Η τοιχογραφία της ιστορίας φτιάχνεται από τους αφανείς. Άνθρωποι που δεν είναι στρατηγοί ή πρωθυπουργοί, αλλά στο άστατο δελτίο καιρού των ιστορικών εξελίξεων, λαμβάνουν πρώτοι τις συνέπειες. Η ιστορία της Ζώγιας (Άγρα), του ιστορικού και συγγραφέα Νίκου Σιγάλα, είναι ένας συνδυασμός αρχειακής έρευνας, λογοτεχνικής μαρτυρίας, βίωμα και ιστοριογραφική μελέτη. Ενα οδοιπορικό στα σπαράγματα της ατομικής μνήμης. Ο συγγραφέας ψάχνει να βρει ανάμεσα σε άλλα τη Ζώγια Μητροφάνεβνα Φαλτσένκο από τη Σεβαστούπολη της Κριμαίας. Τη γιαγιά του.
«Με παρακίνησε η επιθυμία να αναμετρηθώ με το παρελθόν. Θεωρούμε πως το παρελθόν, η μνήμη, η ιστορία, είναι κάτι δεδομένο, επειδή μας το παρέδωσαν και μας είναι δύσκολο να αμφισβητήσουμε ό,τι μας εμπιστεύτηκαν. Τι μας έχουν εμπιστευτεί όμως; Η μητέρα, ο πατέρας, η γιαγιά μας, μάς αφηγήθηκαν ό,τι θέλησαν να κρατήσουμε από αυτούς. Κάποια πράγματα μας τα είπαν, άλλα τα έκρυψαν, είτε για να μας προφυλάξουν είτε γιατί τα έκρυβαν και από τον εαυτό τους».
Σε αυτό το βιβλίο δεν υπάρχουν ήρωες. Αλλά η ατομική μνήμη που εμπλέκεται άμεσα με τη συλλογική και αναδημιουργεί γεγονότα. «Θέλησα να αναμετρηθώ με αυτές τις αφηγήσεις και τις σιωπές. Να ανακατέψω και πάλι τα χαρτιά, να τα ξαναδώ με τον δικό μου τρόπο. Ισως να ήθελα να ξαναγίνω παιδί. Ισως να ήθελα να ενηλικιωθώ. Αναμετρήθηκα με τους δικούς μου μύθους. Η Ζώγια, η γιαγιά μου, ήταν ένας από αυτούς», λέει στο «Βιβλιοδρόμιο» ο συγγραφέας και ιστορικός, που εδώ επιλέγει να αφηγηθεί αντί για τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή, μια «μικρή» ιστορία του 20ού αιώνα.
«Θέλησα να γράψω για τους ανθρώπους όπως ήταν εκείνη, για να δω πώς θα μπορούσα να τους τοποθετήσω στην ιστορία. Ηθελα να αποδεσμεύσω ένα συγκεχυμένο συναισθηματικό κεφάλαιο και να το κάνω να συναντηθεί με τα γεγονότα. Να ξαναδώ την ιστορία μέσα από τις τύχες των ανθρώπων που με διαμόρφωσαν. Να ακολουθήσω τις διαδρομές τους, να παραφυλάξω τις σκέψεις τους, να κρυφοκοιτάξω τις αδυναμίες τους, να μάθω τα μυστικά τους».
Για την πατρίδα της καρδιάς
Μέσα από το άγνωστο παρελθόν, αναδύεται η καταγωγή. Πόσο καθορίζει τη μετέπειτα ζωή μας; Μια κατασκευή ίσως που πατάει πάνω στο ανολοκλήρωτό μας. «Η καταγωγή είναι ένας μύθος, ανθίζει εκεί που απουσιάζει η εμπειρία ή όταν η εμπειρία είναι ανολοκλήρωτη. Το βιβλίο αυτό μιλά για την πατρίδα ανθρώπων χωρίς πατρίδα, ανιθαγενών, όπως η γιαγιά μου η Ζώγια και ο σύζυγός της Σέργιος, που αγάπησαν μια πατρίδα που δεν τη γνώρισαν και την κουβάλησαν στο μυαλό τους. Η πατρίδα ήταν για αυτούς μια ουτοπία. Οπως ο Τουρκοκρητικός της πρώτης γενιάς Χασάν Γρηγοράκης, που συναντήσαμε κάποτε στο Σελτζούκ της Μικράς Ασίας. Οταν τον ρωτήσαμε αν θέλει να πάει στην Κρήτη μας είπε: “αυτά ήτονε ονείρατα”», αναφέρει ο συγγραφέας. Η μητέρα του πήγε αρκετές φορές στη Μόσχα, στην Πετρούπολη, στο Νοβοσιμπίρσκ για τη δουλειά της. Μιλούσε καταπληκτικά ρωσικά. Μαζί της ταξίδευε και ο ίδιος στην πατρίδα της Ζώγιας, την Κριμαία, με καράβι από την Κωνσταντινούπολη. «Η Κριμαία είναι, για μένα, μια ουτοπία που μέσα της μπουσούλησα μικρός και όπου σκουντουφλάω ακόμα σήμερα. Μια ωραία πατρίδα με πολύ αβέβαιο μέλλον», λέει ο Σιγάλας.
