- Advertisement -

Ένας συγγραφέας που σε κάθε του βιβλίο μας θυμίζει την οικουμενική ανθρωπιά που έχουμε χάσει. Ο Νάιαλ Ουίλιαμς γεννήθηκε στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και διαθέτει πολλά από τα χαρακτηριστικά της μακράς λογοτεχνικής παράδοσης της χώρας του.
Από την προφορική αφήγηση, στα μεγάλα διλήμματα της ύπαρξης. Επισκέφτηκε τη χώρα μας στο πρόσφατο 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων και μίλησε για το πώς υπάρχει ο ίδιος μέσα στη λογοτεχνία, που κατά τον ίδιο είναι η πνευματική διάσταση του ανθρώπου καμωμένη από λέξεις. Ενας σοφός λογοτέχνης, που βαδίζει στα άδυτα της ψυχής.
Γράφετε περίπου πενήντα χρόνια. Ποιες ικανότητες απαιτούνται για να γίνεις συγγραφέας, τότε και τώρα;
Προσωπικά δημοσίευσα το πρώτο μου κείμενο στην ηλικία των δεκαοκτώ χρόνων. Από εκείνη τη δημοσίευση και μετά αποφάσισα να δοθώ ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Για εμένα το ποιο σημαντικό τότε, ήταν να μάθω πως γίνεται.
Κι ακόμα έπειτα από πενήντα χρόνια βρίσκομαι σε στάδιο εκμάθησης. Κάθε ιστορία ή ένα ολοκληρωμένο βιβλίο, γεννιέται από την εμπειρία ζωής που έχουμε έως εκείνη τη στιγμή. Είμαστε κληρωτοί του καιρού μας.
Κάθε μέρα που περνά, δημιουργεί και νέα ζητήματα. Γιατί ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι με το χθες. Εχουμε μάθει περισσότερα – ελπίζω – έχουμε πονέσει, αγαπήσει και έχουμε επίσης περισσότερες απώλειες.
Αυτή την εξέλιξη φέρνουμε στη λευκή σελίδα κάθε φορά που γράφουμε. Είτε ζούμε στα χωράφια είτε στις πόλεις. Είμαστε προσωπικότητες μέσα στον χρόνο.
Όσον αφορά εμένα, γράφω βάσει του σκεπτικού που είχε αναπτύξει ο Ουίλλιαμ Φώκνερ στον λόγο αποδοχής του Βραβείου Νόμπελ. Απομονώνω τη φράση: Το μόνο θέμα που αξίζει να γράψω είναι για την ανθρώπινη καρδιά, όταν βρίσκεται σε σύγκρουση με τον εαυτό της.
Πότε σκεφτήκατε, επιτέλους είμαι συγγραφέας;
Αρχικά έλεγα ότι είναι απάτη να υπογράφω ως συγγραφέας στην ταυτότητά μου. Στα άγουρα χρόνια ευγνωμονούσα την τύχη μου, που κατάφερα να κυκλοφορήσω έστω ένα βιβλίο. Στο επόμενο στάδιο, σκεφτόμουν ποσοτικά – όπως και πολλοί άλλοι. Δηλαδή θα λέγομαι συγγραφέας από το τέταρτο βιβλίο κι έπειτα.
Όμως όχι, ούτε αυτό με ικανοποιούσε. Σταδιακά, μου έγινε αντιληπτό ότι το ένστικτό μου με οδηγεί προς την εξιστόρηση και τη γλώσσα. Αυτά τα δύο με εξάπτουν ακόμη και σήμερα. Αποτελούν το σύμπαν μου, σχεδόν αποκλειστικά.
Είναι δύο ξεχωριστά στοιχεία: το πρώτο αφορά το ύφος, το δεύτερο το περιεχόμενο, που κοιτάω πώς να τα παντρέψω. Οταν μαθαίνεις ότι αυτό είσαι και αυτό επιθυμείς όπως αναπνέεις, τότε αρχίζεις να το καλλιεργείς συστηματικά.
Τι σημαίνει για εσάς η ιρλανδική λογοτεχνική παράδοση και ποια η επίδρασή της;
Η ιρλανδική λογοτεχνική κληρονομιά βασίζεται στην προφορική αφήγηση. Αυτή η αφήγηση είχε σχεδιαστεί για να μας κρατάει παρέα μέσα στον πεπερασμένο χρόνο. Πριν την ανακάλυψη του ηλεκτρισμού και των σύγχρονων ανέσεων, σε επισκεπτόταν κάποιος σπίτι σου και στην ερώτηση «τι νέα μας φέρνεις», ξεκινούσε να χτίζει μια ιστορία.
