- Advertisement -

Χειροτεχνία: Επιστροφή στο μέλλον

Χειροτεχνία: Επιστροφή στο μέλλον
71

- Advertisement -

Η μεγάλη έκπληξη της φθινοπωρινής δημοπρασίας του οίκου VERGOS που εστιάζει σε οικονομικώς προσιτά έργα τέχνης καταξιωμένων δημιουργών ήταν ο λαχνός 78. Επρόκειτο για μια μικρή ταπισερί μόλις 43 επί 29,5 εκατοστών με τίτλο «Αρετούσα». Τα αρχικά του καλλιτέχνη κάτω δεξιά: Ι. Φ. Αυτό ακριβώς το όνομα, Ιωάννης Φαϊτάκης (1926-2012), προκάλεσε κάποιον από τους φανατικούς συλλέκτες της δουλειάς τού δημιουργού να διεκδικήσει με επιμονή το έργο, ανεβάζοντας την τελική τιμή πώλησης στα 12.445 ευρώ.

Η «Αρετούσα» έκανε ρεκόρ πώλησης σχεδόν δεκαπλασιάζοντας την αρχική εκτίμηση του οίκου που ήταν 800-1.200 ευρώ και βέβαια ανέτρεψε τους όρους της λεγόμενης «μικρής» δημοπρασίας έργων τέχνης του φθινοπώρου, μιας ειδικής κατηγορίας που καθιέρωσε ο οίκος VERGOS με τιμές εκκίνησης που ξεκινούν από 100-200 ευρώ και φτάνουν μέχρι τις 3.000.

Ο ζωγράφος Γιάννης Φαϊτάκης, απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και μαθητής των Γιάννη Μόραλη και Γιάννη Τσαρούχη, μετεκπαιδεύτηκε με υποτροφία της Πρόνοιας στη Γαλλία, στην École National d’ Art Décoratif d’ Aubusson (1960-62).

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, προχώρησε στην υλοποίηση ενός τολμηρού σχεδίου: να υφάνει, δοκιμαστικά, πίνακες σύγχρονων ζωγράφων καθώς και δικά του σχέδια. Τα έργα εκτέθηκαν στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, στο ξενοδοχείο Hilton, τον Δεκέμβριο του 1965 και από εκεί και έπειτα άνοιξε ένας ολόκληρος κύκλος παραγωγής ταπισερί, που συνδέθηκε με τη δημόσια πολιτική για την οικοτεχνία και τη χειροτεχνία.

Τα έργα του Φαϊτάκη κινούνται μέσα σε έναν ονειρικό κόσμο, ενώ τα έντονα χρώματα συνταιριασμένα δεξιοτεχνικά με την ελληνική θεματογραφία αποτελούν τα χαρακτηριστικά της προσωπικής δουλειάς του. Οι ταπισερί είναι διακοσμητικά υφαντά τοίχου, από τα σημαντικότερα χειροτεχνήματα της οικοτεχνίας και από τα πιο ιδανικά μέσα αναπαραγωγής της ζωγραφικής, φτιαγμένες στον αργαλειό με κλωστές και σαΐτες. Η σημασία τους, όμως, στην ελληνική περίπτωση υπερβαίνει την έννοια ενός διακοσμητικού αντικειμένου. Για ένα διάστημα αποτέλεσαν έναν μηχανισμό μεταφοράς της ζωγραφικής σε ένα άλλο υλικό και, ταυτόχρονα, έναν τρόπο να συναντηθούν η καλλιτεχνική δημιουργία, η παραδοσιακή τεχνογνωσία και η κοινωνική πολιτική.

Στις ταπισερί που κατασκευάστηκαν υπό την αιγίδα του καταργημένου πλέον Εθνικού Οργανισμού Πρόνοιας (ΕΟΠ) και σήμερα ανήκουν στη συλλογή του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), αποτυπώθηκαν σημαντικά έργα φημισμένων ελλήνων ζωγράφων, όπως των Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα, Γιάννη Μόραλη, Γιάννη Τσαρούχη, Σπύρου Βασιλείου, Γιάννη Σπυρόπουλου, Νίκου Νικολάου, καθώς και του Γιάννη Φαϊτάκη, που διηύθυνε τη Σχολή Ταπισερί. Η ίδια η ιστορία του ΕΟΠ είναι ενδεικτική: η Βασιλική Πρόνοια, που είχε ιδρυθεί το 1955, είχε ήδη αναπτύξει προγράμματα οικοτεχνίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ταπητουργία, ενώ το 1970 μετονομάστηκε σε Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας.