Σε μια πατρίδα ουτοπική, η Ζώγια που γεννιέται το 1917, τη χρονιά της Οκτωβριανής Επανάστασης, κάθε άλλο παρά συνηθισμένος άνθρωπος ήταν. Η μυρωδιά της όμως, ανεξίτηλη
Ζητάμε από τον συγγραφέα να ανακαλέσει κάποια επεισόδια από την κοινή ζωή με τη γιαγιά του. «Η Ζώγια δεν έμοιαζε με καμιά άλλη γυναίκα γύρω μας. Δεν είναι εύκολο να την περιγράψω με μια λέξη γιατί ήταν ένα κομμάτι μας: όπως είναι για τα παιδιά οι δικοί τους άνθρωποι, που δεν τους ξεχωρίζουν από τον εαυτό τους», λέει. «Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά της, την αίσθηση του δέρματός της, τα ρούχα της. Μας κράταγε από μωρά, με τον αδελφό μου, όταν η μητέρα μου δούλευε. Ηταν πολύ έντονα γυναίκα, είχε συνείδηση της θηλυκότητάς της, χωρίς να την επιδεικνύει. Ηταν επίσης πολύ περήφανη: “Θυμάμαι μια αγέρωχη γυναίκα”, μου είπε πρόσφατα κάποιος που τη γνώριζε. Δεν θυμάμαι πότε έμαθα για τη ζωή της, πως ήταν μια γυναίκα “ελαφρών ηθών”, σίγουρα πρέπει να σοκαρίστηκα πολύ, γιατί δεν μου είναι εύκολο να το πω ακόμα σήμερα. Και κάτι άλλο: η Ζώγια δεν ήταν μόνο Ρωσίδα, ήταν και Αθηναία, μια λαϊκή Αθηναία. Στις μεγάλες διαδρομές που έκανε κάθε μέρα για να έρθει να μας βρει, πέρναγε πάντοτε από την Κεντρική Αγορά. Μας έφερνε τις ειδήσεις και τον αέρα μιας άλλης Αθήνας».
Καταστρώματα πλοίων
Σε μια Αθήνα που ήδη δεχόταν προσφυγικά κύματα, η Ζώγια και η οικογένειά της πέρασαν τη μισή τους ζωή σε καταστρώματα πλοίων. Μετά τη βραχύβια διαμονή τους στη Σμύρνη που διακόπηκε λόγω της καταστροφής, σειρά είχε ο Πειραιάς. Πώς αντιμετώπισαν αυτόν τον ξεριζωμό;
«Οπως όλοι οι μετανάστες, αυτοί που αναγκάζονται να φύγουν, να περιπλανηθούν, χάνοντας τη ζωή που είχαν για να πάνε σε ξένους τόπους. Η κατακόρυφη κοινωνική πτώση των ρώσων εμιγκρέδων τους δίνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, βρίσκουμε σε αυτούς αντιθέσεις που αγγίζουν το παράλογο», απαντά ο Νίκος Σιγάλας. «Η Ζώγια όμως τι καταλάβαινε από όλα αυτά; Τι ήξερε, από τη λεγόμενη “μεγάλη ιστορία”, που την πήρε από το μεγάλο σπίτι της Σεβαστούπολης, το οποίο ίσως και να μη θυμόταν; Στο βιβλίο περιγράφω τα αποσπασματικά επεισόδια που μου περιέγραψε σαν εικόνες: ακόμα και την πυρκαγιά της Σμύρνης όπως την είδε από το καράβι, ή όταν έπαιζε με τους μικρούς αρμένιους πρόσφυγες στο Δουργούτι. Προσπαθώ να τα τοποθετήσω μέσα στην ιστορία, έτσι όπως την καταλαβαίνω πια εγώ, να φανταστώ και ίσως μάλιστα να αισθανθώ πώς ένας απλός άνθρωπος διέσχισε τον σύντομο εικοστό αιώνα».
