- Advertisement -

Τι είναι λαΐκό (τραγούδι) σήμερα;

Τι είναι λαΐκό (τραγούδι) σήμερα;
1

- Advertisement -

Όσο απλό και άμεσο είναι ένα λαϊκό τραγούδι όταν το ακούμε, τόσο σύνθετο και δύσκολο αποδεικνύεται να συμφωνήσουμε στο τι ακριβώς σημαίνει ο ορισμός του. Αποτελεί διαχρονικά τον καθρέφτη της ελληνικής κοινωνίας, ωστόσο ο ακριβής προσδιορισμός του στις μέρες μας παραμένει ένα σύνθετο ζήτημα που πυροδοτεί έντονες συζητήσεις.

Μέσα από τις τοποθετήσεις ανθρώπων της μουσικής πράξης και της έρευνας, γίνεται σαφές ότι η έννοια του «λαϊκού» δεν είναι στατική αλλά μεταβάλλεται ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της κάθε εποχής.

Αυτή η διαπίστωση γεννά μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τη φύση, τη δομή και το μέλλον του είδους. Πώς προσδιορίζεται το λαϊκό σήμερα, όταν ο όρος φαίνεται να έχει αλλοιωθεί ή να χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως εμπορική ταμπέλα από τις δισκογραφικές εταιρείες;

Συνδέεται απαραίτητα με τις κατώτερες κοινωνικές ομάδες, τη φτώχεια και τις βιοτικές στερήσεις, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, ή αφορά ένα ευρύτερο κοινό που ξεπερνά τις ταξικές γραμμές; Ποιος είναι ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης και της τηλεόρασης στη διαμόρφωση του γούστου;

Είναι η μαζική κατανάλωση στις μεγάλες πίστες επαρκές κριτήριο για να χαρακτηριστεί ένα έργο λαϊκό, ή μήπως η αυθεντικότητα κρίνεται τελικά από την αντοχή στον χρόνο και την κάλυψη μιας πραγματικής ψυχικής ανάγκης; Ενα άλλο κεντρικό ερώτημα αφορά τη μορφή, τις προσμείξεις και την εξέλιξη της παράδοσης.

Απαιτεί το λαϊκό τραγούδι την προσκόλληση σε αυστηρές, ακίνητες φόρμες, συγκεκριμένα όργανα όπως το μπουζούκι και παραδοσιακούς ρυθμούς; Ή αντίθετα, οφείλει να είναι ανοιχτό σε παγκόσμιες μελωδικές επιρροές, νεωτερισμούς και σύγχρονες στιχουργικές προσεγγίσεις για να παραμείνει ζωντανό;

Συνεχίζουν να γράφονται αυθεντικά λαϊκά τραγούδια σήμερα και για ποιους λόγους αυτά δυσκολεύονται μερικές φορές να φτάσουν στο ευρύ κοινό;

Μήπως η σύγχρονη παραγωγή έχει εγκλωβιστεί αποκλειστικά στη διασκεδαστική της πλευρά, αφήνοντας ακάλυπτο το εξίσου σημαντικό, λυτρωτικό και παρηγορητικό σκέλος του λαϊκού τραγουδιού; Η συζήτηση για το τι είναι λαϊκό τραγούδι σήμερα κινείται διαρκώς σε μια γκρίζα ζώνη, όπου κάθε απόλυτη απάντηση μοιάζει ταυτόχρονα σωστή και λανθασμένη.

Παναγιώτης Κουνάδης

ερευνητής – συλλέκτης

Καλοσύνη και αποδοχή κάνουν ένα έργο λαϊκό

Οι δύο βασικοί άξονες του λαϊκού τραγουδιού ήταν η παραγωγή και η  αποδοχή, από συγκεκριμένα στρώματα του λαού, όχι απαραίτητα από όλα. Σήμερα, βέβαια, υπάρχουν κοινωνικά στρώματα υποταγμένα στη βλακεία, όμως τραγούδια θα γράφονται πάντοτε.

