- Advertisement -

Η μεγάλη μεταμόρφωση της νυχτερινής ζωής

Η μεγάλη μεταμόρφωση της νυχτερινής ζωής
2

- Advertisement -

Nυχτερινή ζωή, για κάποιους σημαίνει ξέφρενο πάρτι σε ένα κλαμπ, για άλλους μια συναυλία και για κάποιους άλλους ένα ποτό στην μπάρα. Για όλους όμως συνδέεται με μια προσμονή για το κάτι διαφορετικό, που ενδεχομένως φέρει αυτή η έξοδος. Ο αμερικανός συγγραφέας, Τζον Ντος Πάσος, στα απομνημονεύματά του από τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, περιγράφει εκείνη ακριβώς την ώρα, γύρω στις πέντε το απόγευμα, που κάτι αλλάζει στον αέρα της πόλης· μια αίσθηση ότι, αν πιεις αρκετά, μιλήσεις αρκετά, κάνεις αρκετό δρόμο, κάτι μαγικό πρόκειται να συμβεί. Είναι μια αίσθηση που την αναγνωρίζουμε όλοι, ανεξάρτητα από εποχή ή πόλη.

Αυτή η φαινομενικά επιπόλαιη τελετουργία – να ετοιμαστείς, να πιεις, να χορέψεις, να γνωρίσεις κόσμο – έχει αφήσει πίσω της μια κληρονομιά που δύσκολα φαντάζεται κάποιος. Γέννησε την τζαζ, το τσάρλεστον, το καν-καν, τη ντίσκο. Τροφοδότησε καλλιτεχνικά κινήματα, όπως ο σουρεαλισμός και το νταντά, που ζυμώθηκαν σε ατελείωτες συζητήσεις μεθυσμένων καλλιτεχνών τα ξημερώματα. Χωρίς αυτήν, η ιστορία της δυτικής τέχνης του περασμένου αιώνα θα ήταν διαφορετική. Αλλά η ιστορικός Ιμοτζεν Γουίλετς, στο νέο της βιβλίο «Στο πόδι όλη νύχτα» (Up All Night, εκδ. Grove Press), δεν ενδιαφέρεται, τόσο για την τέχνη που γέννησε η νύχτα όσο για την ίδια τη νύχτα: γιατί βγαίνουμε έξω, και τι μας δίνει αυτό που δεν μπορούμε να βρούμε αλλού, όπως αναφέρεται στον αμερικανικό ιστότοπο για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό Literary Hub.

Ανυπακοή και φρονιμάδα

Η βασική της ιδέα είναι απλή: η νυχτερινή διασκέδαση είναι μια οργανωμένη μορφή ανυπακοής. Μας επιτρέπει προσωρινή πρόσβαση σε εμπειρίες που απαγορεύονται κάθε άλλη ώρα της ημέρας. Οι προσδοκίες είναι υψηλές. Η απογοήτευση συχνή.

Κι όταν προστεθεί η αίσθηση ότι το κόστος της εξόδου είναι ιδιαιτέρως υψηλό, τότε καταλήγουμε να προτιμάμε την άνεση του καναπέ αγκαλιά με την οθόνη της τηλεόρασης. Οι αριθμοί αποδίδουν εύγλωττα την τάση αυτή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες χάθηκε περίπου ένα στα έξι συνοικιακά μπαρ μέσα σε μία δεκαετία, καθώς και τα μισά γκέι μπαρ. Στη Βρετανία έκλειναν 34 παμπ τον μήνα μόνο το 2024, με το σύνολο να πέφτει σε ιστορικό χαμηλό.

Τα νυχτερινά κέντρα τα πήγαν χειρότερα· η Βρετανία έχασε πάνω από τα μισά μέσα σε μία δεκαετία, κι αν συνεχιστούν τα λουκέτα με τον ίδιο ρυθμό δεν θα έχει μείνει κανένα ως το 2030. Η Γαλλία έχασε το 70% των νάιτ κλαμπ της, συγκριτικά με τη δεκαετία του ’80, κι η Ιταλία πάνω από τα μισά από το 1990.