Με αφορμή έναν θάνατο ή μια περιπέτεια στην ζωή. Ποτέ δεν ήταν μια παράθεση γεγονότων. Αυτό για παράδειγμα φαίνεται έντονα και στα ιρλανδικά τραγούδια. Ο στόχος των προφορικών ιστοριών δεν ήταν η πλοκή ή να ολοκληρωθούν με κάποιο κλείσιμο.
Αλλά να περάσει το βράδυ παρέα. Ετσι οι ιρλανδικές αφηγήσεις ήταν γεμάτες από παρακάμψεις, μεταφορές και ψυχαγωγία. Δεν είχαν στόχο να βγάλουν ένα «υπαρξιακό νόημα». Τούτα τα στοιχεία είναι άμεσα συνδεδεμένα με τον ιρλανδικό χαρακτήρα και το τοπίο.
Σε αντίθεση για παράδειγμα με τη γερμανική λογοτεχνική παράδοση, όπου τα πράγματα είχαν τη μορφή μιας ευθείας γραμμής, στην Ιρλανδία είχαμε ακριβώς το αντίθετο. Όπως ακριβώς λέει ο Πολώνιος στον Αμλετ: Μέσω της πλαγίας οδού, βρίσκει κανείς τον δρόμο.
Γι’ αυτό και ο Τζόυς μπορούσε να γράψει 500 σελίδες μέσα σε μια μέρα. Διότι όπως είπαμε, σκοπός δεν είναι να φτάσεις στο τέλος. Αλλά η εμπειρία της μυθιστορίας. Στην ιρλανδική παράδοση, ζεις μέσα στην ιστορία ενώ την αφηγείσαι. Κι εγώ με τη σειρά μου όταν γράφω, δεν έχω καμιά ιδέα για το πώς θα προκύψει η πλοκή. Γράφω για να μάθω τι θα συμβεί μετά.
Στα μυθιστορήματά σας αρκεί μια ελάχιστη συναισθηματική αλλαγή ή παρέμβαση, για να αναπτυχθεί το υλικό σας προς μια οικουμενική αλήθεια. Πώς φθάνετε εκεί;
Όταν γράφω είμαι κάθε χαρακτήρας ξεχωριστά. Σκέφτομαι μόνο πώς ανταποκρίνονται οι ήρωές μου κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Η μεγάλη Αϊρις Μέρντοχ έλεγε πως: Η τέχνη της μυθοπλασίας, είναι η τέχνη των άλλων ανθρώπων.
Κρίνουμε τον ικανό λογοτέχνη από τη δυνατότητα να είναι ο Άλλος. Ετσι καθώς γράφω, κοιτάω προσεκτικά μέσα από το μικροσκόπιο. Επειδή, όμως, είμαι ταυτόχρονα και ο Νάιαλ, έχω την αίσθηση μιας μεγαλύτερης εικόνας.
Μπορώ να κάνω πίσω ως αφηγητής και όταν συμβαίνει αυτό, μπορώ ενστικτωδώς να συνδέσω τη συμπεριφορά του χαρακτήρα με το ευρύτερο σύνολο. Με βοηθάει το ότι κάθε παράγραφος που τελειώνει την απαγγέλλω για να ακούσω τη φωνή της. Χρησιμοποιώ τη γλώσσα για να φτιάξω ένα ξόρκι. Το οποίο έχει ρυθμολογία και ο θεμέλιος λίθος είναι το ελάχιστο, όπως αναφέρατε.
Υπάρχει αυτό που ονομάζουμε έμπνευση;
Σαφώς και υπάρχει. Είναι ένα πολύπλοκο ψυχοκινητικό φαινόμενο. Για παράδειγμα όταν ξεκινώ ένα βιβλίο, χρειάζομαι μια μονάχα πρόταση. Το μετά, κενό. Πρέπει να αισθανθώ ότι αυτή η πρόταση είναι η πρώτη κλωστή, για το κουβάρι που πρόκειται να ξετυλιχθεί. Ότι είναι το έναυσμα για έναν αόρατο ακόμα κώδικα.
Από κει και πέρα προσπαθώ να πειράξω, να δώσω όγκο στην αρχική πρόταση. Όχι να την τραβήξω από τα μαλλιά, ούτε να βάλω στόχο όπως κάνουν άλλοι – π.χ., 800 λέξεις την ημέρα – τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι το ίδιο με το πώς είσαι σε μια σχέση.
Δεν φτάνει μόνο να είσαι παρών, αλλά να αφήνεις τα πράγματα να συμβούν. Στα «Τέσσερα ερωτικά γράμματα» (μτφρ.: Δέσποινα Κανελλοπούλου, Δώμα) η βασική εναρκτήρια φράση μου ήταν: Ήμουν δώδεκα χρόνων όταν πρωτομίλησε στον πατέρα μου ο Θεός.
