Τα κρίσιμα ερωτήματα
Για την Ντέιβις κρίσιμα ερωτήματα τίθενται μπροστά μας: «Τι θα σήμαινε να φανταστούμε ένα σύστημα στο οποίο η τιμωρία δεν επιτρέπεται να αποβαίνει πηγή εταιρικού κέρδους; Πώς μπορούμε να φανταστούμε μια κοινωνία στην οποία η φυλή και η τάξη δεν θα αποτελούν κύριους καθοριστικούς παράγοντες της τιμωρίας; Ή μια κοινωνία στην οποία η ίδια η τιμωρία δεν θα αποτελεί πλέον το κεντρικό μέλημα στην απονομή της δικαιοσύνης;».
Comments are closed.