Οι γυναίκες στο ξεκίνημα της έκτης δεκαετίας ανησυχούν. Χάνουν τον ύπνο τους επειδή βλέπουν τον χρόνο να αφήνει τα ίχνη του στα πρόσωπά τους. Τρομάζουν όταν βλέπουν στον καθρέφτη τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια τους να δείχνει το βλέμμα τους θλιμμένο. Κι όμως, παρά τη μεμψιμοιρία τους, οι ίριδές τους εξακολουθούν να αστράφτουν από το πάθος τους να ζήσουν και να είναι ορατές.
«Κορίτσια αντισταθείτε!» φωνάζει από τις πασαρέλες η πρωταγωνίστρια του Γιώργου Λάνθιμου, Ολίβια Κόλμαν (52 ετών), ντυμένη με μαύρο δερμάτινο ταγιέρ στην πασαρέλα της Miu Miu στο Παρίσι. Η Κόλμαν περπατούσε με αυτοπεποίθηση, επιδεικνύοντας τα γκρίζα μαλλιά της και το φυσικό μακιγιάζ της, αντιστεκόμενη απέναντι στην επιθετική τάση του φαινομένου «Mar-a-Lago face».
Το «Mar-a-Lago face» είναι μία επιβεβλημένη τακτική πλαστικών επεμβάσεων που η υπερβολή τους φτάνει σε παραμόρφωση των χαρακτηριστικών, εξαλείφοντας τις λεπτομέρειες εκείνες που διαφοροποιούν ένα πρόσωπο από τα άλλα και το καθιστούν μοναδικό. Το να πει κάποιος ότι πρόκειται για απλή τάση του συρμού, μία μίμηση που συμπαρασύρει το συντηρητικό γυναικείο ακροατήριο των Ρεπουμπλικανών να απολέσει την ατομικότητά του στο όνομα της μόδας θα ήταν σφάλμα. Γιατί η μόδα είναι ένας τρόπος ζωής που υποδέχεται ποικίλες προσεγγίσεις, διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες του ίδιου θέματος.
Ομως το «Mar-a-Lago face» είναι απαίτηση. Εγκρίνει τον θρίαμβο της ομοιομορφίας με συγκεκριμένες πρακτικές: αύξηση όγκου των χειλιών, ενέσεις Botox πολλών μιλιγκράμ, αισθητικές οδοντιατρικές επεμβάσεις και διαμόρφωση της γνάθου, σε συνδυασμό με τεχνητό μαύρισμα, βαρύ μακιγιάζ, ψεύτικες βλεφαρίδες και μάτια βαμμένα έντονα με σκούρο περίγραμμα για εφέ smoky eyes συνθέτουν αυτή τη συγκεκριμένη εμφάνιση. Η ενδυματολογική της συνέχεια είναι τα εφαρμοστά σύνολα, τα ταγιέρ και τα κοστούμια με αυστηρό, γεωμετρικό κόψιμο που αναδεικνύουν ανορθωμένες και διογκωμένες από τις πλαστικές επεμβάσεις καμπύλες.
Το πρότυπο αυτής της τάσης βαφτίστηκε «Mar-a-Lago» από το θέρετρο του Τραμπ στη Φλόριντα όπου συχνάζουν οι ευνοούμενοι καλεσμένοι του. Οι αφίξεις τους και η ταυτόχρονη παρουσία τους στις εκδηλώσεις του «Mar-a-Lago» έπεισαν τους παρατηρητικούς θεατές ότι δεν είναι σύμπτωση αλλά μία νέα πολιτική του σώματος. Η οποία ήδη είχε δώσει τα πρώτα της δείγματα με την Ιβάνα Τραμπ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η πρώτη σύζυγος του τότε χρηματιστή Ντόναλντ Τραμπ έκανε δραστική μεταμόρφωση στο στυλ της και τάραξε τους κοσμικούς κύκλους της Νέας Υόρκης. Από την αλλαγή προσώπου μέσω πλαστικών επεμβάσεων της Ιβάνα Τραμπ, του οπτικού δοκιμίου που επιμελήθηκε ο Ντέιβιντ Φρίντμαν στον κατάλογο της έκθεσης Post Human (το Ιδρυμα ΔΕΣΤΕ διοργάνωσε την παρουσίασή της το 1993 στο Σπίτι της Κύπρου) στο αισθητικό ιδεολόγημα «Mar-a-Lago face» των θηλυκών εκπροσώπων του τραμπισμού, η απόσταση είναι ελάχιστη.