Ακόμα και στις πιο άγριες ιστορικές περιόδους, υπήρχαν και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα δουλεύουν για το κοινό καλό. Στη μουσική, η καλοσύνη ενός δημιουργού και η αποδοχή του από τον περίγυρό του είναι επαρκή στοιχεία για να κατοχυρώσουν ένα έργο ως λαϊκό.

Όταν ένα έργο γίνεται αποδεκτό από ευρύτατα στρώματα και όχι από θορυβώδεις μειοψηφίες, τότε ανήκει στον λαό. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, η τηλεόραση να μας επιβάλλει π.χ. έναν όμορφο, τρυφερό καλλιτέχνη που κουνάει τα χέρια του και λέει ηλιθιότητες, και εμείς να δεχτούμε ότι αυτό είναι το ελληνικό τραγούδι επειδή έτσι προβάλλεται.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ένας άνθρωπος αγράμματος – πήγε  τέσσερις τάξεις δημοτικού – έγραψε πριν από οκτώ δεκαετίες ένα τραγούδι για τους πρωθυπουργούς και τη Βουλή, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα υπέροχο.

Τα ρεμπέτικα είναι, φυσικά, λαϊκά τραγούδια, αποτελούν μια συγκεκριμένη κατηγορία τους. Το λαϊκό τραγούδι έχει πολλές εκδοχές από τότε που εμφανίστηκε, τον 19ο αιώνα, ως δημοτικό.

Ήταν το τραγούδι των ανθρώπων της υπαίθρου, και όταν εκείνη η περίοδος τελείωσε και ο κόσμος μεταφέρθηκε στις πόλεις, δημιούργησε ένα άλλο είδος, το ρεμπέτικο. Μετά τον πόλεμο, επειδή το ρεμπέτικο είχε κυνηγηθεί, ορισμένοι συνθέτες λανσάρισαν τον όρο «λαϊκό» για να ξεφύγουν από τις διώξεις, αν και στην πραγματικότητα έγραφαν ρεμπέτικα.

Το λαϊκό τραγούδι δεν απαιτεί μια αυστηρή, ακίνητη φόρμα. Η ορχήστρα αλλάζει ανάλογα με την εποχή και τη χώρα. Το ρεμπέτικο, επειδή κινήθηκε σε βάθος 150 χρόνων, όπου υπήρχαν Ελληνες, από τη Μικρά Ασία και την Αμερική μέχρι την Ελλάδα, χρησιμοποίησε τεράστια ποικιλία οργάνων.

Σε μια έρευνα που κάναμε, εντοπίσαμε πάνω από διακόσιες μορφές ορχήστρας σε 1.200 καταγεγραμμένα τραγούδια. Αυτό συνέβη επειδή οι επικεφαλής τότε, τόσο στο ρεμπέτικο όσο και στο δημοτικό ή το ελαφρό, ήταν σπουδαίοι μουσικοί με γνώσεις και ταλέντο, όπως ο Τούντας, ο Σκαρβέλης, ο Σέμσης και ο Περιστέρης.

Επιπλέον, το λαϊκό είναι απολύτως ανοιχτό σε προσμείξεις. Σήμερα μιλάμε για την παγκόσμια κίνηση των μελωδιών. Εχουμε εντοπίσει μελωδίες που πέρασαν στην ελληνική δισκογραφία από την Κίνα, τη Ρωσία ή τη Βραζιλία, ενώ μια μελωδία του Τούντα (Εγώ θέλω πριγκιπέσσα) υπάρχει σε 23 χώρες.

Σήμερα το είδος συνεχίζει να ζει, καθώς ετοιμάζεται το τρίτο φεστιβάλ ρεμπέτικου με τη συμμετοχή εκατό ορχηστρών νέων παιδιών. Τα τραγούδια που καταναλώνονται τώρα στις μεγάλες πίστες θα κριθούν από τον χρόνο, όμως τα αυθεντικά λαϊκά, όπως εκείνα που επιλέξαμε, για παράδειγμα, με τη Χαρούλα Αλεξίου το 1983 για τον δίσκο «Τα τσίλικα», που πούλησε εκατό χιλιάδες αντίτυπα, έχουν μέσα τους μια μοναδική, διαχρονική λαϊκότητα και θα ζουν για πάντα.

