- Advertisement -

Στο βιβλίο «Εαμοκρατία στη Θεσσαλονίκη (1944 – 1945)» (εκδ. Επίκεντρο), το οποίο ο ερευνητής Ανδρέας Βενιανάκης δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο, το σημείο εστίασης είναι η περίοδος ακριβώς που μια εαμική αριστερή διακυβέρνηση αναλαμβάνει τις δημοτικές και πολιτικές εξουσίες στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας. Οι Γερμανοί και τα Τάγματα Ασφαλείας κατείχαν τότε ένα μικρό μέρος της Θεσσαλονίκης, καθώς το υπόλοιπο είχε απελευθερωθεί από τον ΕΛΑΣ, ενώ και αργότερα -μετά τα Δεκεμβριανά– η διοίκηση απέφυγε τη σύγρουση με τους Βρετανούς. Ο Βενιανάκης περιγράφει τα χαρακτηριστικά της εαμικής διοίκησης, αλλά και την καθημερινότητα των ανθρώπων στην πρώτη επεξεργασμένη μορφή της μελέτης, την οποία ανέλαβαν να εκδώσουν οι Στράτος Δορδανάς και Βάιος Καλογρηάς. Από το πρώτο κεφάλαιο δείχνουμε ενδιαφέρον για την απόπειρα οργάνωσης θεατρικών θιάσων, όπου πρωταγωνιστούν σπουδαίοι ηθοποιοί, όπως ο Μάνος Κατράκης, η Ντόρα Βολανάκη κ.ά.
Στις περιοχές που ήλεγχε, λοιπόν, ο ΕΛΑΣ στην επαρχία οργανώθηκαν θίασοι που, ακολουθώντας τους αντάρτες από χωριό σε χωριό, προσέφεραν ένα θέαμα προσανατολισμένο στην πραγματικότητα της Κατοχής και της αντίστασης -όπως ήταν αναμενόμενο και για λόγους προπαγανδιστικής «διαφώτισης». Σε αυτούς τους θιάσους συμμετείχαν μερικοί επαγγελματίες ηθοποιοί, μουσικοί και συγγραφείς, αλλά και κάτοικοι των χωριών και αντάρτες. Στόχος πάντα ήταν το αίσθημα του πατριωτισμού, η καλλιέργεια της παράδοσης, της αναβίωσης του 1821 και ηψυχαγωγική σάτιρα.
Λίγο νωρίτερα η δημιουργία του Κρατικού Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη το 1943 είχε δημιουργήσει πολλές προσδοκίες για ποιοτικό θέατρο. Ο Οργανισμός του υπήχθη στην αρμοδιότητα του υπουργείου παιδείας, ενώ η διεύθυνση του ανατέθηκε στον ποιητή και πεζογράφο Λέοντα Κουκούλα, με σπουδές στο θέατρο, τη φιλοσοφία και τις καλές τέχνες σε πανεπιστήμια της Γαλλίας και της Γερμανίας. Οι ηθοποιοί που είχαν στελεχώσει το καινούργιο θέατρο μαζί με την καλλιτεχνική διεύθυνση έφτασαν στη Θεσσαλονίκη 22 Σεπτεμβρίου 1943. Η άφιξή τους μάλιστα αναγγέλθηκε από την φιλοναζιστική εφημερίδα «Νέα Ευρώπη», που τόνισε τη βαθιά της ευγνωμοσύνη προς τις γερμανικές Αρχές για το αμέριστο ενδιαφέρον τους. Ως έδρα του Κρατικού Θεάτρου ορίστηκε το θέατρο του Λευκού Πύργου, ύστερα από επισκευές ώστε να γίνει κατάλληλο. Το Κρατικό Θέατρο αποτέλεσαν, μεταξύ άλλων, οι ηθοποιοί Μάνος Κατράκης (ο οποίος ήταν πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών), Παντελής Ζερβός, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Έλλη Ξανθάκη, Ντόρα Βολανάκη, Εύα Ευαγγελίδου, Νίκος Χατζίσκος, Ντίνος Καλουπτσής, Κώστας Παπάς, Δήμητρα Κεφαλά, Λέλα Χατζηαργύρη, Χριστίνα Καλογερίκου, Γιώργος Βλαχόπουλος, Ιωάννης Αυλωνίτης, Κύμης Ραφτόπουλος, Σαπφώ Νοταρά, Ανδρέας Παντόπουλος, Χριστόφορος Ταμπάκης, Αγγελική Τριανταφυλλίδου, Μίτση Κοεμτζοπούλου, Σόνια Δήμπογλου κ.ά.