Μεταξύ των σημερινών δημόσιων προσώπων που διακρίνονται με το «πρόσωπο Mar-a-Lago» συγκαταλέγονται η Πρώτη Κυρία Μελάνια Τραμπ, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, η νύφη του Τραμπ, Λάρα Τραμπ. Σε δεύτερο γύρο ακολουθούν όλες οι μακρυμαλλούσες με επιτηδευμένους βοστρύχους να πλαισιώνουν το στήθος τους, οι οποίες είτε εργάζονται ως ειδικές βοηθοί επικοινωνίας που υποστηρίζουν τον αμερικανό πρόεδρο, είτε ασχολούνται με φιλανθρωπικές εκδηλώσεις υπέρ του ή ακολουθούν τις νεοσυντηρητικές αρχές του MAGA και την επιστροφή των γυναικών σε οικοκυρικά καθήκοντα.
Ωστόσο, ενώ ο πολιτικός συντηρητισμός συχνά επικαλείται την παράδοση και τις σταθερές κοινωνικές αξίες, η συγκεκριμένη αισθητική προϋποθέτει δαπανηρές τεχνολογίες και συστηματική ανακατασκευή της φυσικής εμφάνισης. Αυτό το σκόπιμα επιδεικτικό αισθητικό πρότυπο πήρε συμβολικές διαστάσεις υποδηλώνοντας πλούτο, προνόμια και ταύτιση με τον «τραμπισμό». Σαν το προσωπείο μιας σέχτας το «Mar-a-Lago face» ξεπερνά ακόμη και τα τελετουργικά δερματοστιξίας (τατουάζ) που ακολουθούσαν προνεωτερικά κλειστά κοινωνικά συστήματα για να δηλώσουν πίστη και αφοσίωση στους επικεφαλής των ομάδων τους.
Πρόσωπο – καθρέφτης
Τι αποκαλύπτει ένα πρόσωπο για την ταυτότητά του, την κοινωνική του θέση και τις ιδεολογικές επιλογές του; Ο γάλλος ανθρωπολόγος και κοινωνιολόγος David Le Breton, συγγραφέας του βιβλίου «Faces: Α Cultural History» (Polity, 2026), έχει εξετάσει το πρόσωπο όχι μόνο στην ανατομία του, αλλά ως πολιτισμικό πεδίο, στο οποίο εγγράφονται οι αντιλήψεις για την ομορφιά, την ατομικότητα και την κοινωνική αναγνώριση.
Σύμφωνα με τον Le Breton, το πρόσωπο αποτελεί προνομιακό τόπο έκφρασης της ταυτότητας, αλλά και επιφάνεια πάνω στην οποία η κοινωνία προβάλλει τις αξίες και τις προκαταλήψεις της. Η ιστορία του προσώπου, από τα ζωγραφικά πορτρέτα έως τα επιτεύγματα της πλαστικής χειρουργικής και τις επεξεργασμένες ψηφιακές εικόνες είναι επομένως και ιστορία των κοινωνικών κανόνων που καθορίζουν ποια εμφάνιση θεωρείται επιθυμητή, αξιοπρεπής ή ελκυστική. Για τον γάλλο ανθρωπολόγο το πρόσωπο μεταβάλλεται μαζί με τις τεχνολογίες και τις πολιτισμικές προσδοκίες.