- Advertisement -

Η συνάντηση της μουσικής με τον χορό δεν είναι ποτέ μια απλή συνύπαρξη όταν πίσω της βρίσκεται ο Γιώργος Κουμεντάκης. Στη νέα παραγωγή του μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι», που παρουσιάζεται στις 25 και 26 Ιουλίου στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, ο καταξιωμένος συνθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του οργανισμού, μεταμορφώνει τέσσερα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη σε μουσική.
Σκοπός του είναι να συνομιλήσει με τις διαφορετικές χορογραφικές ματιές των Πατρίσιας Απέργη, Ηλία Χατζηγεωργίου και Εύας Γεωργιτσοπούλου και τη γλυπτική εγκατάσταση του εικαστικού Πέτρου Τουλούδη, συνθέτοντας μια παράσταση όπου η μνήμη, ο χρόνος και η επιθυμία γίνονται κοινός τόπος. Με αφορμή την πρεμιέρα του νέου έργου, ο Γιώργος Κουμεντάκης μίλησε στα «Πρόσωπα».
Πώς προέκυψε η ιδέα για τη μελοποίηση των ποιημάτων του Καβάφη ώστε να ντύσετε μουσικά την παράσταση του μπαλέτου;
Από τα χρόνια της νεότητάς μου διάβαζα τον Καβάφη. Το έργο του δεν ήταν μόνο ένα κομμάτι της πνευματικής μου μόρφωσης, αλλά μια υψηλή μορφή ψυχαγωγίας για μένα. Στη συνέχεια, από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου στη μουσική με απασχόλησε σοβαρά ο τρόπος μελοποίησης των ποιημάτων του από τους σημαντικούς συνθέτες που καταπιάστηκαν με το έργο του.
Εδώ και πολλά χρόνια, καθώς μέσα μου δεν είχα βρει αυτό που ταιριάζει στη δική μου ανάγνωση, αναζητούσα έναν άλλο τρόπο να μελοποιηθεί ο ποιητικός του λόγος. Κάτι που να μετακινεί τη μουσική μου γλώσσα προς μια νέα κατεύθυνση, αλλά και να εκφράζει τον τρόπο που «διαβάζω» και αποκρυπτογραφώ πλέον την ποίησή του.
Έτσι προέκυψαν η επιθυμία μου και η ανάγκη μου να μελοποιήσω τα 4 ποιήματα του Καβάφη στο ιδίωμα του αμανέ.
Επιλέξατε τέσσερα ποιήματα του Καβάφη και τα μελοποιήσατε στο ιδίωμα του αμανέ. Τι σας οδήγησε σε αυτή τη συνάντηση δύο τόσο διαφορετικών, εκ πρώτης όψεως, κόσμων;
Ο αμανές ξέρετε έχει έναν μηχανισμό που μοιάζει να εμπεριέχει την εσωτερική δομή ενός ποιήματος. Ειδικά στην ποίηση του Καβάφη, μιλάμε για ποιήματα που δεν έχουν ευκολίες στη μελοποίηση, υπάρχει όμως αυτή η υπαινικτική του γραφή που εμένα προσωπικά μου φέρνει στο μυαλό μια φωνή συγκρατημένη, αλλά την ίδια στιγμή παλλόμενη, έναν ρυθμό που διαθέτει μέτρο και ταυτόχρονα την επιθυμία να το ξεπεράσει.
Αυτά τα στοιχεία με οδήγησαν στον αμανέ, όπου ο λόγος έχει δομή, αλλά ταυτόχρονα και αποσπασματικότητα, οι λέξεις φέρουν εντός τους τη μνήμη, αλλά και την κραυγή, την πίκρα και την ήττα. Ολα αυτά τα στοιχεία με οδήγησαν στη δημιουργία ενός σύνθετου έργου που δεν είναι μόνο μουσικό θέατρο, ούτε μόνο χορός, αλλά κάτι που τα περιέχει όλα. Στην παράσταση, οι χορευτές μας ερμηνεύουν οι ίδιοι και τη μουσική, μαζί με τα μουσικά σύνολα και τους σολίστ – έτσι η μουσική γίνεται κραυγή, ο λόγος κυριαρχεί.