«Εγώ είμαι εμιγκρές», έλεγε η Ζώγια. Ο Ναμπόκοφ πάλι έλεγε ότι οι εμιγκρέδες είναι σαν σκιές. Οι «ανιθαγενείς» στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, φορείς απόγνωσης και πολιτισμού. «Επρεπε να ανανεώνει συνέχεια την άδεια παραμονής της στο τμήμα αλλοδαπών. Το ίδιο ίσχυε και για τον σύζυγό της, τον Σέργιο Πρωτοποπώφ, δημοσιογράφο, μεταφραστή και επιμελητή στις εκδόσεις Γκοβόστη, παρότι η μητέρα του ήταν Ελληνίδα. Διόλου περίεργο που δεν ένιωσαν ποτέ Ελληνες. Διόλου περίεργο, επίσης, που βρέθηκαν μαζί, για να μιλάνε ρωσικά και να μιλάνε για τη Ρωσία. Θαύμαζαν και αγαπούσαν τη Σοβιετική Ενωση, όχι ιδεολογικά, αλλά γιατί αυτή ήταν η πατρίδα τους. Δεν την κακολογούσαν ποτέ – κι ας δεν συμπαθούσαν τον κομμουνισμό. Ζούσαν εκκρεμείς μεταξύ δύο τόπων, που ο ένας, η Ελλάδα, τους φιλοξενούσε με μισή καρδιά και ο άλλος, η Σοβιετική Ενωση (η Ρωσία, όπως έλεγαν), τους είχε διώξει».
Στο βιβλίο δεν αναπλάθεται η εμπειρία, μέσω της μυθοπλασίας. Ο Σιγάλας ανασυνθέτει πρόσωπα που υπήρξαν, με σκοπό να εκφράσουν τον δικό τους κόσμο. «Τα αληθινά πρόσωπα έχουν μια υλικότητα, μια δύναμη που χάνουν κάποτε οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες. Ολα αυτά βέβαια βρίσκονται στα χέρια του συγγραφέα. Μερικές φορές μού φαίνεται πως οι ιστορικοί αλλοιώνουμε την πραγματικότητα των προσώπων και των γεγονότων, με τον τρόπο που γράφουμε γι’ αυτά. Διστάζουμε να ταρακουνήσουν τους πραγματικούς ανθρώπους».
Ο ιστορικός Κάρλο Γκίνσμπουργκ έλεγε ότι η λογοτεχνία είναι συχνά πιο αληθινή από την ιστοριογραφία. Συγκεκριμένα χρησιμοποιούσε τον όρο, «έχει μια αξία πραγματικότητας» (une valeur de vérité). «Ηταν η πιο ενδιαφέρουσα τοποθέτηση που άκουσα στη διαμάχη για τις σχέσεις μεταξύ ιστορίας και μυθοπλασίας, που είχε ξεσπάσει τη δεκαετία του 1990. Αφησα αυτή τη φράση να αιωρείται στη σκέψη μου για αρκετά χρόνια», εξηγεί ο συγγραφέας. «Ετσι εκκολάφτηκε το σχέδιο αυτού του βιβλίου και αυτών που το ακολουθούν. Αναπλάθω αληθινά πρόσωπα, γιατί σφύζουν από πραγματικότητα, είναι απρόβλεπτα, παραχαράσσουν τους λογοτεχνικούς τύπους και αντιστέκονται σε αυτούς. Οι βιογραφίες τους έχουν κάτι το ανολοκλήρωτο, που βοηθάει να δούμε καλύτερα την ιστορία και τη ζωή».
Νίκος Σιγάλας
Η ιστορία της Ζώγιας
Εκδ. Αγρα, 2026,
σελ. 188,
Τιμή 17 ευρώ