- Advertisement -

Οι «Τρωάδες» για όσους δεν καταθέτουν τα όπλα

Οι «Τρωάδες» για όσους δεν καταθέτουν τα όπλα
2

- Advertisement -

Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη γεννήθηκαν πριν από 2.500 χρόνια από την ανάγκη να ακουστεί η φωνή εκείνων που συνήθως η Ιστορία αφήνει πίσω: των γυναικών που έχασαν την πατρίδα, την οικογένεια, την ελευθερία τους. Αλλά όχι τη δύναμή τους να μιλήσουν. Στη νέα σκηνική ανάγνωση του έργου που θα παρουσιαστεί στις 31 Ιουλίου και 1 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, αυτή η φωνή αποκτάει περισσότερες αποχρώσεις. Στην πρώτη της παρουσία στο αργολικό θέατρο, η σκηνοθέτρια Ελένη Ευθυμίου φέρνει στη σκηνή 22 διαφορετικά σώματα, ηλικίες κι εμπειρίες, με ή χωρίς αναπηρίες, δημιουργώντας με τη συνοδεία ζωντανής μουσικής για πρώτη φορά έναν χώρο όπου η καθολική συμπερίληψη δεν είναι εξαίρεση αλλά η ουσία της συλλογικής αφήγησης.

«Η συνύπαρξή μου με τα μέλη της ομάδας Εν Δυνάμει, την οποία παρακολουθώ θεατρικά ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια, είναι κάτι που με χαροποιεί αλλά και με διευκολύνει πάρα πολύ. Γιατί υπάρχει ένα πρωταρχικό κομμάτι δοσίματος κι αθωότητας που η σκηνή το έχει μεγάλη ανάγκη κι εμείς πολλές φορές δυσκολευόμαστε να περάσουμε από την καθημερινή ζωή σε αυτό. Μαζί τους, όμως, το “λύσιμο” είναι τέτοιο, που μου δίνουν αυτή τη δυνατότητα», αναφέρει η Εύη Σαουλίδου, η οποία πρωταγωνιστεί στην παράσταση ως Ανδρομάχη. Ως η χήρα του Εκτορα, δηλαδή, που μετά την ήττα του προορίζεται για παλλακίδα του γιου του Αχιλλέα.

Δίπλα της, θα έχει ένα σύνολο από ευάλωτα πρόσωπα που ούτε πριν από την άλωση της Τροίας όριζαν την τύχη τους, αλλά και τώρα βρίσκονται αιχμάλωτα στα χέρια των Ελλήνων. «Στην παράσταση θα συναντήσει το κοινό ανθρώπους μεγάλης ηλικίας, με κινητική ή νοητική αναπηρία, πιο εύσωμους ή πιο μικροκαμωμένους. Υπάρχει μέσα στον θίασο μια ωραία ποικιλία σωμάτων και προσεγγίσεων», δηλώνει από την πλευρά της η Ειρήνη Κουρούβανη, η οποία είναι μέλος του Χορού.

Η ίδια, χορεύτρια σε αμαξίδιο, μέρος του πολυφωνικού σώματος γυναικών που βιώνουν τις συνέπειες του πολέμου, αναδεικνύει με τον ρόλο της τις συχνά αόρατες πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας. «Επεξεργάζομαι ως καινούργια συνθήκη το πώς είναι μια Τρωάδα με αναπηρία, 2.500 χρόνια πριν. Ως Ειρήνη δεν έχω κάποια δυσκολία, αλλά ως ερμηνεύτρια πρέπει να έρθω αντιμέτωπη με την ίδια μου τη συνείδηση. Από σκηνής, προσπαθώ να πω ότι υπάρχω με το συγκεκριμένο σώμα που είναι αδύναμο από τα γόνατα και κάτω και βρίσκεται πάνω σε δύο ρόδες. Κάποιες φορές σκέφτομαι σαν να έχω τον δικό μου δούρειο ίππο, το τέχνασμα που είχαν οι Ελληνες, και σε μένα είναι το αμαξίδιό μου. Με κάνει να νιώθω δυνατή γιατί το όχημα αυτό μπορεί να με στηρίζει, να με μεταφέρει. Αλλά νιώθω και μια υπερηφάνεια γιατί με αυτό παίζω μια Τρωάδα με αναπηρία και μαζί με όλες τις άλλες υψώνω τη φωνή μου», τονίζει η Ειρήνη Κουρούβανη.

