- Advertisement -

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Μια νέα ανάγνωση της ελληνικής πεζογραφίας

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Μια νέα ανάγνωση της ελληνικής πεζογραφίας
1

- Advertisement -

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (Αθήνα, 1959) αποτελεί μία από τις πλέον έγκυρες και επιδραστικές μορφές της σύγχρονης νεοελληνικής κριτικής. Η παρουσία του στα γράμματα εκτείνεται σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, αρχίζοντας το 1978 με τη δημοσίευση ενός σύντομου δοκιμίου για τον Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο στο περιοδικό Τομές [1975-1982] το οποίο διηύθυνε ο ποιητής Δημήτρης Δούκαρης.

Από τότε έχει αναπτύξει ένα εκτεταμένο και συνεκτικό κριτικό έργο, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ερμηνεία, αξιολόγηση και ανάδειξη της νεοελληνικής πεζογραφικής αλλά και ποιητικής παραγωγής μέσα από τις παρεμβάσεις του στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, καθώς και από τις μελέτες του.

Σε μια εποχή κατά την οποία η κριτική συχνά παραμένει επιφανειακή και κατακερματισμένη, ο ίδιος επιλέγει την εις βάθος ανάγνωση, χωρίς να αποφεύγει την κρίση. Παράλληλα, δεν διστάζει να αναθεωρεί παγιωμένες αντιλήψεις και να επανεξετάζει έργα και συγγραφείς με νέο βλέμμα.

Το έργο του χαρακτηρίζεται από ισορροπία και συνέπεια, στοιχεία που του επιτρέπουν να διατηρεί μια καθαρή και τεκμηριωμένη θέση. Αυτή η σταθερή κριτική στάση αποτελεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο εδράζεται και το πρόσφατο βιβλίο του, Τα χρώματα του κύβου.

Σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας, 1866-2023 [Πατάκης 2025] ένα έργο που επιχειρεί να ανασυνθέσει την εικόνα της νεοελληνικής αφηγηματικής παραγωγής με τρόπο συνολικό και ταυτόχρονα κριτικό.

Κεντρική ιδέα του βιβλίου  αποτελεί η μεταφορά του «κύβου». Ο κύβος, με τις πολλαπλές του έδρες, λειτουργεί ως σχήμα που αποτυπώνει την πολυπλοκότητα της λογοτεχνικής εξέλιξης.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, στην εισαγωγή του, επισημαίνει ότι τα Χρώματα του κύβου δεν επιδιώκουν να συγκροτήσουν μια ενιαία και αιτιολογικά συνεκτική αφήγηση της ελληνικής πεζογραφίας, ούτε να χαράξουν μια γραμμική πορεία της μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Αντίθετα, η ελληνική πεζογραφική παραγωγή παρουσιάζεται ως ένα πολυφωνικό πεδίο, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές, συχνά μάλιστα αντικρουόμενες, αισθητικές τάσεις και αφηγηματικές πρακτικές.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Χατζηβασιλείου επιχειρεί να εντοπίσει τους προδρόμους νεότερων αφηγηματικών τεχνικών και τους θεματικούς προγόνους της σύγχρονης πεζογραφίας.

Αξιοποιώντας την ιστορική απόσταση που τον χωρίζει από τα εξεταζόμενα έργα, επανεκτιμά τα εκφραστικά τους μέσα και τα αφηγηματικά τους εργαλεία, επιχειρώντας να αναδείξει τόσο τις αρετές και τη διαχρονική τους σημασία όσο και τις ενδεχόμενες αδυναμίες ή τους περιορισμούς τους.

Στην πρώτη έδρα του κύβου, την οποία ο συγγραφέας ονομάζει συμβατικά «κόκκινη», παρακολουθούμε τη μετάβαση από την ιστορική φαντασία και το αστικό μυθιστόρημα προς τον αστικό ρεαλισμό.

Αφετηρία της διαδρομής αποτελούν ο Εμμανουήλ Ροΐδης και η διαχρονική σημασία της Πάπισσας Ιωάννας, έργου που εξακολουθεί να διατηρεί την επικαιρότητά του χάρη στον παιγνιώδη αφηγηματικό του χαρακτήρα και την αιχμηρή ειρωνεία του.

Από κει και πέρα, η συζήτηση επεκτείνεται σε ζητήματα άρρηκτα συνδεδεμένα με κορυφαίες μορφές της νεοελληνικής πεζογραφίας: στις ιδεολογικά φορτισμένες αναγνώσεις που συνόδευσαν το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στη διεισδυτικότητα και την πνευματική οξύτητα του Μιχαήλ Μητσάκη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση για μια νέα ανάγνωση των πεζών του ηπειρώτη Κώστα Κρυστάλλη, απαλλαγμένη από τα παραδοσιακά ερμηνευτικά σχήματα της ηθογραφίας και της λαογραφίας, ώστε να αναδειχθούν ευρύτερες αισθητικές και ιδεολογικές διαστάσεις του έργου του.

