Αποστολη των «ΝΕΩΝ»: Ο Χρήστος Χωμενίδης στο Κίεβο – Η γενιά της νίκης

Ο Κώστας, από πατέρα Ελληνα και μάνα Ουκρανή, είναι ο πιο γεροδεμένος άντρας που έχω δει ποτέ. Με τις πλάτες του φράζει κυριολεκτικά μια πόρτα. Στο στήθος του κρέμονται πέντε παράσημα. Τα έχει κερδίσει στη μάχη. Εκεί που έχει αφήσει τρία δάχτυλα. «Πόσο ετών είσαι, Κώστα;» τον ρωτάω. «Μη με μπερδεύεις, να χαρείς!» κάνει μια γκριμάτσα. «Σαράντα; Σαράντα ένα; Σαράντα τρία; Απο τότε που άρχισε ο πόλεμος, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιές, γενέθλια εξαφανίστηκαν… Γιορτάζεις κάθε μέρα αν κρατιέσαι ζωντανός. Το 1984 γεννήθηκα, για να σου φύγει η περιέργεια. Μέτρα εσύ!».

Η γνωριμία μας με τον Κώστα συμβαίνει στο «Παναΐρ». Στο ετήσιο πανηγύρι των ομογενών μας. Εκατοντάδες από κάθε γωνιά της Ουκρανίας – πρόσφυγες από τη Μαριόπουλη, υπερασπιστές της Χερσώνας – συγκεντρώνονται σε ένα πάρκο στο Κίεβο. Φοράνε παραδοσιακές στολές, ραμμένες από τις γιαγιάδες τους. Βάζουν αρνιά στη σούβλα, κερνούν τζατζίκι, μουσακά. Αρκετοί τους δεν μιλάνε γρι ελληνικά, φέρουν ωστόσο ατόφιο το καμάρι της καταγωγής τους. Χορεύουν Ζορμπά, Ρέμο, Βίσση…

Μόλις το κέφι πάει να ανάψει, βαράει ο συναγερμός. Απ’ τις σειρήνες κι απ’ τα κινητά, στα οποία έχουν όλοι εγκατεστημένη την εφαρμογή «Air Alert». Οποτε τα ουκρανικά ραντάρ εντοπίζουν σμήνη ντρόουν, όποτε ένα Μιγκ σηκώνεται από ρώσικο αεροδρόμιο, «τρέξτε αμέσως στα καταφύγια!» προστάζει η μεταλλική φωνή. Εάν πρόκειται για ντρόουν, έχεις στη διάθεσή σου επτά λεπτά. Εάν για βαλλιστικούς πυραύλους, μόλις δύο. Συχνά αγνοείται. Οι άνθρωποι συνεχίζουν ατάραχοι ό,τι κάνουν. Πόσες φορές να επιτρέψεις στον εχθρό να σου χαλάσει τη δουλειά, τη διασκέδαση ή απλώς τον ύπνο σου;

Το Κίεβο είναι ανοιξιάτικο. Καταπράσινο. Συνέρχεται επιτέλους από τον βαρύ χειμώνα, όταν η θερμοκρασία είχε πέσει στους μείον είκοσι τέσσερις βαθμούς και κυκλοφορούσες μέσα στο σπίτι με παλτό, γάντια και σκούφο – οι υποδομές είχαν καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς, δεν είχε θέρμανση ούτε ζεστό νερό, συχνά ούτε καν ηλεκτρικό. Τώρα, στιγμές στιγμές, σχεδόν ξεχνάς ότι η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο. Πως έχει μπει στον πέμπτο χρόνο του. Εάν προσθέσουμε και την περίοδο της πανδημίας, τα παιδιά εδώ δεν ξέρουν τι σημαίνει χαλαρή, ανέμελη καθημερινότητα. Και όμως. Αναζητούν οι Ουκρανοί με πάθος τις χαρές της ζωής. Κι όπου τις βρίσκουν, τις ρουφάνε.

Θεατρίζονται, παρακολουθούν όπερες, κοινωνικοποιούνται στα βιβλιοπωλεία και στα εστιατόρια. Ως τα μεσάνυχτα, που επιβάλλεται απαγόρευση κυκλοφορίας. «Τα ντρόουν, βαμμένα μαύρα, σαν δηλητηριώδεις αλογόμυγες σε μέγεθος αυτοκινήτου, εφορμούν πιο εύκολα μες στο σκοτάδι…» μου εξηγεί ο πρέσβης μας Αλέξανδρος Δημητρακόπουλος. «Τις νύχτες εξάλλου» συμπληρώνει ο μπαρουτοκαπνισμένος Μανώλης Ανδρουλάκης, δεύτερος τη τάξει στην πρεσβεία μας, «ο εσωτερικός εχθρός, σπιούνοι και σαμποτέρ, απειλεί να κάνει μεγαλύτερη ζημιά. Κάλλιο άρα να κρατάς τον κόσμο στα σπίτια του». «Είναι πολλοί οι σπιούνοι;» ρωτάω. «Είχαν πιάσει, προ καιρού, κάτι πιτσιρικάδες που έστελναν στους ρώσους πληροφορίες…».