«Υπάρχει ορατότητα της αναπηρίας στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια. Το να τη δει όμως να υποκρίνεται, να παίζει, να υπάρχει σ’ ένα μεικτό σχήμα, στον χώρο της Επιδαύρου, σίγουρα μετατοπίζει σκέψεις, στάσεις και θέσεις. Βλέπεις τη συμπερίληψη να γίνεται πράξη κι οποιαδήποτε άλλη σκέψη περί διαχωρισμού σβήνει. Είναι σαν να τοποθετείσαι στην πιο όμορφη θέση του βάθρου και οι άλλοι να σε βλέπουν. Γιατί οι διάφορες αναπηρίες για μένα έχουν την τέχνη μέσα τους. Ενα σώμα με αναπηρία είναι μια τέχνη γιατί είναι διαφορετικό. Στα μουσεία βλέπουμε αγάλματα ακρωτηριασμένα, παραμορφωμένα μέσα στο διάβα των ετών, κι όμως μας αρέσουν. Ισως, αν δεν ήταν έτσι, ημιτελή, να μην ήταν τόσο όμορφα γιατί τώρα βάζουμε και τη φαντασία μας να δουλέψει για να σκεφτούμε πώς θα ήταν αυτό το μέλος», συνεχίζει.

Στην προσέγγιση της Ελένης Ευθυμίου, η Ανδρομάχη αναδεικνύεται σε μία από τις πιο σπαρακτικές μορφές της τραγωδίας αφού καλείται να αντιμετωπίσει την πιο αβάσταχτη πλευρά του πολέμου: την απώλεια του παιδιού της. «Προσπαθώ να είμαι σε συνομιλία με την εμπόλεμη κατάσταση που υπάρχει σε όλο τον κόσμο. Να πω τη συγκεκριμένη ιστορία μέσα από το σενάριο. Καλούμαι να ενσαρκώσω ένα πρόσωπο που έχει ανοίξει η γη κάτω από τα πόδια του και δεν υπάρχει τίποτα για να κρατηθεί πλέον. Θέλω λοιπόν να προσεγγίσω αυτήν την περιοχή όπου ο καθένας μας χάνει κάτι που του είναι πολύτιμο και να μπορέσω να φέρω αυτή τη συνθήκη σαν πιθανότητα στη σκηνή, έτσι ώστε όλοι μας να έχουμε στον νου μας ότι δεν είμαστε για πάντα, ότι η τραγωδία μπορεί να συμβεί στον καθένα μας ανά πάσα στιγμή και να μην επαναπαυόμαστε», υποστηρίζει η Εύη Σαουλίδου.

Ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα, οι ηρωίδες του Ευριπίδη αρνούνται να παραδοθούν, αναζητώντας στη δύναμη της φωνής και της συλλογικότητάς τους έναν τελευταίο τρόπο αντίστασης απέναντι στην εξουσία που επιχειρεί να τις υποτάξει. «Οι Τρωάδες είναι σε δυσμενή θέση λίγο πριν από το τέλος κι έχουν χάσει τα πάντα. Οπότε νομίζω ότι αυτό τις πυροδοτεί, ίσως η δύναμη και η αποφασιστικότητα που δεν έχουν γνωρίσει. Το να μπορούν να μη στέκονται παθητικά αλλά να δίνουν ένα δυναμικό παράδειγμα στην κοινότητα μεταξύ τους έχει μεγάλη σημασία. Γιατί σε συμπαγείς κοινότητες που ακόμα πιστεύουν σε αυτή την έννοια, το κάθε πρόσωπο όταν δρα δυναμικά δίνει ένα παράδειγμα προς τα υπόλοιπα. Δεν είναι κάτι μόνο για τον εαυτό τους αλλά είναι η στάση τους απέναντι στα πράγματα και πώς η καθεμία επηρεάζεται», υπογραμμίζει η Εύη Σαουλίδου και συμπληρώνει: «Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που φυλακίζονται αλλά δεν δέχονται να καταθέσουν τα όπλα, μεταφορικά μιλώντας. Αλλοι που τα έχουν καταθέσει αλλά ακόμα μέσα τους αντιστέκονται σε κάτι, ακόμα και με τον τρόπο ύπαρξής τους. Δεν τελειώνει ποτέ αυτό. Για μένα είναι σημαντικό να υπάρχει κάτι ζωντανό που να σε κρατάει σε διάλογο κι αντίσταση ταυτόχρονα για να μη χάνεις το χρώμα και τη θερμοκρασία σου. Να μην παραιτείσαι, να μη γίνεσαι ένα με το τίποτα, όπως είναι η τάση σήμερα. Πρέπει να ζεις, να αναπνέεις, να υπάρχεις, να έχεις φίλους, να μπορείς να τους βλέπεις. Να υπάρχει κάτι που να αντιστέκεται συνέχεια σε αυτή την εξουθένωση».