Η «πράσινη» έδρα του κύβου αφιερώνεται στην ηθογραφία της καθημερινότητας και στον νατουραλισμό, δύο ρεύματα που άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη διαμόρφωση της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, του οποίου η πεζογραφία συνδυάζει τον έντονο ταξικό προβληματισμό και τον σαφή κοινωνικοπολιτικό προσανατολισμό με μια αδιαπραγμάτευτη καλλιτεχνική ποιότητα.

Ο συγγραφέας αναδεικνύει πώς ο Θεοτόκης κατόρθωσε να ενσωματώσει τις ιδεολογικές του ανησυχίες στη λογοτεχνική δημιουργία χωρίς να υποτάξει την αισθητική αξία του έργου του σε πολιτικές σκοπιμότητες, διατηρώντας ακέραιη τη δύναμη και τη γνησιότητα της αφηγηματικής του τέχνης.

Η «κίτρινη» έδρα του κύβου επικεντρώνεται στους πεζογράφους που, με διαφορετικούς τρόπους και αφετηρίες, προετοίμασαν το έδαφος για τη λογοτεχνική ανανέωση της γενιάς του 1930. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Φώτης Κόντογλου, ο οποίος συνδύασε τη μοντερνιστική ευαισθησία με τη βαθιά προσήλωση στην παράδοση, διαμορφώνοντας ένα ιδιότυπο αισθητικό και ιδεολογικό στίγμα.

Την ίδια διαδρομή συμπληρώνει ο Στράτης Μυριβήλης, του οποίου το έργο αποκαλύπτει τόσο τις αντιφάσεις όσο και τις δημιουργικές δυνατότητες της εποχής του.

Μια ακόμη διακριτή ενότητα, η «μπλε» έδρα, αφορά τους πεζογράφους της γενιάς του 1930 και το αίτημα μιας συνολικής αποτίμησης του μοντερνισμού τους.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η χαρτογράφηση ενός μοντερνισμού που στην πεζογραφία εμφανίζεται συχνά καθυστερημένος σε σχέση με την ποίηση, αλλά και η διερεύνηση των αποκλίσεων και των συγκλίσεων που παρουσιάζουν τα επιμέρους έργα σε σχέση με το ευρύτερο συλλογικό σχήμα.

Στο πλαίσιο αυτό τίθενται κρίσιμα ερωτήματα για τις εσωτερικές αντιφάσεις με τις οποίες αναμετράται ο μη μοντερνιστής στην πρόθεσή του αλλά εξαιρετικά δημοφιλής Μ. Καραγάτσης στα μυθιστορήματά του, καθώς και για τα όρια στα οποία φτάνει το ονειρικό και ποιητικό στοιχείο στο έργο της εκ πεποιθήσεως μοντερνίστριας Μέλπως Αξιώτη.

Η «μοβ» έδρα μετατοπίζει το βλέμμα στη μεταπολεμική πεζογραφία, σε ένα πεδίο πιο οικείο στον σύγχρονο αναγνώστη, όπου εξετάζονται οι σύνθετες σχέσεις μύθου και ιστορικής πραγματικότητας στο έργο του Ρένου Αποστολίδη, η ισορροπία ρεαλισμού και μοντερνιστικών τάσεων στα πεζά του Νίκου Καββαδία, καθώς και η σύζευξη πολιτικής ηθικής, ιστορικής εμπειρίας και αλληγορικού λόγου στα μυθιστορήματα του Αντρέα Φραγκιά.

Στο ίδιο πεδίο εντάσσονται και οι διαφορετικές φάσεις της πεζογραφικής διαδρομής του Νίκου Μπακόλα, ενός συγγραφέα στον οποίο, σύμφωνα με τον Χατζηβασιλείου, οι νεότερες γενιές λογοτεχνών οφείλουν σημαντικά στοιχεία της αφηγηματικής τους παιδείας.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει το εμβληματικό μυθιστόρημά του Η Μεγάλη Πλατεία, έργο που ανανέωσε ουσιαστικά την ελληνική πεζογραφία μέσα από τη σύνθετη αφηγηματική του δομή, την πολυφωνία και την πρωτότυπη διαχείριση της ιστορικής μνήμης.