Ο θίασος εγκαταστάθηκε στο κτίριο που στεγαζόταν το Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης που βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Και εδώ υπάρχει ακόμη μία ένδειξη του αντισημιτικού ζόφου εκείνη την περίοδο. Ο Κούκουλας απευθύνθηκε στη γερμανική διοίκηση για τον εξωραϊσμό του κτιρίου και εκείνη έστειλε αμέσως μάρμαρα από το εβραϊκό νεκροταφείο για να στρωθεί η πλατεία. Επίσης τους παρέδωσαν 1000 καρέκλες του Εθνικού Θεάτρου που ήταν αποθηκευμένες στον Λευκό Πύργο. Η γερμανική λογοκρισία, εξάλλου, ζήτησε από τον Κούκουλα να ενημερώνει για το ρεπερτόριο του θεάτρου. Ο τελευταίος συμφώνησε και ζήτησε την άδεια να ανεβάσει τη «Θυσία του Αβραάμ» σε ανοιχτό χώρο στην πλατεία Αγίας Σοφίας. Ενώ οι πρόβες είχαν ολοκληρωθεί, λίγο πριν από την πρεμιέρα, η γερμανική λογοκρισία απαγόρευσε το έργο να παιχτεί. Ο λόγος ήταν ότι δεν ήθελαν ένα έργο που θα είχε σχέση με εβραίους.
Οι ηθοποιοί εργάζονταν γενικότερα στις πρόβες με μεγάλες δυσκολίες τις οποίες προκαλούσαν κυρίως οι ώρες απαγόρευσης της κυκλοφορίας γιατί οι πρόβες τελείωναν αργά. Αν και ήταν εφοδιασμένοι με άδειες κυκλοφορίας, κινδύνευαν να τους πυροβολήσουν γερμανικές περίπολοι, καθώς επέστρεφαν σπίτι τους. Η πρώτη παράσταση, πάντως, ήταν η «Τρισεύγενη» του Παλαμά και καταχειροκροτήθηκε από τους θεατές ειδικά στα σημεία που υπήρχαν πατριωτικές αναφορές. Οι παραστάσεις συνεχίστηκαν με έργα όπως η «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου και η «Λουίζα Μίλερ» του Σίλερ συναρπάζοντας το κοινό. Στα τέλη Απριλίου του 1944 η εφορεία του Θεάτρου αποφάσισε να διακόψει τη σύμβαση των ηθοποιών και τεχνικών από την 1 Ιουνίου λόγω άρνησης των ηθοποιών να υπογράψουν τα συμβόλαια τους για λόγους οικονομικούς. Οι επαγγελματίες του Κρατικού μάλιστα κινήθηκαν για το σχηματισμό συνεταιρικού θιάσου ώστε να δώσουν παραστάσεις το καλοκαίρι σε ένα από τα θέατρα. Με διάφορες αφορμές οι Γερμανοί προχώρησαν στη σύλληψη ηθοποιών με σκοπό να δημιουργήσουν ένα κλίμα τρομοκρατίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στα καλλιτεχνικά δρώμενα της πόλης συμμετείχε και η θεατρική ομάδα του Εκπολιτιστικού Ομίλου Πανεπιστημίου που ανέβασε στο θερινό Κρατικό Θέατρο τα «Αρραβωνιάσματα» του Δημήτρη Μπόγρη με σκηνοθέτη τον Μάνο Κατράκη. Και οι φοιτητές πάντως έκαναν τις πρόβες τους μέσα σ’ ένα κλίμα τρομοκρατίας. Στην τελευταία πρόβα, Γερμανοί και άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας έκαναν μπλόκο για να συλλάβουν τους ηθοποιούς-φοιτητές που ήταν κατά πληροφορία κομμουνιστές. Οι φοιτητές κατόρθωσαν να διαφύγουν και να εξαφανιστούν στα σοκάκια. Παρ’ όλα αυτά η παράσταση επαναλήφθηκε στις 28 Αυγούστου και στις 4 Σεπτεμβρίου. Τα έσοδα διατέθηκαν στη «Μέριμνα του παιδιού» και στο «Άσυλο του παιδιού».
Σημείωση: η κεντρική φωτογραφία (από το thessmemory.gr του Χρίστου Ζαφείρη) απεικονίζει τον Κήπο και το Θέατρο του Λευκού Πύργου, που κατεδαφίστηκε το 1956. Στη θέση του σήμερα βρίσκεται το Βασιλικό Θέατρο
Comments are closed.