- Advertisement -

Τζένι Ερπενμπεκ: Η αμφισβήτηση του εαυτού

Τζένι Ερπενμπεκ: Η αμφισβήτηση του εαυτού
2

- Advertisement -

Το τρίτο μυθιστόρημα της Τζένι Ερπενμπεκ Παιχνίδι με τις λέξεις πρωτοεκδόθηκε το 2005, όταν η συγγραφέας ήταν μόλις 38 ετών, και θεωρείται ένα από τα βιβλία που εδραίωσαν τη φήμη της ως μιας από τις σημαντικότερες σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές στον γερμανικό χώρο. Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που συνδυάζει την πολιτική ιστορία και την ψυχολογική ενδοσκόπηση. Η συγγραφέας διερευνά τις σύνθετες σχέσεις ανάμεσα στη μνήμη και τη συγκρότηση της ταυτότητας και οικοδομεί ένα κείμενο στο οποίο οι λέξεις δεν λειτουργούν απλώς ως μέσο έκφρασης, αλλά ως πεδίο αναμέτρησης με την αλήθεια και το παρελθόν.

Το ιστορικό υπόβαθρο παραπέμπει στη στρατιωτική δικτατορία της Αργεντινής (1976-1983), μια περίοδο κατά την οποία το καθεστώς του Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα εξαπέλυσε εκτεταμένες διώξεις εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. Χιλιάδες άνθρωποι εξαφανίστηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, ενώ παιδιά θυμάτων αποσπάστηκαν από τις οικογένειές τους και μεγάλωσαν με ψευδείς ταυτότητες. Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται ένα νεαρό κορίτσι που μεγαλώνει με τους θετούς γονείς του σε ένα αυταρχικό πολιτικό περιβάλλον. Καθώς ενηλικιώνεται, επιχειρεί να κατανοήσει τον κόσμο που την περιβάλλει και να ερμηνεύσει τις εμπειρίες που έχουν διαμορφώσει την ταυτότητά της. Μέσα από τις αφηγήσεις και τις σταδιακές αποκαλύψεις της πλοκής καθίσταται σαφές ότι η προσωπική της ιστορία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους μηχανισμούς βίας, καταστολής και ιδεολογικού ελέγχου που χαρακτήριζαν το καθεστώς. Με ιδιαίτερη αφηγηματική δεξιοτεχνία, η Ερπενμπεκ αποκαλύπτει σταδιακά ότι η πρωταγωνίστρια αποτελεί ένα από τα παιδιά των πολιτικών αντιφρονούντων που απήχθησαν από το καθεστώς και όταν οι βιολογικοί της γονείς δολοφονήθηκαν, η ίδια δόθηκε για υιοθεσία σε οικογένεια που συνδεόταν άμεσα με τους μηχανισμούς καταστολής και τα εγκλήματα της δικτατορίας. «[…]Ξέρεις αλήθεια, μου λέει η μητέρα του πατέρα μου, με την μπουκλάκι μπουκλάκι φωνούλα της, εγώ στρώνω το τραπέζι, εκείνη διαβάζει εφημερίδα, ξέρεις αλήθεια, λέει και κοιτάζει πάνω απ’ την εφημερίδα, έτσι που μπορεί να με παρατηρεί, πόσο καλά είσαι με τους γονείς σου. Ναι, λέω εγώ. Τέτοιους γονείς άλλοι τους γυρεύουνε, λέει, και περιμένει να δει τι θα πω εγώ.[…]» (από την εξαιρετική μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη).

Σε αυτό το απαιτητικό ως προς την πρόσληψη και την ερμηνεία του μυθιστόρημα η Ερπενμπεκ απορρίπτει τη συμβατική γραμμική αφήγηση και επιλέγει μια αποσπασματική αφηγηματική δομή, μέσα από την οποία οι αναμνήσεις, οι σκέψεις και οι συνειρμοί της πρωταγωνίστριας συνυφαίνονται με τρόπο μη χρονολογικό. Ως αποτέλεσμα, ο αναγνώστης καλείται να συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία νοηματοδότησης του κειμένου, ανασυνθέτοντας σταδιακά τα διάσπαρτα κομμάτια της ιστορίας και αποκαθιστώντας τις συνδέσεις ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Επιπλέον, το έντονα υπαινικτικό ύφος που διατρέχει το μυθιστόρημα καλλιεργεί μια διαρκή αίσθηση αβεβαιότητας, καθώς η συγγραφέας αποφεύγει τις άμεσες εξηγήσεις και τις σαφείς διευκρινίσεις. Η αναζήτηση της αλήθειας για την ηρωίδα δεν έχει μόνο πολιτικό αλλά και βαθιά υπαρξιακό χαρακτήρα. Η αποκάλυψη ότι μεγάλο μέρος των αναμνήσεων και των βεβαιοτήτων που συγκροτούσαν την ταυτότητά της αποτελεί προϊόν αφηγήσεων που της επιβλήθηκαν από άλλους την οδηγεί σε μια αμφισβήτηση του ίδιου της του εαυτού. «[…]Στο αίμα μου είναι γραμμένο ότι ο πατέρας μου δεν είναι ο πατέρας μου, η μητέρα μου δεν είναι η μητέρα μου και τα λοιπά, λένε… Και εμένα με αρπάξανε. Αρπάξανε.[…]».

