Το φθινόπωρο είναι εδώ και μαζί του έρχεται η ιδανική στιγμή για μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία. Οι πιο ήσυχες μέρες, η μυρωδιά των σελίδων και η ανάγκη για λίγη απομόνωση με ένα καλό βιβλίο δημιουργούν το τέλειο σκηνικό για αναγνωστικές ανακαλύψεις. Από αγαπημένα βιβλία που αξίζει να ξαναδιαβάσουμε μέχρι νέες εκδόσεις που μόλις έφτασαν στα ράφια. Λογοτεχνία, ποίηση και δοκίμιο που αξίζει να πάρουμε μαζί μας στις πρώτες δροσερές μέρες της εποχής.
«Το σπίτι του Γκρανέλα» του Luigi Pirandello (Εκδόσεις Κίχλη, μετάφραση-εισαγωγή Άννα Γρίβα) συμπυκνώνει με τρόπο υποδειγματικό τις κεντρικές θεματικές του μεγάλου Ιταλού δραματουργού και πεζογράφου. Με φόντο μια δικαστική διαμάχη γύρω από ένα σπίτι που θεωρείται στοιχειωμένο, ο Pirandello στήνει μια λεπτοδουλεμένη κωμικοτραγική αλληγορία για τη ρευστότητα της αλήθειας, τα όρια της λογικής και τις κοινωνικές συμβάσεις. Οι χαρακτήρες του, εγκλωβισμένοι στις ιδεοληψίες και τις προσωπικές τους προκαταλήψεις, έρχονται αντιμέτωποι με το ακατανόητο, ενώ ο συγγραφέας ανατέμνει με αιχμηρή ειρωνεία την ανθρώπινη ψυχολογία.
Τοποθετημένη σε μια επαρχιακή πόλη της Σικελίας στα τέλη του 19ου αιώνα, η ιστορία ξεκινά όταν η οικογένεια Πιτσιρίλι εγκαταλείπει το σπίτι που νοικιάζει, επικαλούμενη ανεξήγητες μεταφυσικές επιθέσεις. Ο ιδιοκτήτης, ο Γκρανέλα, θεωρεί τους ισχυρισμούς ανυπόστατους και η υπόθεση μεταφέρεται στο γραφείο του δικηγόρου Τζούμο. Ο συγγραφέας δεν εστιάζει στην ύπαρξη ή μη των πνευμάτων, αλλά στη συμπεριφορά του ανθρώπου όταν έρχεται αντιμέτωπος με το ανεξήγητο. Η τυφλή απόρριψη του ακατανόητου μπορεί να είναι τόσο περιοριστική όσο και η εύκολη δεισιδαιμονία. Το χιούμορ της νουβέλας πηγάζει από την αμήχανη προσπάθεια των χαρακτήρων να διατηρήσουν τον έλεγχο απέναντι σε καταστάσεις που τους ξεπερνούν.
Στη συλλογή διηγημάτων «Γιος του Ιησού» του Ντένις Τζόνσον (Εκδόσεις Αντίποδες, μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς) ψηλαφείται ένας κόσμος βυθισμένος στο σκοτάδι, αφήνοντας την αίσθηση πως η πραγματικότητα έχει καταχωνιαστεί κάπου μακριά από τα μάτια μας.
Ο Ντένις Τζόνσον αποτυπώνει τη μοναξιά και την ένταση της σύγχρονης αμερικανικής ζωής. Ο αφηγητής, βουτηγμένος στον εθισμό, τη μοναξιά και την υπαρξιακή ανεστιότητα, περιπλανιέται ανάμεσα σε νοσοκομεία, περιθωριακά μπαρ και δωμάτια. Η γραφή του, ακαριαία συμπυκνωμένη, συνθέτει μια σπάνια λογοτεχνική αλχημεία. Με έναν συνδυασμό αμείλικτου αυτοσαρκασμού και τρυφερότητας τα διηγήματα αυτά δεν καταγράφουν απλώς μια πορεία συντριβής, αλλά υφαίνουν μια ουσιαστική εσωτερική μεταμόρφωση, καθιστώντας το βιβλίο ένα αληθινό επίτευγμα της σύγχρονης λογοτεχνίας.