Την ίδια στιγμή, τα γυμναστήρια 24ωρης λειτουργίας, τα escape rooms και οι καφετέριες ανθίζουν. Εχουμε γίνει, γράφει η Γουίλετς, ανησυχητικά φρόνιμοι, τουλάχιστον στον αναλογικό κόσμο. Το ερώτημα όμως, δεν είναι αν η νύχτα πεθαίνει· είναι αν έχουμε προσεγγίσει σωστά την ιστορία της. Γιατί η ανάγκη να βγούμε έξω, να χαθούμε σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς, δεν ξεκίνησε, ούτε με τη ντίσκο ούτε με το ρέιβ, αλλά γύρω από τη φωτιά.

Η κατάκτηση της φωτιάς μεταμόρφωσε τη νύχτα από ώρα τρόμου σε ώρα γιορτής, κι εκεί, λένε οι ανθρωπολόγοι, καλλιεργήθηκαν η αφήγηση, η γλώσσα, η φαντασία. Χιλιάδες χρόνια αργότερα προστέθηκαν οι μεταμφιέσεις, οι χοροί, τα τύμπανα.

«Συλλογική έξαψη» και επικίνδυνο σπορ

Αυτό το ρίγος που νιώθουμε στην πίστα, σε ένα γήπεδο, σε μια θρησκευτική τελετή, έχει όνομα: ο γάλλος κοινωνιολόγος Εμίλ Ντιρκέμ το ονόμασε «συλλογική έξαψη» το 1912, μελετώντας αυστραλιανές φυλετικές συναθροίσεις όπου η απλή παρουσία των άλλων μετέτρεπε το πλήθος σε κάτι που παρέπεμπε σε ηλεκτρισμένο σύνολο. Υπάρχει, σύμφωνα με τη θεωρία του, ένα βιολογικό πλεονέκτημα στη συλλογική ενότητα, είτε πρόκειται για μια προϊστορική χορευτική τελετή είτε για το ξέσπασμα ενός τραγουδιού σε ένα φεστιβάλ.

Ανάμεσα στη φωτιά και στις πρώτες ταβέρνες, αυτή η ανάγκη για συλλογική έξαψη δεν εξαφανίστηκε· απλώς άλλαξε μορφή. Η συγγραφέας Μπάρμπαρα Ερενραϊχ, στο βιβλίο της για την ιστορία της συλλογικής χαράς, περιγράφει πώς στην αρχαία Ελλάδα, όπου οι γυναίκες ήταν αποκομμένες από τη δημόσια ζωή, ομάδες μαινάδων ακολουθούσαν τον Διόνυσο σε συνάξεις στα δάση, χορεύοντας μέχρι να φτάσουν στην έκσταση. Στη Ρώμη, κατ’ αντιστοιχία, υπήρχαν τα Σατουρνάλια, γιορτές όπου για λίγες μέρες ανατρεπόταν η αυστηρή κοινωνική ιεραρχία της πόλης μέσα από σατιρικές παραστάσεις. Αργότερα, στη μεσαιωνική Αγγλία, ακόμη κι η εκκλησία γινόταν σκηνικό ξεφαντώματος: η «Γιορτή των Τρελών» περιελάμβανε παρελάσεις και άτακτο χορό μέσα στους ναούς. Ανάμεσα στην προϊστορία και στη σύγχρονη έννοια της νυχτερινής διασκέδασης μεσολαβούν χιλιάδες χρόνια αστικοποίησης. Αφήσαμε πίσω μας τη φωτιά, χτίσαμε τις ταβέρνες με την παλαιότερη γνωστή – ηλικίας 5.000 ετών – να έχει εντοπιστεί στο σημερινό Νότιο Ιράκ.

Η νυχτερινή έξοδος, όμως, ήταν επικίνδυνο σπορ. Ο σπουδαίος ρωμαίος σατιρικός ποιητής Γιουβενάλης προειδοποιούσε τους Ρωμαίους να γράψουν τη διαθήκη τους πριν βγουν για δείπνο. Στη συνοικία των πορνείων και των χαρτοπαικτικών λεσχών, οι πλούσιοι χρειάζονταν σωματοφύλακα ακόμη και για να φτάσουν εκεί, ενώ οι κάτοικοι των πάνω ορόφων εκμεταλλεύονταν το σκοτάδι, για να αδειάζουν κουβάδες με ανθρώπινα περιττώματα στον δρόμο.

- Post Down -

Comments are closed.