Στα έργα αυτά ο Καβάφης γίνεται περισσότερο λογοτεχνία ή μουσικό υλικό;
Πιστεύω ότι στο έργο μας, ο λόγος του Καβάφη γίνεται μουσικό υλικό. Και ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ποίησή του δεν έχει ανάγκη τη μουσική για να υπάρξει, εντούτοις θεωρώ ότι με τον τρόπο που έχει μελοποιηθεί, δίνει στην ποίηση τον πρώτο λόγο.
Η ποίηση καθορίζει όλη τη δραματουργία του έργου μας. Η μελοποίηση έχει γίνει με τρόπο που δημιουργεί μια κοινή πράξη στην παράστασή μας. Ολοι οι συμμετέχοντες επί σκηνής, συνυπάρχουν, συν-δημιουργούν και ερμηνεύουν από κοινού τη μουσική.
Ο τίτλος «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» παραπέμπει στην επιθυμία, στην απουσία αλλά και στην εγγύτητα. Τι σημαίνει προσωπικά για εσάς αυτή η φράση;
Ο στίχος αυτός είναι η ουσία του έργου. Είναι η φράση που αποκρυσταλλώνει την πρόθεση να δημιουργηθεί αυτό το έργο και λειτουργεί ως μια ισχυρή συγκολλητική ουσία για όλη την ομάδα μας.
Στον στίχο αυτό μπορεί κανείς να βρει τις απαντήσεις για την ποίηση, τον ρόλο της σήμερα, για την εποχή του Καβάφη σε σχέση με τη σημερινή εποχή, αλλά και να αναγνωρίσει τα διαχρονικά ζητήματα που απασχολούσαν και θα απασχολούν τον άνθρωπο.
Ο έρωτας, η απόσταση, ο χρόνος, η επιθυμία, η απόρριψη, το πάθος, η ερωτική έλξη, τα απωθημένα είναι οι έννοιες που έρχονται πάντα στο μυαλό μου διαβάζοντάς τον στίχο αυτό.
Σε αυτή την παραγωγή η μουσική δεν συνοδεύει απλώς τον χορό, αλλά μοιάζει να αποτελεί ισότιμο δραματουργικό πυρήνα. Η μουσική προηγήθηκε ή μεταβαλλόταν μέσα από τον διάλογο με τις χορογραφίες;
Το μουσικό μέρος δημιουργήθηκε πρώτο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το οικοδόμημα του έργου είναι η μουσική. Φυσικά, στη συνέχεια η μουσική δόθηκε στους χορογράφους για να δημιουργήσουν τη χορογραφική/κινησιολογική της απόδοση. Και φυσικά η μουσική όρισε την σκηνογραφία και την ενδυματολογία.
Η διαδικασία αυτή ήταν ανοιχτή και η ομάδα όλων των δημιουργών καθόρισε το τελικό αποτέλεσμα. Είναι πολύ σημαντικό για μένα το γεγονός ότι λειτουργούμε ως ομάδα. Ο καθένας φέρει την προσωπικότητά του, την ταυτότητά του, αλλά ταυτόχρονα όλοι είμαστε ανοιχτοί να ακούσουμε, να αφουγκραστούμε τον άλλο και στο τέλος να μετακινηθούμε και να συνδημιουργήσουμε.
Πόσο διαφορετικά ακούτε τη μουσική σας όταν τη βλέπετε να γίνεται σώμα και κίνηση όπως τώρα;
Αυτό που πάντα με ενδιαφέρει είναι να γίνει η μουσική το όχημα για να αναπτυχθεί με ασφάλεια πάνω σε αυτό η σωματική έκφραση. Η μουσική είναι ανοιχτή σε ερμηνείες και αφήνει στην κίνηση την ελευθερία ακόμα και να την τσαλαπατήσει ή να τη φθάσει στα όρια της έκφρασης.