«Η άνοιξη των επαναστάσεων – Ο αγώνας για έναν νέο κόσμο (1848-1849) » του διακεκριμένου ιστορικού Κρίστοφερ Κλαρκ (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μετάφραση Χρήστος Γεμελιάρης) προσφέρει μια καθηλωτική ανατομία των γεγονότων που συγκλόνισαν την Ευρώπη στα μέσα του 19ου αιώνα.
Αν και στη συλλογική μνήμη το 1848 συχνά υποτιμάται σε σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 ή τα γεγονότα του 1917 στη Ρωσία, η πραγματικότητα είναι πως τότε η Ευρώπη βρέθηκε αληθινά στο επίκεντρο μιας γενικευμένης έκρηξης. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ένα κύμα εξεγέρσεων σάρωσε τις χώρες της, βάζοντας τα θεμέλια για τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης δεν κινούνταν στα τυφλά· αντίθετα, πάλευαν για το μέλλον έχοντας πλήρη επίγνωση της ιστορίας τους και νιώθοντας συνεχιστές μιας μεγάλης επαναστατικής διαδρομής.
Στη μελέτη του, ο συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Οι Υπνοβάτες» δείχνει πώς τα μέσα του 19ου αιώνα λειτούργησαν ως ένα τεράστιο εργαστήριο πολιτικής. Ρεύματα όπως ο σοσιαλισμός, ο φιλελευθερισμός, ο ριζοσπαστισμός, ο εθνικισμός και ο συντηρητισμός αναμετρήθηκαν και αναδιαμορφώθηκαν. Παράλληλα, αναδύθηκαν διλήμματα που μας απασχολούν μέχρι και σήμερα: Πώς ζυγίζεται η ατομική και οικονομική ελευθερία απέναντι στην κοινωνική πρόνοια; Πώς συνδυάζεται η αντιπροσώπευση με την άμεση συμμετοχή των πολιτών; Με ποιον τρόπο ο καπιταλισμός τροφοδοτεί τις ανισότητες;
Ο Κλαρκ υπογράφει ένα έργο που διαβάζεται σαν μια συναρπαστική ανατομία της ευρωπαϊκής ιστορίας, αποκαλύπτοντας παράλληλα τις αόρατες κλωστές που τη συνδέουν με τη σημερινή πραγματικότητα.
Το κλασικό δοκίμιο «Πρόσωπο και Ιερό» της Simone Weil (Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Σταύρος Ζουμπουλάκης) συνιστά ένα από τα πιο ριζοσπαστικά κείμενα της πολιτικής και ηθικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα. Το βιβλίο αμφισβητεί θεμελιώδεις έννοιες του νεωτερικού φιλελευθερισμού, όπως τα «δικαιώματα» και η «προσωπικότητα», θεωρώντας τα ανεπαρκή για την προστασία του ανθρώπου από την αδικία.
Η Weil διακρίνει με οξύτητα το «πρόσωπο» —το εγώ, το εγγεγραμμένο στους κοινωνικούς και θεσμικούς ρόλους— από αυτό που είναι αληθινά «ιερό» στον άνθρωπο: την προσδοκία του ότι δεν θα του προκληθεί κακό. Με λόγο λιτό ανατέμνει την έννοια της δικαιοσύνης, της προσοχής και της ταπεινότητας, καταγγέλλοντας την αδιαφορία των θεσμών απέναντι στον βουβό πόνο των καταπιεσμένων. Η φωνής της αντηχεί στο σήμερα: «Δικαιοσύνη σημαίνει να ξαγρυπνάς για να μη γίνει κακό στους ανθρώπους»
Το αριστουργηματικό «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Primo Levi (Εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Χαρά Σαρλικιώτη) προβάλλει στη σημερινή συγκυρία τραγικά και αμείλικτα επίκαιρο. Σε μια εποχή όπου τα φαντάσματα του φασισμού και του μισαλλόδοξου αυταρχισμού αναδύονται εκ νέου στον ορίζοντα, και η κοινωνία συχνά ορθώνεται αμήχανη, αβέβαιη για τον τρόπο αντίστασης και διαχείρισης του κακού, η μαρτυρία του Levi λειτουργεί ως θεμελιώδης ηθική πυξίδα.