Δήμητρα Γαλάνη

συνθέτρια – ερμηνεύτρια

Ο χρόνος είναι ο απόλυτος κριτής

Το τι ορίζεται ως λαϊκό τραγούδι σήμερα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τι εννοεί ο καθένας, καθώς με το πέρασμα των ετών ο όρος αυτός έχει κάπως αλλοιωθεί.  Αυθεντικό λαϊκό τραγούδι είναι εκείνο που διαθέτει ένα πολύ μεγάλο βεληνεκές.

Είναι το έργο εκείνο που καταφέρνει να μιλήσει κατευθείαν στην καρδιά του κόσμου, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο λαός να το υιοθετήσει, να το κάνει δικό του και να το αγαπήσει αληθινά. Δεν ορίζω το λαϊκό τραγούδι με στενούς μουσικούς όρους, ούτε πιστεύω ότι πρέπει οπωσδήποτε να ακούγεται ένα μπουζούκι για να χαρακτηριστεί έτσι. Δυστυχώς, στην Ελλάδα υπάρχει έντονα η νοοτροπία να βαφτίζουμε λαϊκό οτιδήποτε έχει απλώς ένα ανάλογο παραδοσιακό άκουσμα.

Όμως, στην πραγματικότητα, λαϊκά τραγούδια είναι οι μεγάλες, διαχρονικές επιτυχίες που φτάνουν πολύ μακριά ως μήνυμα και περνάνε βαθιά μέσα στην ψυχή της κοινωνίας. Το αν ένα τέτοιο τραγούδι είναι καλό ή κακό, καθώς και η συνολική διάρκεια της ζωής του, αποτελεί μια άλλη, τεράστια κουβέντα. Υπάρχουν ορισμένα λαϊκά τραγούδια που είναι κυριολεκτικά αιώνια, όπως για παράδειγμα εκείνα που μας χάρισε ο Βασίλης Τσιτσάνης.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν τραγούδια που γίνονται απλώς της μόδας, μετατρέπονται σε εφήμερες μεγάλες επιτυχίες και τελικά εξαφανίζονται εντελώς ύστερα από μερικούς μήνες. Ολα είναι θέμα πρόθεσης του δημιουργού.

Όταν ένα κομμάτι κατασκευάζεται εσκεμμένα με μοναδικό σκοπό να καταναλωθεί γρήγορα από το κοινό, στερείται της εγγενούς ψυχικής ανάγκης και δεν πρόκειται να αντέξει. Ο χρόνος είναι ο απόλυτος κριτής αυτής της ιστορίας και αυτός αποφασίζει για την αντοχή κάθε έργου. Αν ένα καλό τραγούδι αντέχει στον χρόνο, τότε είναι γνήσιο λαϊκό.

Γενικά, δεν τα πάω καθόλου καλά με τις ταμπέλες και τους διαχωρισμούς ανάμεσα σε λαϊκό και έντεχνο. Αυτές είναι καθαρά κατασκευασμένες έννοιες, που αποσκοπούν στην εύκολη κατανάλωση.

Ξεκίνησαν από τους Αμερικανούς και τους Εγγλέζους που κατηγοριοποιούν τις ιδέες, και προσωπικά αρνούμαι να τσιμπήσω σε αυτό το παιχνίδι. Πού μπορείς να κατατάξεις έναν πραγματικά μεγάλο καλλιτέχνη, πού να στριμώξεις για παράδειγμα τον Μπομπ Ντίλαν;

Θα του κολλήσεις την ετικέτα του φολκ ροκ; Αυτά τα σχήματα είναι τεχνητά. Υπάρχουν απλώς καλά και κακά τραγούδια, και τα καλά λαϊκά τραγούδια μεταφέρονται αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Ποιος μπορεί, αλήθεια, να ξεχάσει ποτέ τον στίχο της «Συννεφιασμένης Κυριακής»; Αυτό είναι το μόνο που πρέπει να μας απασχολεί, η ποιότητα του τραγουδιού.