Βαθιά μέσα μου γνωρίζω ότι είναι η σωστή πρόταση. Αλλά δεν είχα ιδέα τι λέει ο Θεός, ποιος ήταν ο πατέρας, τίποτα απολύτως.
Για τρεις εβδομάδες έγραφα και ξανάγραφα την ίδια πρόταση στο χαρτί. Υστερα εμφανίστηκαν οι αμέσως επόμενες προτάσεις που ξεκλείδωσαν το μυθιστόρημα. Για εμένα αυτή είναι η έμπνευση: μια στιγμή φαντασίας που την ακολουθεί το τίποτα. Και ξανά από την αρχή.
Δύο από τις κύριες θεματικές σας είναι η οικογένεια και οι μικρές κοινότητες. Προσφάτως, αμφότερες έχουν λοιδορηθεί στον μέγιστο βαθμό. Ομως σε εσάς βλέπουμε τις αντιθέσεις και την ποικιλομορφία τους.
Αποφεύγω τις μονολιθικές προσεγγίσεις. Είναι μέρος του χαρακτήρα μου. Επίσης η γυναίκα μου κι εγώ αποφασίσαμε να παραιτηθούμε από τις δουλειές μας στη Νέα Υόρκη και γυρίσαμε πίσω στην ιδιαίτερη πατρίδα μας – στην επαρχία της δυτικής Ιρλανδίας.
Μετακομίσαμε για να απαντήσουμε στο ερώτημα: Μπορούμε να ζήσουμε ανθρώπινα; Εκεί, λοιπόν, είδαμε τις αντιθέσεις της μικρής κοινότητας. Η κοινότητα έδειξε σε εμάς τους ξένους πώς να ζούμε. Έτσι αν χρειαστώ κάτι πηγαίνω στον γείτονα, επίσης αν τσακωθώ πηγαίνω στον γείτονα.
Όλα περνούν μέσα από συμφωνίες και αντιμαχίες. Αυτό σε μαθαίνει να βλέπεις τη ζωή σε όλο της το μέγεθος. Όπου τα πάντα δεν είναι μόνο ρόδινα, ούτε μόνο σκοτεινά.
Στο «Αυτό είναι ευτυχία» (μτφρ.: Κίκα Κραμβουσάνου, Δώμα), θίγετε μερικά από τα μεγάλα θέματα που μας απασχολούν σήμερα. Οπως οι φόβοι που δεν μας επιτρέπουν να ζήσουμε ολοκληρωμένα. Ποιοι είναι αυτοί οι φόβοι;
Ο Νόελ του βιβλίου πιστεύει ότι θα δραπετεύσει από τους φόβους του, εισερχόμενος στην ιεροσύνη. Και αυτή του την επιλογή – όπως λέμε σήμερα– τη βιώνει ως υποχώρηση από τη ζωή. Ο Νόελ στο βιβλίο, αλλά και πάρα πολλοί από εμάς, ζει/ζούμε στο μεταίχμιο μεταξύ των δύο πόλων που συνθέτουν τη ζωή: αγάπη και θάνατος.
Μεταξύ των πόλων αυτών, αναπτύσσονται οι φόβοι. Οι φόβοι είναι το κύριο συστατικό μας. Μας ξέρουν καλύτερα από τον κάθε δικό μας άνθρωπο. Χορεύουν απέναντι από την αγάπη. Δεν είναι εχθροί, αλλά σαν ετεροθαλή αδέλφια που μαλώνουν για τη μητρική θαλπωρή.
Τα συν και τα πλην του βίου μας, που δεν μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε μεταξύ τους. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορεί να μας πάρει μια ζωή ολόκληρη για να μάθουμε τελικά ένα μικρό πεδίο του εαυτού μας. Αν το καταλάβουμε, οι φόβοι μπορούν να υποχωρήσουν.
Γράφετε συνήθως προς μια κατάσταση αφύπνισης εντός σας. Πώς το μεταφράζετε λογοτεχνικά τούτο;
Υπάρχουν φορές που μου συμβαίνει επιφοίτηση. Αυτή είναι μια ισχυρή στιγμή όπου τα βλέπω όλα καθαρά. Είναι η στιγμή κατά την οποία φεύγω από την υποκειμενική ματιά των ηρώων μου και το βλέμμα μου πέφτει από ψηλά προς τα δρώμενα. Αυτό είναι ένα σημείο μετάβασης όπου τα πάντα γεννιούνται από την αρχή.
Για μένα κάθε μυθιστόρημα είναι η δική μου ιστορία ενηλικίωσης. Έτσι γράφοντας μαθαίνω εμένα. Μαθαίνω τους φόβους μου. Η φαντασία και οι δυνάμεις που δεν ελέγχω σε εκείνη τη φάση, μετατρέπονται σε λογοτεχνία. Εδώ δεν έχουμε κάποιο διανοητικό παιχνίδι, αλλά με το πώς μαθαίνεις να ζεις παρέα με ό,τι αγνοείς.