Καταγράφοντας την εμπειρία του από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, ο Levi δεν επιδίδεται σε μια κραυγή μίσους ούτε σε μια συναισθηματική δραματοποίηση· αντίθετα, με την αναλυτική ψυχραιμία ενός επιστήμονα και τη διαύγεια ενός μεγάλου στοχαστή, ανατέμνει τους μηχανισμούς με τους οποίους η ολοκληρωτική βία απογυμνώνει τον άνθρωπο από την ιδιότητά του. Το βιβλίο δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ντοκουμέντο, αλλά μια διαρκής, επιτακτική προειδοποίηση: η έκπτωση της ανθρωπιάς ξεκινά από τη συνήθεια, τη σιωπή και τη σταδιακή ανοχή στη βαρβαρότητα.
Η αλληλογραφία που συγκεντρώνεται στα «Γράμματα για τον Σεζάν» του Rainer Maria Rilke (Εκδόσεις Ροές, μετάφραση Κωνσταντίνα Ψαρρού) συνιστά ένα από τα πλέον πυκνά και αποκαλυπτικά κείμενα αισθητικής φιλοσοφίας, όπου η θεωρία της τέχνης μετατρέπεται σε βιωματική, υπαρξιακή άσκηση. Το φθινόπωρο του 1907, επισκεπτόμενος καθημερινά την αναδρομική έκθεση του Paul Cézanne στο Παρίσι, ο Rilke ανακαλύπτει στη ζωγραφική του Γάλλου δημιουργού κάτι πολύ βαθύτερο από μια τεχνοτροπική καινοτομία: μια απόλυτη, σχεδόν θρησκευτική αφοσίωση στην αλήθεια των πραγμάτων. Ο Cézanne δεν ζωγραφίζει αντικείμενα για να τα ερμηνεύσει ή να τα ωραΐσει· τα παρατηρεί μέχρι εξαντλήσεως, απογυμνώνοντας την οπτική εμπειρία από κάθε υποκειμενική προκατάληψη. Αυτή η αμετακίνητη προσήλωση στην ύλη, στη δομή και το χρώμα, γίνεται για τον Rilke το ανώτατο μάθημα καλλιτεχνικής και ηθικής στάσης. Ο ποιητής αναγνωρίζει στον ζωγράφο την ικανότητα να μετουσιώνει την ύλη σε πνεύμα χωρίς να αρνείται τη σωματικότητά της, διδάσκοντάς μας πως η αληθινή δημιουργία απαιτεί μια ριζική, πρωτογενή επιστροφή στα θεμέλια της ύπαρξης. «Πρέπει να μπορείς να νιώθεις τις ρίζες και την ίδια τη γη. Πρέπει να μπορείς κάθε στιγμή να ακουμπάς το χέρι πάνω στη γη, όπως ο πρώτος άνθρωπος. Γεια σου, αύριο πάλι…»
Στη νουβέλα «Το βάρος της πεταλούδας» του Erri De Luca (Εκδόσεις Κέλευθος, μετάφραση Άννα Παπασταύρου) ο Ιταλός συγγραφέας συγκροτεί μια πυκνή, υπαρξιακή αλληγορία γύρω από τα όρια της κυριαρχίας, τη φθορά του χρόνου και τη μεταφυσική της φύσης. Στις απάτητες κορυφές των αλπικών υψιπέδων, η αφήγηση παρακολουθεί την παράλληλη τροχιά δύο γηραιών «βασιλέων»: του εμβληματικού αρχηγού του κοπαδιού των αγριόγιδων και ενός ηλικιωμένου, απομονωμένου λαθροκυνηγού. Ο De Luca αποδομεί την παραδοσιακή σχέση θύματος και θύτη, παρουσιάζοντας μια διαλεκτική αμοιβαίου σεβασμού και οντολογικής συγγένειας ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, καθώς και οι δύο κινούνται προς τη δύση της ισχύος τους. Με γραφή δωρική, ακριβή και απογυμνωμένη από συναισθηματικές εξάρσεις, το έργο αναδεικνύει την εύθραυστη ισορροπία της ύπαρξης—όπου ακόμη και η ελάχιστη, ανεπαίσθητη μετατοπιστική δύναμη, το ελάχιστο «βάρος», αρκεί για να καθορίσει την οριστική πτώση.