Με αυτή τη λογική, το λαϊκό τραγούδι είναι απολύτως ανοιχτό σε προσμείξεις και δεν φυλακίζεται σε αυστηρές φόρμες και συγκεκριμένα όργανα. Ειδικά η Ελλάδα, που βρίσκεται γεωγραφικά και πολιτισμικά ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, έχει δεχτεί πάρα πολλές επιρροές και πολύ καλά κάνει.

Αυτή η περιοχή του κόσμου δοξάστηκε ιστορικά επειδή ακριβώς δεν είχε κανένα σύμπλεγμα. Κάθε φορά που στεκόμαστε συμπλεγματικά απέναντι στην Ανατολή ή στη Δύση, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να κάνουμε μια τρύπα στο νερό.

Οι μεγάλοι δημιουργοί, όπως ο Τσιτσάνης, αφομοίωσαν δημιουργικά και τους δύο αυτούς κόσμους για να γεννήσουν κάτι ολόφρεσκο, που ονομάστηκε ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Ποια είναι, λοιπόν, η τεράστια ειδοποιός διαφορά μας και η μοναδικότητά μας;

Η γλώσσα μας, αυτή είναι όλη η ιστορία. Όταν τιμάμε τη γλώσσα μας, χωρίς να χρειάζεται να γράφουμε περίτεχνα, το αποτέλεσμα μας δικαιώνει. Αυτό  συνεχίζεται μέχρι σήμερα από τη νεότερη γενιά δημιουργών.

Από την περίφημη πόρτα που άνοιξε κάποτε ο Διονύσης Σαββόπουλος, άρχισαν να εμφανίζονται σπουδαίοι τραγουδοποιοί που γράφουν εκπληκτικούς στίχους και όμορφα τραγούδια.

Όσο υπάρχουν δημιουργοί που τιμούν τη γλώσσα, τον ποιητικό λόγο και την παράδοση, αυτή η αλυσίδα δεν πρόκειται να σπάσει. Τα έχουμε καταφέρει περίφημα εδώ και 3,5 χιλιάδες χρόνια και εύχομαι να μην τα χαλάσουμε τώρα, στις τελευταίες δεκαετίες.

Πάνος Σαββόπουλος

μουσικός ερευνητής

Το αυθεντικό λαϊκό εκφράστηκε από τη φωνή του Καζαντζίδη

Το αν γράφονται σήμερα λαϊκά τραγούδια είναι μια ερώτηση που δεν επιδέχεται μια απλή απάντηση, γιατί πολύ απλά δεν θεωρώ σωστό να δώσω έναν απόλυτο ορισμό για το τι σημαίνει «λαϊκό». Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Βασίλη Σμάνη, έναν σπουδαίο μουσικό και επιστήμονα, ο οποίος μου είχε πει ότι στο θέμα το συγκεκριμένο ο καθένας λέει ό,τι θέλει.

Συμφώνησα αμέσως μαζί του. Υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι που, με καλή διάθεση, θέλουν να ψάξουν το ρεμπέτικο, όμως συχνά λένε διάφορους ορισμούς χωρίς να έχουν την ανάλογη παιδεία. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, βλέπουμε και τη νεολαία, η οποία έχει μεγαλώσει με τα κινητά, να θεωρεί ότι επειδή είδε κάτι γραμμένο σε ένα χαρτί, αυτό αποτελεί και την απόλυτη αλήθεια.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν υπάρχει κανένας ορισμός που να τον ακούμε και να τον υπακούμε τυφλά. Αυτό συμβαίνει και με τη λέξη «λαϊκό» η οποία έχει αρχαιοελληνική καταγωγή (λαός).

Στη μουσική, ο όρος άρχισε να εμφανίζεται ουσιαστικά μετά το 1900 και αφορούσε δημιουργήματα που έκαναν απλοί, αμόρφωτοι άνθρωποι. Το ρεμπέτικο, για παράδειγμα, αποτελεί ένα «υπο-θυλάκιο» της γενικότερης έννοιας του λαϊκού, ακριβώς επειδή συνδέεται με ανθρώπους χαμηλού εισοδήματος.

Όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, θυμάμαι ότι υπήρχαν «λαϊκά παπούτσια» με πολύ χαμηλές, καθορισμένες τιμές, όπως υπάρχει η λαϊκή αγορά ή ακόμα και το Λαϊκό Νοσοκομείο. Το λαϊκό, λοιπόν, ως έννοια, ήταν πάντα στενά συνδεδεμένο με τις κατώτερες κοινωνικές ομάδες.

Φυσικά, υπήρχαν πάντα και εξαιρέσεις. Τη δεκαετία του ’30, ο σπουδαίος Γιοβάν Τσαούς, σ’ ένα από τα δώδεκα αριστουργήματά του, περιέγραφε πώς οι αριστοκράτες παραπονιούνταν που δεν τους έφεραν χασίσι από την Πόλη.

Μάγκες, αριστοκράτες, πλούσιοι, βιομήχανοι, ως και τα ανφά γκατέ (παραπονιούνται οι μάγκες μας και οι αριστοκράτες όλοι / Πού δεν τους φέρνουνε να πιουν μαυράκι από την Πόλη) πήγαιναν στον τεκέ για να ακούσουν το μπουζούκι και για να μαστουριάσουν.

Όμως αυτό δεν χαρακτήριζε το είδος. Είναι πάντως ειρωνικό ότι τα εγγόνια εκείνων που τότε καταδίωκαν το ρεμπέτικο, σήμερα δηλώνουν φανατικοί εραστές του λαϊκού σκυλάδικου και ξοδεύουν όλα τα λεφτά τους εκεί.

Για μένα, το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι καθορίστηκε τη δεκαετία του ’50 και εκφράστηκε μέσα από τη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη. Ηταν τραγούδια που δημιουργούνταν από πραγματική ανάγκη και όχι «κατασκευές» για να εξυπηρετούν τη νύχτα, όπως τα μεταγενέστερα σκυλάδικα. Μιλούσαν για την προσφυγιά, τη μετανάστευση, τη φτώχεια και την κοινωνική περιφρόνηση. Τότε ο κόσμος ζούσε στερημένα, δεν υπήρχαν διακοπές.

Σήμερα, αντίθετα, ζούμε σε μια εποχή υπερκατανάλωσης, όπου μια γυναίκα μπορεί να έχει ήδη 237 φορέματα και να βγαίνει έξω για να αγοράσει το 238ο. Ενα χαρακτηριστικά λαϊκό τραγούδι της εποχής που τραγούδησε ο Στελάρας του λαού (Εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες//περήφανα περπάτησα μες στης ζωής τις στράτες).

Μέσα σε αυτή τη μεταβολή, έχουν θολώσει και τα όρια στη μουσική. Σήμερα γράφονται τραγούδια που τα ονομάζουν και τα προβάλλουν ως λαϊκά – συχνά απλώς για να πουλήσουν – όμως πολύ δύσκολα θα ακούσεις αυθεντικό λαϊκό τραγούδι.

Αν κάποιος με ρωτήσει αν γράφεται σήμερα αυτό το είδος, θα του απαντήσω: «Δώσε μου εσύ τον ορισμό του σημερινού λαϊκού για να σου πω». Δεν μπορείς να φυλακίσεις σε έναν άκαμπτο όρο κάτι που αλλάζει περιεχόμενο ανάλογα με το ιστορικό συγκείμενο κάθε εποχής.

Ορέστης Ντάντος

τραγουδοποιός

Η απλότητα με την οποία μιλάς για κάτι βιωμένο

Ο δίσκος μου «Χέρια στον Θεό» είναι λαϊκός υπό μια ευρεία έννοια. Η λαϊκότητά του έγκειται αρχικά στον στίχο, όπου επέλεξα συνειδητά να είναι απλός και αφοπλιστικά άμεσος, χωρίς συμβολισμούς ή περίτεχνα λεκτικά σχήματα.