Μηχανισμοί καταστολής

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η σκηνή κατά την οποία ο πατέρας της πρωταγωνίστριας, ο οποίος υπηρετεί ως βασανιστής στον μηχανισμό καταστολής του καθεστώτος, περιγράφει με ψυχραιμία τις μεθόδους πρόκλησης σωματικού πόνου και τις τεχνικές διατήρησης του βασανιζόμενου σώματος σε κατάσταση αντοχής. Η σχεδόν τεχνοκρατική προσέγγισή του απέναντι στη βία απογυμνώνει το βασανιστήριο από κάθε ηθική διάσταση και αναδεικνύει τη λογική του ολοκληρωτικού συστήματος, στο οποίο το ανθρώπινο σώμα αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο πειραματισμού, πειθάρχησης και απόλυτου ελέγχου. «[…]Το ρεύμα είναι το καλύτερο μέσο για να βγάλεις κάτι που ξέρει κάποιος από το στόμα του. Αμα όμως κάποιος δεν ξέρει τίποτα; Αμα όμως είσαι σε ένα δωμάτιο χωρίς πρίζα γίνεται και με μια τανάλια ή μαχαίρι. Τανάλια. Μαχαίρι. Αμα το μαχαίρι είναι αρκετά κοφτερό, μπορείς για παράδειγμα να κόψεις σε κάποιον ή κάποια τις πατούσες γύρω γύρω κι ύστερα να τραβήξεις το δέρμα για να το βγάλεις. Πάντα όταν το σώμα τραυματίζεται εμφανίζεται λίγο παραπάνω το ζόρικο πνεύμα.[…]». Μέσα από αυτή τη σκηνή, η Ερπενμπεκ φωτίζει τους μηχανισμούς απανθρωποποίησης που βρίσκονται στον πυρήνα της κρατικής καταστολής, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η βία μπορεί να μετατραπεί σε καθημερινή πρακτική και σε γνώση που μεταδίδεται σχεδόν ως τεχνική δεξιότητα.

Αξίζει να διαβάσει ο αναγνώστης και το ιδιαίτερα διαφωτιστικό επίμετρο του Tom Schimmeck, «Παζλ με κόκαλα μετά τον βρόμικο πόλεμο», που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου σε μετάφραση της Σούλας Ζαχαροπούλου, το οποίο συμπληρώνει ουσιαστικά τη θεματική του μυθιστορήματος. Μέσα από ιστορικά στοιχεία και μαρτυρίες, το κείμενο αναδεικνύει την ανοιχτή πληγή που άφησε η στρατιωτική δικτατορία στην Αργεντινή, φωτίζοντας τις εξαφανίσεις χιλιάδων ανθρώπων και τα βασανιστήρια τα οποία υπέστησαν.

Η διεθνής αναγνώριση της Ερπενμπεκ επισφραγίστηκε με σημαντικές διακρίσεις ύστερα από αυτό το βιβλίο, κορυφαία ανάμεσα στις οποίες υπήρξε το Διεθνές Βραβείο Booker 2024 για το μυθιστόρημά της Καιρός. Το Παιχνίδι με τις λέξεις προαναγγέλλει ήδη τις θεματικές και τις αφηγηματικές αρετές που θα αναδείξουν αργότερα τη συγγραφέα σε μία από τις πλέον εξέχουσες μορφές της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

H Ντίνα Σαρακηνού διευθύνει το online λογοτεχνικό περιοδικό Literature.gr

Τζένι Ερπενμπεκ

Παιχνίδι με τις λέξεις

Μτφ. Αλέξανδρος Κυπριώτης

Εκδ. Καστανιώτη

Τιμή 14 ευρώ

- Post Down -

Comments are closed.