«Τέσσερα χρόνια μοιάζουν υπερβολικά πολλά!» παρατηρώ. «Οχι για έναν αγώνα ανεξαρτησίας, χειραφέτησης, που είχε δοθεί ξανά και ξανά στο παρελθόν και είχε χαθεί…» επισημαίνει ο Αντρίι Σαβένκο, ο διερμηνέας μου στα ουκρανικά, άνθρωπος πνευματώδης και εντυπωσιακά μορφωμένος. «Από πού ξεκινάει η σύγκρουση; Από το γεγονός ότι οι Ρώσοι διαπνέονται από μια αυτοκρατορική, καταβροχθιστική νοοτροπία. Ολους τους όμορους λαούς τούς αντιμετωπίζουν με την υπεροψία του αποικιοκράτη. Κι όταν δεν φτάνουν να αμφισβητούν την ίδια μας την ύπαρξη – “ποια Ουκρανία; για κατασκεύασμα πρόκειται!” έχει ακουστεί από τα πιο επίσημα χείλη –, και όταν μας αναγνωρίζουν ταυτότητα και γλώσσα, και τότε ακόμα μας κοιτάζουν αφ’ υψηλού. “Τα Ουκρανάκια είναι καλά για να φοράνε βισιβάνκες, κεντητά πουκάμισα, και να μας διασκεδάζουν χορεύοντας καζατσόκ…”. Ιδού λοιπόν η απάντησή μας στο πεδίο της μάχης!».

Σθεναρή αντίσταση

Επισκεπτόμενος το πολεμικό μουσείο, αντικρίζοντας τα λάφυρα, επιβεβαιώνω όσα μου λένε οι καινούργιοι φίλοι μου. Οι Ρώσοι, όταν επιτέθηκαν στα τέλη του Φεβρουαρίου του 2022, πίστευαν ότι θα έκαναν περίπατο. Πως θα άλωναν αμαχητί σχεδόν το Κίεβο, μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα. Στις τσέπες τους βρέθηκαν πιστωτικές κάρτες, για να ψωνίσουν απ’ τα μαγαζιά εάν δεν τους επιτρεπόταν το πλιάτσικο. Κουβαλούσαν μαζί τους επίσημες στολές για τη νικητήρια παρέλαση που θα έκαναν. Είχαν σφιχτό χρονοδιάγραμμα. «Απόψε καταλαμβάνουμε τη Βουλή και το Προεδρικό Μέγαρο. Αύριο το πρωί, διορίζουμε δωσίλογη κυβέρνηση…». Προέλασαν ως τα περίχωρα της πρωτεύουσας. Η μαρτυρική Μπούτζα, με τους σχεδόν πεντακόσιους άμαχους νεκρούς, απέχει από το Μεϊντάν όσο η Νέα Ερυθραία από το Σύνταγμα.

Τι τους σταμάτησε; Η έμπρακτη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας. Κυρίως όμως η αντίσταση των Ουκρανών, που μετά το πάθημα της Κριμαίας το 2014, το είχαν βάλει όρκο να μην παραδώσουν αναίμακτα ούτε μια σπιθαμή εδάφους τους. Ρώσικα μεταγωγικά Αντόνοφ μετέφεραν δέκα χιλιάδες καταδρομείς. Οι Κιεβίτες βομβάρδισαν οι ίδιοι το αεροδρόμιό τους και τα εμπόδισαν να προσγειωθούν. Την ίδια ώρα, μοιράζονταν όπλα στους πολίτες.

