Το κίνημα Μe Τoo έχει καταγραφεί πλέον και στη λογοτεχνική παραγωγή δίνοντας μια άλλη διάσταση – να τη χαρακτηρίσω περισσότερο πολιτική; – στην εξιστόρηση των παιδικών και εφηβικών αναμνήσεων.
Η λογοτεχνία, βέβαια, ανέκαθεν επέστρεφε στην παιδική και την εφηβική ηλικία, αναζητώντας εκεί τις πρώτες επιθυμίες, τις διαψεύσεις και τα τραύματα που θα συνόδευαν στη συνέχεια τον ενήλικο άνθρωπο. Οταν, όμως, εκείνος που γράφει υπήρξε ο ίδιος το παιδί του οποίου την εμπειρία κάποιος άλλος είχε ήδη αφηγηθεί, τότε η επιστροφή αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία – γίνεται διεκδίκηση του δικαιώματος να ορίσει ο ίδιος τα όσα έζησε, να τα ονομάσει με τις δικές του λέξεις.
Αυτό το δικαίωμα διεκδικεί η Βανεσά Σπρινγκορά με τη «Συναίνεση», γράφοντας το αυτοβιογραφικό αφήγημα που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2020 και μεταφράστηκε μετά 5 χρόνια στα ελληνικά από τον Γιώργο Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη για τις εκδόσεις «Μετρονόμος».
Η συγγραφέας καταγράφει τη σχέση της, όταν ήταν 14 ετών, με τον 49χρονο τότε Γκαμπριέλ Ματζνέφ, έναν συγγραφέα που το λογοτεχνικό του κύρος και η αποδοχή του από μέρος της γαλλικής διανόησης του επέτρεπαν να παρουσιάζει την εκμετάλλευση ανηλίκων ως έκφραση μιας ασυμβίβαστης ερωτικής ελευθερίας.
Ο τίτλος του βιβλίου μάς οδηγεί στην πιο παραπλανητική πλευρά αυτής της εμπειρίας. Το κορίτσι αισθανόταν ερωτευμένο, πίστευε πως είχε επιλεγεί, πως ένας σημαντικός άνθρωπος αναγνώριζε τη μοναδικότητά του. Και ακριβώς αυτή η πίστη μπορούσε να το κρατά αιχμάλωτο, καθώς η ανάγκη για στοργή και επιβεβαίωση συναντούσε έναν ενήλικο που ήξερε να την αξιοποιεί.
Η Σπρινγκορά, λοιπόν, εξετάζει – βασισμένη στην προσωπική της ιστορία – τη χειραγώγηση μέσα από τη δύσκολη θέση ενός παιδιού που θεωρούσε πως συναινούσε. Η αναγνώριση της εφηβικής επιθυμίας απαιτεί σεβασμό προς τον νέο άνθρωπο, προς τις αναζητήσεις και τα συναισθήματά του. Απαιτεί όμως και επίγνωση της ευθύνης εκείνου που, λόγω ηλικίας, εμπειρίας ή κοινωνικής θέσης, διαθέτει τη δύναμη να κατευθύνει αυτές τις αναζητήσεις. Το ότι ένας έφηβος αγαπά δεν απαλλάσσει τον ενήλικο από την ευθύνη για όσα κάνει με αυτή την αγάπη. Και η ελευθερία, όταν προβάλλεται χωρίς να εξετάζονται οι πραγματικές δυνατότητες των δύο προσώπων να επιλέξουν, κινδυνεύει να υπηρετήσει εκείνον που ήδη εξουσιάζει.
Η αφήγηση ανοίγεται έτσι προς μια ευρύτερη κοινωνική κριτική. Γύρω από το κορίτσι υπήρχαν ενήλικοι, υπήρχε ένα πνευματικό περιβάλλον που γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει, υπήρχε η αίγλη ενός δημιουργού που λειτουργούσε ως προστασία. Η ανοχή προς τον Ματζνέφ αποκαλύπτει πόσο εύκολα η υπεράσπιση της καλλιτεχνικής ελευθερίας μπορεί να συνυπάρξει με την αδιαφορία για έναν ευάλωτο άνθρωπο. Η ευθύνη βαραίνει και όσους πρόσφεραν, με την αποδοχή ή τη σιωπή τους, το έδαφος πάνω στο οποίο η κακοποίηση μπορούσε να συνεχίζεται. Η λογοτεχνική δύναμη του βιβλίου συνδέεται με μια νηφάλια γραφή. Ο συγγραφικός λόγος μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τη σύγχυση, την εξάρτηση, τη δυσκολία αναγνώρισης της βίας μέσα σε όσα είχαν βιωθεί ως έρωτας.