Στο εμβληματικό μυθιστόρημα «Η μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι (Εκδόσεις Καστανιώτη), η ελληνική πεζογραφία παραδίδει ένα από τα αρτιότερα και πλέον πολυμεταφρασμένα αριστουργήματά της. Μέσα από τον χειμαρρώδη, παραληρηματικό και υποβλητικό μονόλογο της Ραραού —μιας απόμαχης ηθοποιού του μπουλουκιού— ο Μάτεσι ανασυνθέτει την τραυματική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, από την Κατοχή και τον Εμφύλιο έως τη μεταπολεμική περίοδο. Η ηρωίδα, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην προσωπική της παραφορά, την παιδική αθωότητα και τις κοινωνικές τραγωδίες που τη σημάδεψαν, μετατρέπει την ίδια τη ζωή της σε μια διαρκή θεατρική παράσταση για να αντέξει την αμείλικτη πραγματικότητα. Με έναν λόγο που συνδυάζει το τραγικό με το κωμικοτραγικό στοιχείο, τη σκληρότητα με τη βαθιά συμπόνια, ο συγγραφέας ανατέμνει τους μηχανισμούς της ατομικής και συλλογικής μνήμης, παραδίδοντας μια συγκλονιστική σπουδή πάνω στην επιβίωση, την υποκριτική της καθημερινότητας και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Στο «Δεν ήμουν πια άνθρωπος» του Osamu Dazai (Εκδόσεις Gutenberg, μετάφραση Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος), η ιαπωνική λογοτεχνία παραδίδει μία από τις πιο σπαρακτικές και αμείλικτες υπαρξιακές εξομολογήσεις του 20ού αιώνα.
Στην επαρχία Τοχόκου του Τόκιο, δίπλα στη θάλασσα με τις κερασιές, θα μπορούσε να είχε ζήσει τα παιδικά του χρόνια ο Γιόζο με αγάπη. Αλλά, αυτό δε συνέβη. Θα μπορούσε να ήταν ένα ευτυχισμένο παιδάκι. Δεν ήταν όμως.Υπάρχει στ’ αλήθεια στη ζωή η ικανότητα της αγάπης; Αυτό σκέφτεται ο Γιόζο. Και πίνει. Μεθάει. Γνωρίζει γυναίκες. Προσκολλάται σε φίλους, γνωστούς, σκιές. Εθίζεται. Χρωστάει λεφτά. Χρωστάει εξηγήσεις. Χρωστάει αυτό που περιμένουν οι άνθρωποι από εκείνον· την επιβεβαίωση του αποτυχημένου. Ο Γιόζο, ο μεγάλος νάρκισσος, ο εθισμένος, το μικρό παιδί που ήθελε να γίνει ζωγράφος κι έφτιαχνε φαντάσματα πλάι στις κερασιές, συμπυκνώνει την απελπισία της απώλειας της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασης.
Ο τίτλος «Δεν ήμουν πια άνθρωπος» σαν κραυγή. Φέρνει στην επιφάνεια το οδυνηρό βίωμα του Γιόζο πως έχει εκπέσει από την ανθρώπινη ιδιότητα· έχει χάσει όχι μόνο την αίσθηση του ανήκειν, αλλά και το ίδιο το δικαίωμα να αποκαλεί τον εαυτό του άνθρωπο. Αλλά ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, η αφήγηση διατηρεί ζωντανό ένα ελάχιστο φως μνήμης που αντιστέκεται. Ο Osamu Dazai μας υπενθυμίζει, με βαθιά συνταρακτικό τρόπο, πως ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί, η ανάγκη του ανθρώπου να βρει την αλήθεια, αποτελεί μια ύστατη, επίμονη πράξη ανθρωπιάς.