Με το βλέμμα στο μέλλον

Ο πρόεδρος Ζελένσκι αρνήθηκε να διαφύγει στο εξωτερικό. Αυτό εκτόξευσε το φρόνημα του λαού του. Οι ρωσόφιλοι τον αποκαλούν κλόουν. Κλόουν θα έλεγαν και τον Τσάρλι Τσάπλιν το 1940, όταν γυρίζοντας τον «Μεγάλο Δικτάτορα», έβγαλε γλώσσα στον Χίτλερ. «Τον έχετε συναντήσει;» ρωτάω τους φίλους μου. «Βεβαίως! Είναι ακριβώς το αντίθετο του Πούτιν. Αμεσος, προσιτός, μπορεί μέχρι και να αστειεύεται κι ας έχει εμφανώς βαρύνει από όσα έχει ζήσει από το 2022». «Το περιβάλλον του ωστόσο κατηγορείται για διαφθορά…». «Παντού στην πρώην Σοβιετική Ενωση, μετά τη διάλυσή της το 1991, η εξουσία πέρασε στους ολιγάρχες. Εκείνοι έκαναν κουμάντο, ήλεγχαν την πολιτική ζωή. Ο ουσιαστικός εκδημοκρατισμός, η κοινωνική δικαιοσύνη παραμένει ζητούμενο. Τουλάχιστον όμως στην Ουκρανία τα σκάνδαλα πλέον καταγγέλλονται, έρχονται στο φως. Στη Ρωσία, αντίθετα, τα σκιάζει όλα η φοβέρα. Κιχ να βγάλει κάποιος πολίτης εναντίον του Κρεμλίνου, θα τον φάει ακαριαία η μαρμάγκα. Δες το κι αλλιώς. Εκεί κυβερνούν εβδομηντάρηδες, που αναπολούν την ένδοξη – κατά τη γνώμη τους – περίοδο του Στάλιν. Εδώ σαραντάρηδες, με το βλέμμα στο μέλλον».

Πολιτιστικός ιμπεριαλισμός

Στη λέσχη λογοτεχνίας PEN – πρόεδρος της οποίας διετέλεσε ο Αντρέι Κουρκόφ, ο επιφανέστερος ουκρανός συγγραφέας και τον διαδέχθηκε ο διαπρεπής διανοούμενος Βολοντιμίρ Γιερμολένκο –, στο Κίεβο, με υποδέχονται εξαιρετικά εγκάρδια. Βρίσκουν στο μυθιστόρημά μου «Νίκη» πολλές εκλεκτικές συγγένειες με την εθνική τους περιπέτεια. Τους θυμίζει εξάλλου τη δική τους Νίκη. Ή Νίκα. Τη δεκαοκτάχρονη Βερόνικα Καζούσκο, η οποία σκοτώθηκε σε βομβαρδισμό στο Χάρκοβο, το 2024. Στη μνήμη της, οι νέοι ποιητές και καλλιτέχνες έχουν ονομαστεί «Γενιά της Νίκης». Είναι το αντίστοιχο της Gen Z.

«Στο PEN θα χαρούν να κουβεντιάσετε για όλα. Προτιμότερο πάντως να μην αναφέρεις ως αγαπημένους σου συγγραφείς τον Ντοστογέφσκι ή τον Τολστόι…». «Γιατί;» απορώ. «Ο ιμπεριαλισμός των Ρώσων είναι – πρωτίστως ίσως – πολιτιστικός. Περνιούνται για φορείς ενός ανώτερου πνεύματος. Προφανώς οι Ουκρανοί αντιδρούν, διεκδικούν και προβάλλουν τη δική τους ταυτότητα.

Στον Γκόγκολ, μάλιστα, πλέξε όσο θέλεις το εγκώμιο. Εκείνος, γέννημα – θρέμμα της Ουκρανίας, θεμελίωσε τη ρώσικη λογοτεχνία». «Ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ;». «Αυτός αποτελεί το μεγαλύτερο αγκάθι σήμερα. Ποιος να αρνηθεί στο μυθιστόρημα “Ο Μετρ και η Μαργαρίτα” τον τίτλο του αριστουργήματος; Ο Μπουλγκάκοφ ωστόσο δήλωνε καθαρόαιμος Ρώσος, αντιπαθούσε την ιδέα της ουκρανικής απελευθέρωσης, νοσταλγούσε τους τσαρικούς καιρούς. Το γεγονός ότι το σπίτι του εξακολουθεί να λειτουργεί ως μουσείο συνιστά εκ μέρους των Ουκρανών ξεχωριστή γενναιοδωρία.

Στην Οδησσό, το μουσείο του Πούσκιν έκλεισε. Πάλι καλά που δεν τον έβγαλαν κι από τα σχολικά ανθολόγια».