Η ενήλικη γυναίκα που συγγράφει σκύβει πάνω στην έφηβη που υπήρξε και προσπαθεί να καταλάβει πώς εκείνη έβλεπε τον κόσμο. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στο βίωμα και στην κατοπινή κατανόησή του, δίνει στην αφήγηση ένα αξιοσημείωτο βάθος της.
Υπάρχει, άλλωστε, και η παρουσία της ίδιας της λογοτεχνίας μέσα στην κακοποίηση. Ο Ματζνέφ μετέφερε τη σχέση στα γραπτά του, παρατείνοντας την εξουσία του πάνω στην ιστορία της κοπέλας ακόμη και μετά τον χωρισμό τους. Η Σπρινγκορά, γράφοντας τη δική της εκδοχή, παρεμβαίνει σε αυτή τη διάρκεια της αιχμαλωσίας.
Διεκδικεί την κατοχή του λόγου που για χρόνια κατείχε εκείνος. Δεν θεωρώ πως η λογοτεχνική αξία αποτελεί πιστοποιητικό ηθικής αθωότητας, ούτε πως η κρίση ενός έργου εξαντλείται στη βιογραφία του δημιουργού του. Οταν όμως η ζωή ενός παιδιού γίνεται υλικό για την αυτοδικαίωση ενός ενηλίκου, οφείλουμε να ακούσουμε και τη φωνή που είχε παραμεριστεί. Η «Συναίνεση» δίνει χώρο σε αυτή τη φωνή και μας καλεί να αναλογιστούμε πόσες φορές ο θαυμασμός προς έναν δημιουργό μάς εμποδίζει να δούμε τον άνθρωπο που υποφέρει δίπλα του.
Ως σημείωση και για μια πληρέστερη ενημέρωση του έλληνα αναγνώστη θα ήθελα να προσθέσω και τα παρακάτω στοιχεία: Η έκδοση της «Συναίνεσης» στη Γαλλία άλλαξε δραστικά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν ο Ματζνέφ: ο συγγραφέας που επί δεκαετίες απολάμβανε αναγνώριση και βραβεύσεις, ενώ δημοσιοποιούσε τις σχέσεις του με ανηλίκους, βρέθηκε στο επίκεντρο δημόσιας κατακραυγής και ποινικής έρευνας, ενώ εκδοτικοί οίκοι διέκοψαν την εμπορική διάθεση έργων του.
Η μεταβολή αυτή μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε τι ήταν εκείνο που ως τότε επέτρεπε σε τόσους να γνωρίζουν και συγχρόνως να προσπερνούν όσα γνώριζαν, αλλά και πόσο διαφορετικά ακούγεται μια ιστορία όταν την αφηγείται ο άνθρωπος που υπέστη τις συνέπειές της.
Η απόφαση μιας γυναίκας να μιλήσει ύστερα από περισσότερα από τριάντα χρόνια χρειάζεται, πιστεύω, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό προς τη δική της διαδρομή. Μπορεί να απαιτήθηκαν αυτά τα χρόνια για να αναγνωρίσει την κακοποίηση μέσα σε όσα κάποτε θεωρούσε αγάπη, να αποδεσμευτεί από την ενοχή, να αποκτήσει τις λέξεις και τη δύναμη να εκτεθεί δημόσια. Η χρονική απόσταση δεν αρκεί για να ακυρώσει μια μαρτυρία, όπως και η δημόσια συγκίνηση δεν υποκαθιστά τη διερεύνηση των γεγονότων. Το ερώτημα «γιατί τώρα;», όταν διατυπώνεται ως μομφή, μεταφέρει στη γυναίκα την υποχρέωση να απολογηθεί για τη σιωπή της, αφήνοντας στο περιθώριο εκείνους που τη διαμόρφωσαν. Και, τελικά, κανείς άλλος δεν δικαιούται να ορίσει πότε ένας άνθρωπος είναι έτοιμος να μιλήσει για το τραύμα του.
Vanessa Springora
Συναίνεση
Μτφ. Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
Εκδ. Μετρονόμος, 2025, σελ. 176
Τιμή 16 ευρώ