Αυτό που μπορεί να κάνει ένα σώμα, δεν μπορεί να το κάνει ένας μουσικός, γιατί ο χορευτής εκφράζεται μέσω της σωματικότητας. Όσο πιο ανοιχτοί είμαστε τόσο αυτά τα δύο σύμπαντα έρχονται κοντά, τόσο η κίνηση επεμβαίνει στην ερμηνεία του μουσικού έργου, με έναν απολύτως αναπάντεχο τρόπο, μπροστά στα μάτια του θεατή, πάνω στη σκηνή.
Στο έργο συνυπάρχουν η επιθυμία, η απουσία και η ανάμνηση. Θεωρείτε ότι αυτά τα τρία στοιχεία αποτελούν διαχρονικούς άξονες της ανθρώπινης εμπειρίας;
Οι τρεις αυτές τόσο συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις, δεν είναι μόνο οι άξονες της ανθρώπινης εμπειρίας, είναι το σκληρό, αλλά τόσο ποιητικό σύμπαν του Καβάφη.
Στηριζόμενος πάνω σε αυτές και μέσα από επίπονες διαδρομές στο μυαλό και την ψυχή, αισθάνομαι ότι συνέθεσα έναν μουσικό κόσμο που φέρει εντός του τον Καβάφη, έναν κόσμο που δίνει ήχο στην απουσία και την απόγνωση, δίνει κίνηση στην επιθυμία.
Η παράσταση φέρνει σε διάλογο μουσική, ποίηση, χορό και εικαστική δημιουργία. Τι μπορεί να προκύψει όταν καμία τέχνη δεν κυριαρχεί πάνω στην άλλη;
Όταν οι δημιουργοί ενός παραστατικού θεάματος λειτουργούν ισότιμα και με ειλικρίνεια προκύπτει η τόσο σπάνια και πολυπόθητη ισορροπία. Αυτό είναι και το βασικό στοιχείο που μου λείπει όταν βλέπω παραστάσεις τα τελευταία χρόνια.
Αν καταφέρουμε να μεταδώσουμε στους θεατές την αίσθηση της ισορροπίας, πιστεύω θα έχουμε επιτύχει τον βασικό μας στόχο. Από τις πρόβες μας, αλλά και από τις δύο παραστάσεις που δώσαμε στο SNF Nostos Festival του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, αισθάνομαι ότι όλα έχουν πάρει τη θέση τους, η συνομιλία είναι οργανική και το σύνολό μας ενιαίο και αδιάσπαστο. Ανυπομονώ να δω πώς θα λειτουργήσει αυτή η σχέση στην Καλαμάτα, μπροστά σε ένα εξαιρετικά εκπαιδευμένο κοινό, στο σημαντικότερο ελληνικό φεστιβάλ για την τέχνη του χορού.
Ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, θεωρείτε ότι τέτοιες παραγωγές αποτυπώνουν το στίγμα που θέλετε να δώσει ο οργανισμός;
Η παράσταση «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» αποτυπώνει και εκφράζει κάτι ιδιαίτερο και αναπάντεχο. Κάτι που δεν θα μπορούσα να είχα κάνει πριν από 20 χρόνια. Αισθάνομαι ότι με αυτή την παράσταση αρχίζει να διαγράφεται ένα νέο είδος, όπου οι λέξεις των ποιημάτων, το μουσικό θέατρο, ο χορός και η νέα εικαστική σκηνογραφική γλώσσα συνομιλούν ισότιμα, ανοίγοντας ένα νέο δρόμο πέρα και πάνω από τα τετριμμένα των παραστατικών τεχνών.
Το έργο αυτό αντανακλά μια ιδιαίτερη προσωπική μου στιγμή και φέρει πράγματα που σκέφτομαι και μελετώ πολλά χρόνια. Είμαι ευτυχής γιατί βρήκα τους κατάλληλους συνεργάτες και τις κατάλληλες συνθήκες για να φτιάξουμε κάτι τέτοιο. Και πιστεύω ότι σε αυτή τη στιγμή, το κοινό θα το εκτιμήσει και θα το κατανοήσει όπως πρέπει.
Comments are closed.