Διυλίζουν τον κώνωπα; Ουδόλως. Οι συγγραφείς εδώ έχουν απίστευτη, για τα δικά μας δεδομένα, αίγλη και δημοφιλία. Τα βιβλία λειτουργούν σαν πυξίδες. Ο Σέρχι Ζαρντάν έγινε λαϊκός ήρωας όταν, μετά τις βραβεύσεις των μυθιστορημάτων του, κατετάγη στον στρατό, πήγε στο μέτωπο. Ισως, στα χνάρια του Αισχύλου, ζητήσει ο Ζαρντάν να γραφτεί στον τάφο του ότι πολέμησε με τη 13η Ταξιαρχία.

Τραγικές ιστορίες

Καθένας εδώ κουβαλάει μία τουλάχιστον τραγική ιστορία. Κάποιος δικός του σκοτώθηκε ή σακατεύτηκε, ο ίδιος πιθανότατα να αιχμαλωτίστηκε. Σαν τον Μαξίμ Μπούτκεβιτς, που σάπιζε σε ρώσικο μπουντρούμι επί δυόμισι χρόνια και σήμερα έχει γίνει απόστολος των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Σαν τον φαντάρο που του ακρωτηρίασαν χέρια και πόδια και επέμενε, στο κέντρο αποκατάστασης, να γυμνάζεται με μια πλάκα τσιμέντο στην κοιλιά του. «Θα έρθει μεθαύριο το κορίτσι μου» είπε στην ξένη αντιπροσωπεία που τον επισκέφθηκε. «Θέλω να είμαι σε φόρμα!».

Προτού συμπληρώσουν τα είκοσι πέντε, οι Ουκρανοί δεν στρατεύονται. Προστατεύει έτσι η κυβέρνηση τη νέα γενιά. Οχι ότι ως πολίτης βρίσκεσαι εκτός κινδύνου. Ο εχθρός βαράει στο ψαχνό συχνά και σε πυκνοκατοικημένες περιοχές. Στις 23 Μαΐου, ένας πύραυλος Ορέσνικ κατέκαυσε ένα εμπορικό κέντρο στο κέντρο του Κίεβου – «αντίποινα» τα αποκαλούν, στα πλαίσια της συλλογικής ευθύνης. Η Μόσχα κάλεσε τους ξένους διπλωμάτες να φύγουν από την Ουκρανία. «Ούτε νεκροί!» απάντησαν ομόφωνα εκείνοι. «Προφανώς οι κυβερνήσεις τους τούς έχουν για πέταμα…» σάρκασε ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, πρώην «αντ’ αυτού» του Πούτιν. Για του λόγου το αληθές, η κατοικία του αλβανού πρέσβη καταστράφηκε από ρώσικο ντρόουν.

Ενστικτο επιβίωσης

«Πότε θα τελειώσει ο πόλεμος;» ρωτάω τον κάθε συνομιλητή μου. «Δεν ξέρουμε ούτε πότε ούτε πώς» μου απαντούν οι περισσότεροι. «Δεν αποκλείεται να τραβήξει και δύο χρόνια ακόμα. Ή να σταματήσει ξαφνικά, με μια “προσωρινή ανακωχή” που θα παραταθεί επ’ αόριστον, όπως συνέβη στην Κορέα. Πρόκειται για έναν πόλεμο φθοράς – δέκα χιλιόμετρα κερδίζονται, εφτά χάνονται, καμιά προέλαση εκατέρωθεν δεν έχει ευοδωθεί απολύτως. Ο Πούτιν, που διευθύνει προσωπικά τον στρατό του, δεν θα ξεμείνει ποτέ από φαντάρους. Πάμφτωχοι άνθρωποι, από την απέραντη ρώσικη επικράτεια, παίρνουν – καλούμενοι στα όπλα – μέχρι και χίλια πεντακόσια δολάρια τον μήνα. Αν σκοτωθούν, οι οικογένειές τους λαμβάνουν πενήντα χιλιάρικα αποζημίωση. Κοπέλες σπεύδουν να παντρευτούν νεοσύλλεκτους, προσβλέποντας στη χρυσή χηρεία…». «Μήπως ευτελίζετε υπερβολικά τους εχθρούς σας;». Ο Αντρίι αίφνης σκοτεινιάζει. «Στη μάχη, όταν γύρω γίνεται κακός χαμός, κανείς – ούτε εμείς, ούτε εκείνοι – δεν εμπνέεται από τα υψηλά ιδανικά» μου λέει. «Κυριαρχεί μέσα σου εκεί το πρωταρχικό ένστικτο. Της επιβίωσης. Σκοτώνεις για να μη σκοτωθείς».