Πάντα με γοήτευαν οι στίχοι που λένε όσα θέλουν χωρίς φιοριτούρες, με τον τρόπο της απλής ομιλίας. Είναι τεράστιο στοίχημα για έναν δημιουργό να εκφράσει με καθημερινό λόγο θέματα χιλιοτραγουδισμένα, όπως ο έρωτας και ο χρόνος, με τρόπο που να έχει πρωτοτυπία. Στη μουσική, αντίθετα, αφέθηκα ελεύθερος σε νεωτερισμούς. Δεν ακολούθησα συγκεκριμένες φόρμες, αλλά έμπλεξα τις δικές μου μουσικές εμμονές με όλο τον θησαυρό του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού που κουβαλάω μέσα μου από τα παιδικά μου χρόνια.

Οδηγήθηκα στη δημιουργία αυτού του δίσκου επειδή ένιωσα ότι με το τραγούδι «Τακούνια για καρφιά» είχα ανοίξει έναν δρόμο που μπορούσε να με πάει ένα βήμα παρακάτω. Η αρχική σκέψη ήταν ένας δίσκος με λαϊκά τραγούδια όπως τα καταλαβαίνει ένας άνθρωπος που δεν έχει ασχοληθεί στενά με το είδος, μοιράζοντάς τα αποκλειστικά με λαϊκές φωνές της νέας γενιάς.

Με αυτή την έννοια, γράφονται τραγούδια συνεχώς σήμερα. Δεν ξέρω αν κάποια από αυτά δεν φτάνουν στο ευρύ κοινό λόγω των νέων συνθηκών, αλλά σίγουρα αυτό που ο πολύς κόσμος αναγνωρίζει σήμερα ως λαϊκό, το καρπώνεται κυρίως το τραγούδι της πίστας. Λείπει ένα πραγματικά λαϊκό τραγούδι που να αφορά πολύ κόσμο, έχοντας όμως ουσιαστικό βάθος και ψυχή.

Αν μιλάμε για ένα τραγούδι που ακολουθεί τις παλιές νόρμες, τότε ναι, το λαϊκό απαιτεί αυστηρή φόρμα. Ο μέσος ακροατής έχει ανάγκη την οικειότητα ενός ζεϊμπέκικου ή ενός τσιφτετελιού. Ομως, πάρα πολύ συχνά έχουν υπάρξει τραγούδια που άγγιξαν το ευρύ λαϊκό αίσθημα με δύσκολους στίχους και περίτεχνες μουσικές προσεγγίσεις.

Σκεφτείτε τους στίχους του Αλκαίου στη «Ρόζα», τη μουσική του Μαμαγκάκη στο «Οχι μαζί» ή το «Τρελή κι αδέσποτη» του Ξυδάκη. Η βαριά βιομηχανία αυτής της χώρας είναι το τραγούδι, και ο κόσμος, επειδή είναι φορέας μιας απίστευτης παράδοσης, διαθέτει υψηλό αισθητήριο και μπορεί να αγαπήσει ακόμα και απαιτητικές εκδοχές.

Καλούμαστε λοιπόν να ανανεώσουμε το είδος δείχνοντας γενναιότητα στο καινούργιο. Ο μεγάλος Μίκης Θεοδωράκης έβαλε τον απλό κόσμο να τραγουδάει το «οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων». Ο δρόμος είναι ανοιχτός.

Σε τελική ανάλυση, αυτό που χρειάζεται ένα βαθιά λαϊκό έργο δεν είναι η λαϊκή φόρμα, αλλά η απλότητα με την οποία ο δημιουργός μιλάει για κάτι βιωμένο, χωρίς ίχνος σκοπιμότητας. Μιλάω για το τραγούδι που βγαίνει από πραγματική ψυχική ανάγκη, σε αντιδιαστολή με τα κατασκευασμένα τραγούδια τακτικής.

Το λαϊκό τραγούδι είναι ζωντανό, οπότε σαφώς δέχεται προσμείξεις, αποτελώντας τη συνέχεια της παράδοσης. Σήμερα η ζυγαριά γέρνει επικίνδυνα προς τη διασκεδαστική πλευρά και όχι στη λυτρωτική του πλευρά. Αυτό το κενό πρέπει να καλυφθεί, διότι το τραγούδι χρειάζεται και τα δύο αυτά πόδια για να σταθεί όρθιο.

- Post Down -

Comments are closed.