Το δοκίμιο «Αντιμέτωποι με τον πόνο των άλλων» της Susan Sontag (Εκδόσεις Gutenberg, μετάφραση Χριστίνα Παπαδοπούλου) είναι κάτι περισσότερο από επίκαιρο. Στην εποχή της εικόνας, του καταιγισμού των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της υπερέκθεσης στη βία, η Sontag ανατέμνει με αμείλικτη διαύγεια τη σχέση μας με την αναπαράσταση του ανθρώπινου πόνου.
Συνομιλεί με τη Βιρτζίνια Γουλφ, θέτοντας εκ νέου το ερώτημα «ποιοι είμαστε εμείς για τους οποίους προορίζονται αυτές οι εικόνες;» Η Sontag διερευνά αν η θέαση του ξένου τραύματος προκαλεί αληθινή ενσυναίσθηση ή αν εθίζει τον θεατή σε μια παθητική, ηδονοβλεπτική οικειότητα με τη φρίκη. Mέσα από τη φιλοσοφική της κρίση αποδομεί την ψευδαίσθηση ότι η απλή κατανάλωση εικόνων αποτελεί ηθική πράξη, υπογραμμίζοντας τους κινδύνους της απάθειας και της αλλοτρίωσης σε έναν κόσμο όπου ο πόνος μετατρέπεται σε θέαμα.
Στη συλλογή «Χειμωνιάτικες συνταγές από την κοινότητα» της Louise Glück (Εκδόσεις Στερέωμα, μετάφραση Χάρης Βλαβιανός), η τιμημένη με Νόμπελ Αμερικανίδα ποιήτρια παραδίδει ένα έργο υψηλής ποιητικής ωριμότητας. Με ύφος λιτό και εξαιρετικά χαμηλόφωνο, η Glück υφαίνει ποιήματα που περιστρέφονται γύρω από την απώλεια, τη μνήμη και την αναζήτηση της ανθρώπινης επαφής. Η «κοινότητα» του τίτλου δεν είναι μόνο ένας φυσικός τόπος, αλλά μια αλληγορία για τη συλλογική μοίρα των ανθρώπων απέναντι στον χρόνο και τον θάνατο. Ο λόγος της είναι απογυμνωμένος από περιττά κοσμητικά στοιχεία, σχεδόν προφορικός και διακατέχεται από μια συγκινησιακή πυκνότητα που αφοπλίζει.
Στο αριστουργηματικό «Πέδρο Πάραμο» του Juan Rulfo (Εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου), η λογοτεχνική επικράτεια της Κομάλα μετατρέπεται σε ένα παγκόσμιο σύμβολο μνήμης, θανάτου και ενοχής. Ο Χουάν Πρέσιαδο φτάνει στο ερημωμένο χωριό αναζητώντας τον πατέρα του, τον τυραννικό γαιοκτήμονα Πέδρο Πάραμο, για να ανακαλύψει σταδιακά ότι οι άνθρωποι που συναντά και οι φωνές που ακούει ανήκουν σε νεκρούς. Ο Rulfo αποδομεί τη γραμμική αφήγηση, υφαίνοντας ένα πλέγμα από ψιθύρους, αναμνήσεις και αποσπασματικές σκηνές, όπου το παρελθόν εισβάλλει βίαια στο παρόν. Το μυθιστόρημα αποτελεί μια αξεπέραστη τοιχογραφία της μεξικανικής υπαίθρου, της βίας των ισχυρών και της υπαρξιακής ερήμωσης.
Για το «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα (Εκδόσεις Άγρα), τα λόγια στερεύουν. Απέναντι σε αυτό το βιβλίο-ύμνο, το συντριπτικό πένθιμο τραγούδι για τον εικοσάχρονο γιο του συγγραφέα που χάθηκε σε τροχαίο, η κριτική οφείλει να σιωπήσει. Δεν υπάρχει αισθητικός αποτιμητικός λόγος που να χωράει τον ανθρώπινο πόνο. Μια μόνη έγκληση απομένει: να διαβαστεί.