Πείτε μας πώς συνδυάζετε την απελπισία με τη λύτρωση σε πολλά βιβλία σας και ιδιαίτερα στο «Η ώρα του βρέφους» (μτφρ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Δώμα)
Στο βιβλίο έχουμε μια διαφορετική Αγία Τριάδα: έναν γιατρό, την κόρη του κι ένα παρατημένο βρέφος. Στην Ιρλανδία ξέρουμε πολύ καλά την άθλια θέση της ανύπαντρης μητέρας και των παιδιών που αφήνονται στη τύχη τους.
Ένα άλλο σημείο στο βιβλίο και στην προσωπική μου αν θέλετε φιλοσοφία, είναι η αινιγματική φράση του Κικέρωνα: όχι μόνο… αλλά και. Αυτή είναι η εμπειρία μου από την ανθρωπότητα: «Δεν είναι μόνο αυτό, αλλά είναι και αυτό». Ετσι δεν πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος που αντιδρά άσχημα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, δεν έχει μέσα του κάτι καλό. Αν έχουμε καθαρό βλέμμα, οι άνθρωποι μας εκπλήσσουν.
Έτσι λοιπόν όταν φέρνουν στον γιατρό το βρέφος, εκείνος το κρατά λέγοντας να μην το μάθει κανείς. Από ποιους το κρύβει; Μα από τους νόμους, την κανοναρχία που εμείς έχουμε επιβάλλει για καλό σκοπό αρχικά. Ο γιατρός που έχει χάσει την ανθρωπινότητά του, ξάφνου προβάλλει ένα φως. Έτσι μπλέκει η απελπισία με τη λύτρωση. Τίποτε δεν σε προετοιμάζει για το καλό ή το κακό.
Ποιο είναι το νόημα της αγάπης για εσάς κ. Ουίλλιαμς;
Αρχικά θα πω ότι είναι η αντίληψη του μεγέθους της ζωής μας. Η επιφοίτηση της δημιουργίας, η νοηματοδότησή της. Διερωτώμαι πολλές φορές: Γιατί αγαπάμε; Τι σημαίνει αυτό ακριβώς; Αγαπάμε ενώ δεν έχουμε να κερδίσουμε κάτι. Είναι η πίστη ότι δεν είμαστε μόνο ατομικότητες. Αλλά για να πιστέψεις στην αγάπη, πρέπει να αγαπήσεις πρώτα. Η αγάπη δεν είναι πολιτικό επιχείρημα να σας πείσω.
Επειδή είναι και ζήτημα πίστης, η πίστη ξέρετε έρχεται μαζί με την αμφιβολία. Η πίστη είναι ένα εξωλογικό φαινόμενο. Όπως και η αγάπη. Αν αναλύσεις με επιχειρήματα την πίστη και την αγάπη, μάλλον δεν έχεις νιώσει ούτε τη μία ούτε την άλλη.
Για παράδειγμα, όσον αφορά τη γραφή, γιατί περνάς ατέλειωτες ώρες πάνω σε λέξεις, για τόσο λίγα χρήματα; Είναι παράλογο σε πρακτικό επίπεδο. Σε πνευματικό επίπεδο, όμως, πιστεύεις ότι είναι το μόνο που μπορείς να κάνεις. Κι αυτό δεν εξηγείται. Όπως δεν εξηγείται επαρκώς και η ίδια η λογοτεχνία, που είναι το ανθρώπινο πνεύμα σε λέξεις.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε στην ζωή μας;
Πιστεύω να κάνουμε το καλύτερο δυνατό με ό,τι μας δίνεται. Άρα να απαντήσουμε στο ποιοι είμαστε. Να μάθουμε τι είδους δέντρο είμαστε. Από τον σπόρο, τις ρίζες, τον κορμό, τα κλαδιά, μέχρι τα ανθάκια εκεί ψηλά. Έτσι θα ξέρουμε κάποια στιγμή και τι είδους καρπούς βγάζουμε.
Niall Williams
Αυτό είναι ευτυχία
Μτφ: Κίκα Κραμβουσάνου
Εκδ. Δώμα, 2021, σελ. 478
Τιμή 20 ευρώ
Niall Williams
Τέσσερα ερωτικά γράμματα
Μτφ: Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδ. Δώμα 2024, σελ. 389
Τιμή 22 ευρώ
Niall Williams
Η ώρα του βρέφους
Μτφ: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδ. Δώμα 2025, σελ. 389
Τιμή 19 ευρώ
Comments are closed.