Η οικονομία της Ουκρανίας θα άντεχε σαφώς λιγότερο από τον λαό της εάν δεν αιμοδοτούνταν από την Ευρωπαϊκή Ενωση και από τις ΗΠΑ. Μέσα στις φλόγες του πολέμου ωστόσο, θέτονται οι βάσεις της μελλοντικής ακμής της. Τεχνολογίες αναπτύσσονται ραγδαία. Καινοτομίες δοκιμάζονται στην πράξη, η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική… Ηλικιωμένες κυρίες στο Κίεβο πλέκουν – σαν τους ψαράδες – γκριζοπράσινα δίχτυα, για να σκεπάζονται τα οχήματα του στρατού, να καμουφλάρονται, να μην τα εντοπίζει από ψηλά ο εχθρός. Την ίδια ώρα, στα ουκρανικά εργοστάσια, κατασκευάζονται υπερσύγχρονες οπτικές ίνες. «Τα ντρόουν» μού λέει η υπέυθυνη Διεθνών Δημόσιων σχέσεων του στρατού, Αννα Κοστιουτσένκο, «θα αποδειχθούν σωτήρια σε καιρούς ειρήνης. Θα βοηθούν στην καθημερινότητα, θα σώζουν θύματα φυσικών καταστροφών…». «Σε τι ποσοστό;» τη ρωτάω «ο πόλεμός σας ήδη διεξάγεται από τηλεχειριστήρια;». «Στο σαράντα τοις εκατό. Ακόμα θυσιάζονται πολλές ανθρώπινες ζωές. Δεν είναι όμως διόλου μακρινή η εποχή που στο πεδίο θα αλληλοκαταστρέφονται μονάχα μηχανήματα».

Το μαρτύριο και το μεγαλείο

«Η ανοικοδόμηση της Ουκρανίας βρίσκεται προ των πυλών» μου λέει ο πρέσβης Δημητρακόπουλος, ο οποίος διαθέτει εντυπωσιακή πληροφόρηση και εξαιρετική αναλυτική ικανότητα. «Θα επενδυθούν αστρονομικά ποσά. Οι έλληνες επιχειρηματίες κάλλιο να βιαστούν για να αξιοποιήσουν την ιστορική ευκαιρία. Οποιος τολμήσει να ρισκάρει εδώ, θα βγει πολλαπλώς κερδισμένος!».Στα μπαρ του Κιέβου κι ακόμα περισσότερο της Οδησσού, η ατμόσφαιρα θυμίζει τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα. Ή τη θρυλική ταινία «Καζαμπλάνκα». Φαντάροι σε άδεια. Ξένοι τυχοδιώκτες. Μυστήριοι τύποι με απροσδόκητες διασυνδέσεις και με θολά βιογραφικά – θα στοιχημάτιζες πως πρόκειται για πράκτορες. Εργαζόμενα κορίτσια, κάπως υπερβολικά καλλωπισμένα, με μια σκιά στο βλέμμα που δεν είναι μακιγιάζ. Επαίτες σού πλασάρουν εικονίτσες αγίων, σερβιτόροι φέρνουν σαμπάνιες, αψέντι και πεντανόστιμους μαυροθαλασσίτικους μεζέδες. Ο πόλεμος ως πασαρέλα.

Νιαουρίζουν ξάφνου οι σειρήνες σαν γάτες σε οίστρο – μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο ξερός ήχος των κανονιών, το κροτάλισμα αντιαεροπορικών, οι εκρήξεις. «Τρέχα, είναι σοβαρό!» λέει ο Αλέξανδρος, λίγο και θα με άρπαζε από το μπράτσο για να με σύρει στο καταφύγιο. Σηκώνω το βλέμμα. Δύο ντρόουν πετάνε πολύ χαμηλά, τα κόκκινα φωτάκια τους αναβοσβήνουν, ποιος ξέρει πού θα συντριβούν, τι θα συντρίψουν… Ο πόλεμος ως συμφορά.

«Σας ευχαριστούμε που ήρθατε. Που δεν φοβηθήκατε…» μου κάνουν συχνά. «Εγώ σας ευχαριστώ. Εξω από τον χορό του θανάτου, από την ασφάλεια του σπιτιού του, καθένας εύκολα ρητορεύει για το δικαίωμα των εθνών σε αυτοδιάθεση. Για την αντίσταση σε κάθε βάναυση απειλή. Για την απελευθέρωση από το ωμό δίκιο του ισχυρότερου. Ταξιδεύοντας στην Ουκρανία, έχεις την ευκαιρία να αποδείξεις – στον εαυτό σου πρώτα – ότι όσα λες σε έναν βαθμό τα εννοείς. Πως συμμερίζεσαι στην πράξη το μαρτύριο και το μεγαλείο του λαού».