- Advertisement -

Ο Ουμπέρτο Εκο αγαπούσε τα βιβλία. Ζούσε με τη συντροφιά τους ακόμα κι αν μόνο τα ακουμπούσε χωρίς να προλαβαίνει να τα διαβάζει. Η δαιδαλώδης βιβλιοθήκη του – λέγεται ότι είχε 30.000 τόμους – είχε γίνει viral πολύ πριν υπάρξει το ΤίκTok και η καταστροφική για τη φιλαναγνωσία χρήση του από τη γενιά των πιτσιρικιών.
Ο ιταλός συγγραφέας ξεχώριζε τη βιβλιοφιλία από τη βιβλιομανία θεωρώντας την πρώτη αγάπη για το βιβλίο και τη δεύτερη αγάπη για αποκλειστική κατοχή του βιβλίου. Από αυτό το δίπολο αγάπης ή συσσωρευτικής μανίας για τα αδιάβαστα βιβλία ξεκίνησε η δημιουργία μία συλλογής ρούχων.
Και όχι μία φιλολογική συζήτηση. Πρόκειται για την αντιπρόταση του Αλεσάντρο Μικέλε, καλλιτεχνικού διευθυντή του οίκου Valentino, στην τακτική των εύκολων εντυπώσεων που συνοδεύουν τις επίσημες παρουσιάσεις συλλογών κατά την Εβδομάδα Μόδας.
Ο Μικέλε βασίστηκε στην έννοια της «Αντιβιβλιοθήκης» για αυτό που πρόσφατα έδειξε στο Παρίσι ως Valentino συλλογή Α/Κ 2027. Το εύρημά του περιέχεται στο χρηματοοικονομικό δοκίμιο «Ο Μαύρος Κύκνος» (εκδ. Φερενίκη) του Nassim Taleb και οι συνοδευτικές σημειώσεις του σόου αναφέρουν την Αντιβιβλιοθήκη καλώντας τους καλεσμένους της επίδειξης να εμφανιστούν στον χώρο της πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης Σεντ Ζενεβιέβ κρατώντας ένα βιβλίο.
Η συλλογή του, που παρουσιάστηκε στο αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης της Σορβόννης, κτιρίου του 19ου αιώνα, υποθετικά εξερευνά τη συσσώρευση ως μια συνάντηση μεταξύ της μόδας και όσων παραμένουν άγνωστα. «Ο Εκο συνήθιζε να χωρίζει τους επισκέπτες σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που αντιδρούν με ένα “ουάου! κύριε καθηγητά, τι βιβλιοθήκη έχετε! Πόσα από αυτά τα βιβλία έχετε διαβάσει;”. Και σε εκείνους – μια πολύ μικρή μειοψηφία – που καταλαβαίνουν ότι μια ιδιωτική βιβλιοθήκη δεν είναι ένα παράρτημα που ενισχύει τον εγωισμό αλλά ένα εργαλείο έρευνας. Τα διαβασμένα βιβλία ίσως έχουν πολύ μικρότερη αξία από τα αδιάβαστα. Θα συσσωρεύετε περισσότερες γνώσεις και περισσότερα βιβλία καθώς μεγαλώνετε και ο αυξανόμενος αριθμός αδιάβαστων βιβλίων στα ράφια θα σας κοιτάζει απειλητικά. Ας ονομάσουμε αυτή τη συλλογή αδιάβαστων βιβλίων “αντιβιβλιοθήκη”», γράφει ο Taleb.
Σύμφωνα με τη διατύπωση του Μικέλε η μόδα μπορεί να λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Τα ρούχα δεν χρειάζεται να φορεθούν, να ανήκουν σε κάποιον ή να καταναλωθούν για να έχουν νόημα. Μπορούν να υπάρχουν ως πιθανότητες. Τα μακριά ξύλινα τραπέζια ανάγνωσης, τα πράσινα γυάλινα επιτραπέζια φωτιστικά, τα σιδερένια κάγκελα και τα γεμάτα με βιβλία ράφια πρόβαλλαν την αρχιτεκτονική του χώρου που περιστρέφεται γύρω από την πνευματική συγκέντρωση, τη μνήμη και τη συσσωρευμένη γνώση.
Με φόντο έναν χώρο που έχει κατασκευαστεί για να διαφυλάξει τη γνώση από ό,τι προηγήθηκε τα μοντέλα της επίδειξης κυκλοφόρησαν ανάμεσα στα έδρανα δηλώνοντας ότι τα ρούχα είναι προσωρινά. Τα βιβλία παραμένουν στα ράφια, ενώ η συλλογή του ιταλικού οίκου μόδας παρελαύνει ανάμεσά τους, τονίζοντας την αντίθεση μεταξύ του μόνιμου και του εφήμερου.
Ο Αλεσάντρο Μικέλε επεκτείνει το επιχείρημα από τα βιβλία στα ρούχα. Η συλλογή Anti-bibliotheca συγκεντρώνει ρούχα που ίσως να μην μπουν ποτέ στην καθημερινή ζωή, ενώ μας δείχνει πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτή η ζωή. Ενα βιβλίο που δεν έχει διαβαστεί δεν είναι άχρηστο επειδή δεν έχει ανοιχτεί, όπως και ένα ρούχο που δεν έχει φορεθεί δεν στερείται αξίας επειδή παραμένει στην ντουλάπα ή υπάρχει μόνο ως εικόνα. Αδιάβαστα βιβλία και αφόρετα ρούχα κρύβουν τη δυνατότητα για κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα.
Η απελευθερωτική άποψη του ιταλού διανοούμενου σχεδιαστή ακούγεται καθησυχαστική ότι δεν χρειαζόμαστε να έχουμε στην κατοχή μας ρούχα. Αφού προηγουμένως συμφιλιωθούμε με την αδυναμία μας να αγοράζουμε καινούργια και ακριβά πράγματα, ας αρκεστούμε στην πιθανότητα ότι δυνητικά θα αποκτήσουμε ένα κομμάτι. Η Anti-bibliotheca του είναι μία παρηγοριά, ένα χρυσωμένο χάπι για τους σημερινούς οικονομικά εξασθενημένους καταναλωτές, οι οποίοι κάποτε έδρασαν ως θερμοί συλλέκτες των παράξενων, ντιζαϊνάτων, φευγάτων ιδεών που μετουσιώθηκαν σε ενδύματα που είχαν νόημα.
Comments are closed.