Η συνέχεια είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Το 1977, με τον Νόμο 707/1977, ο Εθνικός Οργανισμός Ελληνικής Χειροτεχνίας (ΕΟΕΧ) και το Κέντρο Βιοτεχνικής Ανάπτυξης (ΚΕΒΑ) ενοποιήθηκαν και δημιούργησαν τον ΕΟΜΜΕΧ, τον Ελληνικό Οργανισμό Μικρών – Μεσαίων Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας. Ο ΕΟΜΜΕΧ λειτούργησε για δεκαετίες ως ένας από τους βασικούς θεσμούς καταγραφής, εκπαίδευσης και υποστήριξης αυτών των δραστηριοτήτων, διασώζοντας τεχνικές και γνώσεις που σήμερα αποκτούν εκ νέου πολιτιστική και οικονομική αξία.

Αν τότε η χειροτεχνία αντιμετωπιζόταν κυρίως ως παραγωγική, κοινωνική ή εκπαιδευτική δραστηριότητα, σήμερα επιστρέφει σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον: εκείνο της σύγχρονης τέχνης, του design και της διεθνούς συλλεκτικής αγοράς. Η αλλαγή δεν είναι απλώς αισθητική, αλλά επίσης οικονομική. Η αξία ενός αντικειμένου δεν βρίσκεται πλέον μόνο στην υπογραφή του καλλιτέχνη, αλλά και στη σπανιότητα της τεχνικής, στον χρόνο κατασκευής, στη γνώση που ενσωματώνει και στην ίδια την υλικότητά του. Η ταπισερί, το κεραμικό, το ξύλο, το γυαλί, το μέταλλο, το ύφασμα δεν είναι πια υποδεέστερες κατηγορίες απέναντι στη ζωγραφική ή τη γλυπτική, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν ως αυτόνομα συλλεκτικά έργα.

Και εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ρεκόρ της «Αρετούσας». Το ποσό των 12.445 ευρώ για ένα μικρό υφαντό έργο αποκαλύπτει τη μετατόπιση στην αντίληψη της αξίας: ένα έργο που βασίζεται σε μια επίπονη, εξειδικευμένη και σχεδόν βιοτεχνική διαδικασία μπορεί να διεκδικηθεί στην αγορά με την ίδια ένταση που διεκδικείται ένας πίνακας. Το ρεκόρ λειτουργεί, επομένως, ως μια μικρή αλλά χαρακτηριστική ένδειξη μιας μεγαλύτερης αλλαγής.

Στη Frieze Seoul

Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν μεταφερθούμε στην Ασία, μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες αγορές τέχνης. Στη διοργάνωση Frieze Seoul 2026, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 2-5 Σεπτεμβρίου, η νέα ενότητα Material Practice αφιερώθηκε ακριβώς στη συνάντηση σύγχρονης τέχνης, design και χειροτεχνίας, με έργα σε κεραμική, ύφασμα, γυαλί, μέταλλο, ξύλο και hanji, την παραδοσιακή κορεατική χειροποίητη χαρτοποιία. Η Frieze παρουσίασε τη χειροτεχνία (craft) ως διατομεακή καλλιτεχνική πρακτική και ως πεδίο που συμμετέχει πλέον ενεργά στη σύγχρονη συλλεκτική κουλτούρα. Και η αγορά απάντησε. Στη Material Practice, έργο με 27 πάνελ της Μιονγκ-ε Λι που παρουσιάστηκε από την γκαλερί Marta πουλήθηκε για 34.000 δολάρια, σημειώνοντας ρεκόρ για την καλλιτέχνιδα. Κεραμικά έργα του Λι Σουνγκ Χι πουλήθηκαν από 36.000 έως 40.000 δολάρια, ενώ έργα του Σουνγκ-ταΐκ Τζανγκ έφτασαν τα 15.000 δολάρια και έργα του Παρκ Τζονγκ-τζιν τα 40.000 δολάρια. Η γκαλερί La Heen, μάλιστα, πούλησε όλα τα ξύλινα moon jars του Γκιου Κιμ, έργα που συνομιλούν με αυτή την εμβληματική κορεατική κεραμική παράδοση, σε διεθνείς συλλέκτες.

Η Σεούλ, επομένως, επιβεβαιώνει και με αριθμούς ότι η χειροτεχνία επιστρέφει. Μας δείχνει μάλιστα και τους όρους αυτής της επιστροφής: χωρίς νοσταλγία για το παραδοσιακό αλλά με σύγχρονη εκφραστική γλώσσα. Από τις ταπισερί του Φαϊτάκη και τους αργαλειούς των εργαστηρίων, που οργανώθηκαν υπό την αιγίδα δημόσιων θεσμών, έως τη Material Practice της Frieze, η διαδρομή είναι μεγάλη, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: η αξία του χεριού, της τεχνικής και του χρόνου που απαιτεί αναγνωρίζεται πλέον ως αξία τέχνης.

- Post Down -

Comments are closed.