Ενώ οι περισσότεροι δρομείς κυνηγούν έναν νέο στόχο ή ένα προσωπικό ρεκόρ, κάποιοι αναζητούν κάτι λίγο πιο άπιαστο: το runner’s high, το γνωστό δρομικό «φτιάξιμο» ή, κατ’ άλλους, «μεθύσι». Κάποιοι το περιγράφουν ως ευφορία, άλλοι ως αίσθημα ηρεμίας και διαύγειας ή ακόμη και ως πλήρη απορρόφηση στη στιγμή. Πολλοί το βιώνουν έπειτα από ένα μεγάλο τρέξιμο ή άλλη παρατεταμένη αερόβια άσκηση.
Για χρόνια, οι επιστήμονες πίστευαν ότι το φαινόμενο οφειλόταν στις ενδορφίνες, τα φυσικά οπιοειδή του οργανισμού. Νεότερες έρευνες δείχνουν, ωστόσο, ότι η εξήγηση είναι πιο σύνθετη. Το runner’s high φαίνεται να προκύπτει από τη συνεργασία πολλών συστημάτων του εγκεφάλου, γεγονός που εξηγεί τόσο τις διαφορετικές επιδράσεις του όσο και το ότι αυτές μπορεί να διαρκούν περισσότερο από την αρχική ευφορία.
Ο ρόλος των ενδοκανναβινοειδών
Η αερόβια άσκηση αυξάνει τα επίπεδα των ενδορφινών στο αίμα και πολλές μελέτες έχουν καταγράψει αύξηση της β-ενδορφίνης ύστερα από παρατεταμένο τρέξιμο. Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα με τη θεωρία ότι οι ενδορφίνες ευθύνονται για το runner’s high: όσες κυκλοφορούν στο αίμα δυσκολεύονται να περάσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, το σύστημα που προστατεύει τον εγκέφαλο από ουσίες της κυκλοφορίας.
Οι ενδορφίνες συμβάλλουν επομένως στην ανακούφιση από τον πόνο, αλλά δεν εξηγούν πλήρως την ευφορία και τη συναισθηματική ευεξία που χαρακτηρίζουν αυτό το δρομικό «μεθύσι». Η εξήγηση φαίνεται να βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στο ενδοκανναβινοειδές σύστημα. Τα ενδοκανναβινοειδή παράγονται φυσιολογικά από τον οργανισμό και συμμετέχουν στη ρύθμιση λειτουργιών όπως η διάθεση, η μνήμη, το στρες και η αντίληψη του πόνου.
Μία από τις σημαντικότερες ουσίες αυτού του συστήματος είναι η ανανδαμίδη. Συμβάλλει στη μείωση του άγχους και του πόνου και στη δημιουργία αισθήματος ηρεμίας και ευεξίας. Σε αντίθεση με τις ενδορφίνες, μπορεί να διαπεράσει εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Υστερα από παρατεταμένη αερόβια άσκηση, τα επίπεδα της ανανδαμίδης στο αίμα αυξάνονται σημαντικά. Οταν φτάσει στον εγκέφαλο, ενεργοποιεί υποδοχείς σε περιοχές που σχετίζονται με το συναίσθημα, το κίνητρο, την ανταμοιβή και την αντίληψη του πόνου. Οι επιδράσεις που προκαλεί – λιγότερο άγχος και πόνος, μεγαλύτερη ηρεμία – μοιάζουν αρκετά με εκείνες του runner’s high.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ενδορφίνες δεν παίζουν ρόλο. Η σύγχρονη νευροεπιστήμη θεωρεί ότι ενδορφίνες και ενδοκανναβινοειδή λειτουργούν συμπληρωματικά, με τα δεύτερα να φαίνεται πως έχουν μεγαλύτερη συμβολή στις συναισθηματικές πτυχές της εμπειρίας.
Στο φαινόμενο συμμετέχουν και άλλοι νευροδιαβιβαστές. Η ντοπαμίνη ενισχύει το κίνητρο και την επιθυμία επανάληψης μιας συμπεριφοράς που ο εγκέφαλος θεωρεί σημαντική, ενώ η σεροτονίνη και η νοραδρεναλίνη συμβάλλουν αντίστοιχα στη συναισθηματική σταθερότητα, την ευεξία, την εγρήγορση και τη συγκέντρωση. Η άσκηση αυξάνει επίσης την παραγωγή του νευροτροφικού παράγοντα του εγκεφάλου (BDNF), ο οποίος υποστηρίζει τις νευρωνικές συνδέσεις, τη μάθηση και τη μνήμη.
Πέρα από την ευφορία
Το runner’s high δεν αφορά μόνο τις ουσίες που προκαλούν ευχαρίστηση. Το τρέξιμο μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν διαφορετικά δίκτυα του εγκεφάλου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης, ρυθμικής άσκησης μειώνεται η δραστηριότητα στο δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας, που συνδέεται με την αυτοπαρατήρηση, την ανησυχία και τη σκέψη. Παράλληλα, περιοχές που σχετίζονται με την προσοχή, την κίνηση και την επεξεργασία αισθητηριακών πληροφοριών συντονίζονται καλύτερα.
Αυτό μπορεί να εξηγεί την αίσθηση διαύγειας και πλήρους προσήλωσης στην παρούσα στιγμή που περιγράφουν πολλοί δρομείς. Τα οφέλη, μάλιστα, δεν σταματούν όταν τελειώνει η προπόνηση. Η συστηματική άσκηση επηρεάζει τη ρύθμιση του στρες, τη φλεγμονή, τη νευροπλαστικότητα, την ποιότητα του ύπνου και τη συναισθηματική επεξεργασία. Και το σημαντικότερο: τα οφέλη για την ψυχική υγεία δεν προϋποθέτουν ότι κάποιος θα βιώσει runner’s high. Ακόμη και όσοι δεν αισθάνονται ποτέ αυτή την ευφορία παρουσιάζουν, με τη συστηματική άσκηση, βελτιώσεις στη διάθεση, τη γνωστική λειτουργία και την ψυχική ανθεκτικότητα.
Για όσους πάντως θέλουν να κυνηγήσουν το δρομικό «φτιάξιμο», οι έρευνες δείχνουν ότι δεν χρειάζονται ακραίες αποστάσεις ή εξαντλητικές προπονήσεις. Οι περισσότερες μελέτες καταγράφουν αύξηση των ενδοκανναβινοειδών έπειτα από περίπου 30-60 λεπτά συνεχούς αερόβιας άσκησης μέτριας έως υψηλής έντασης, περίπου στο 70%-85% της μέγιστης καρδιακής συχνότητας. Υπάρχουν, ωστόσο, μεγάλες ατομικές διαφορές. Περίπου δύο στους τρεις ερασιτέχνες δρομείς έχουν βιώσει runner’s high τουλάχιστον μία φορά, αλλά όχι απαραίτητα σε κάθε προπόνηση. Η γενετική προδιάθεση, το φύλο, η φυσική κατάσταση, ο ύπνος, η ψυχολογική κατάσταση, ακόμη και οι προσδοκίες μπορεί να επηρεάζουν το αν θα έρθει εκείνη την ημέρα το πολυπόθητο «φτιάξιμο».