Εξίσου σημαντική είναι η αναφορά στον Στρατή Τσίρκα. Ο Χατζηβασιλείου επισημαίνει ότι ο Τσίρκας διαλέγεται δημιουργικά με τον μοντερνισμό, χωρίς ωστόσο να περιορίζεται από τις αρχές ή τις επιταγές του. Αντίθετα, αξιοποιεί ποικίλα αφηγηματικά μέσα, τεχνικές και λογοτεχνικά είδη, διαμορφώνοντας ένα έργο ανοιχτό σε πολλαπλές επιρροές και αναζητήσεις.

Στο επόμενο μέρος εξετάζεται η πρώιμη πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου, με έμφαση στην εκφραστική τόλμη και την πρωτοτυπία της. Ο Ιωάννου αναδεικνύεται ως ένας συγγραφέας που εισήγαγε νέους τρόπους αφήγησης και προσωπικής μαρτυρίας, μεταφέροντας στο λογοτεχνικό πεδίο βιώματα, μνήμες και εμπειρίες με αμεσότητα και αυθεντικότητα.

Η ενότητα ολοκληρώνεται με την επανεκτίμηση του έργου του Μάριου Χάκκα. Ο Χατζηβασιλείου διερευνά τα κριτήρια με τα οποία μπορεί σήμερα να αποτιμηθούν η αξία, η εμβέλεια και η διαχρονική αντοχή του έργου του, εξετάζοντας τη θέση του στη μεταπολεμική ελληνική πεζογραφία.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η προσωπική του ομολογία ότι, επιστρέφοντας στα κείμενα του Χάκκα έπειτα από χρόνια, διαπιστώνει πως η νεανική του πεποίθηση για τη σημασία του Κοινόβιου [1972] όχι μόνο δεν έχει ατονήσει, αλλά παραμένει ζωντανή και ισχυρή.

Με τους πεζογράφους της πρώιμης και ώριμης Μεταπολίτευσης εισερχόμαστε στην «πορτοκαλί» έδρα του κύβου, δηλαδή στο πιο οικείο και χρονικά εγγύτερο πεδίο της σύγχρονης πεζογραφικής παραγωγής, το οποίο περιλαμβάνει ακόμη και πολύ πρόσφατα έργα.

Σε πιο εξειδικευμένο επίπεδο εξετάζονται μεμονωμένα συγγραφικά έργα και ιδιοσυγκρασίες· οι αντιηρωικές μορφές και η στοχαστική αφήγηση του Αλέξανδρου Κοτζιά, καθώς και η σύμμειξη μύθου, ιστορίας και ονείρου στο έργο της Ρέας Γαλανάκη.

Αντίστοιχα, η πεζογραφία του Θανάση Βαλτινού αναδεικνύεται μέσα από τον πειραματισμό στις αφηγηματικές τεχνικές και τη διαπλοκή ιστορικοπολιτικής εμπειρίας και ερωτικής θεματικής, ενώ ξεχωριστή θέση κατέχει η ύστερη φάση του Χριστόφορου Μηλιώνη.

Στο ίδιο πεδίο εντάσσονται τα πρόσφατα μυθιστορήματα του Αλέξη Πανσέληνου, η διερεύνηση των γυναικείων χαρακτήρων στο ώριμο έργο της Μάρως Δούκα, μια πρόσφατη νουβέλα του Δημήτρη Νόλλα, καθώς και επιλεγμένα έργα του Νίκου Μάντη και του Χρήστου Οικονόμου.

Συνολικά, τα Χρώματα του κύβου συνιστούν ένα έργο απαιτητικό και ουσιαστικό, που υπερβαίνει τη λογική της απλής καταγραφής και κινείται σταθερά στο πεδίο της ερμηνείας και της κριτικής αναθεώρησης.

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου δεν προσφέρει μια σχηματοποιημένη ή «βολική» εικόνα της νεοελληνικής πεζογραφίας· αντίθετα, προτείνει έναν τρόπο ανάγνωσης που αναδεικνύει την πολυπλοκότητα, τις εσωτερικές εντάσεις και τις αντιφάσεις της.

Η σημασία του βιβλίου έγκειται ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση, αφού δεν αναπαράγει εδραιωμένες βεβαιότητες, αλλά τις επανεξετάζει, προτρέποντας τον αναγνώστη να προσεγγίσει εκ νέου το λογοτεχνικό τοπίο με κριτική διάθεση.

Ο Γιάννης Η. Παππάς είναι φιλόλογος, μεταφραστής και ποιητής. Είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Πάτρας και διευθύνει το ηλεκτρονικό περιοδικό www.diapolitismos.gr.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Τα χρώματα του κύβου:

Σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας 1866-2023

Εκδ Πατάκη 2025,

σελ. 424

Τιμή 24 ευρώ

- Post Down -

Comments are closed.