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΟΤΗΤΑ. Παρά την αιχμαλωσία τους, οι Τρωάδες δεν παύουν να αναζητούν έναν τελευταίο χώρο ελευθερίας. Οχι απαραίτητα έξω από τα δεσμά τους, αλλά μέσα στη δυνατότητα να ορίζουν ακόμη τον λόγο τους, τη μνήμη τους και τον τρόπο με τον οποίο θα σταθούν απέναντι στη μοίρα τους. «Πάνω στη γη, ό,τι κινείται, αναπνέει κι υπάρχει, από τη φύση του είναι ελεύθερο. Ακόμα κι όταν φαίνεται ότι έχεις έναν περιορισμό απέναντι στην ελευθερία σου, αν δεν χάσεις τη διαύγεια του μυαλού σου και τη φωτεινότητα που έχεις μέσα σου για το πώς βλέπεις τα πράγματα, εκεί μπορείς να κρατήσεις την ελευθερία σου. Κι ας θεωρούν οι άλλοι ότι είσαι φυλακισμένος. Το δικό μου σώμα μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι είναι περιορισμένο γιατί δεν υπάρχει μια φυσική ελευθερία κινητικότητας. Εγώ όμως από μικρό παιδί έχω βρει την ελευθερία μου στον λόγο, γιατί μπορεί να μην προλάβω να τρέξω να πιάσω κάτι αλλά θα το κάνει ο λόγος μου: θα το μεταφέρει σαν ντόμινο σε κάποιον άλλον για να το αρπάξει. Εχω σκεφτεί ότι αν ήμουν φυλακισμένη, αρκεί να υπήρχε ένα παράθυρο να βλέπω λίγο ουρανό και θα αισθανόμουν ότι είχα την ελευθερία μου. Η δύναμη του κάθε ανθρώπου είναι πραγματικά να επιθυμεί να παραμείνει ζωντανός και ελεύθερος. Αυτή δεν μπορεί να του την πάρει κανείς», επισημαίνει η Ειρήνη Κουρούβανη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόσταση που χωρίζει την αρχαία Τροία από το σήμερα μοιάζει μάλλον μικρότερη απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Οι φωνές των Τρωάδων συνομιλούν με τις φωνές των σύγχρονων θυμάτων του πολέμου, υπενθυμίζοντας ότι η βία, ο εκτοπισμός και η απώλεια εξακολουθούν να αποτελούν μια οδυνηρή πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπους. «Οι Τρωάδες είναι ένα τρανό παράδειγμα των κύκλων που κάνουν κάποια γεγονότα, ανάμεσά τους κι ο πόλεμος. Είναι ένα γεγονός το οποίο το ξέρουμε, μαζί με τα αποτελέσματα και τα δεινά του. Κι όμως η επόμενη γενιά θα ξαναμπεί στην ίδια διαδικασία. Σαν να είναι ένα φυσικό φαινόμενο που οι κοινωνίες δεν έχουν φτάσει σε αυτή την ικανότητα να μην το έχουν ανάγκη», λέει η Ειρήνη Κουρούβανη. «Μπορεί να είναι και λίγο χειρότερα σήμερα τα πράγματα σε σχέση με το τότε. Αυτή τη στιγμή διαπράττεται μια γενοκτονία κι ο υπόλοιπος κόσμος το βλέπει αυτό να συμβαίνει. Παλιά, δεν είχαμε τουλάχιστον γνώση και υπήρχε μια δικαιολογία, το ότι δεν είχαμε γνώση, ενώ τώρα καθόμαστε και το παρακολουθούμε. Νιώθω ότι η αδυναμία του ανθρώπου να χαλιναγωγήσει το τόσο επιθετικό και κατακτητικό του ένστικτο δυσκολεύει με το πέρασμα των ετών και τον δυσκολεύει και τον ίδιο τόσο, που ο κάθε καινούργιος πόλεμος έχω την αίσθηση ότι είναι αγριότερος απ’ τον προηγούμενο», συμπληρώνει από την πλευρά της η Εύη Σαουλίδου για να καταλήξει: «Επειδή ζούμε έναν μικρό πόλεμο κάθε μέρα, πιστεύω ότι αυτό που βάλλεται πρώτα απ’ όλα είναι η αξιοπρέπεια. Μιλώντας για τις δικές μας κοινωνίες, όταν ο κόσμος δεν έχει να φάει, να ζεσταθεί τον χειμώνα στο σπίτι του και ζει ουσιαστικά μόνο για να δουλεύει, το πρώτο πράγμα που βάλλεται είναι η ηρεμία και η αξιοπρέπειά του. Βλέπουμε ανθρώπους που είναι εκτός εαυτού, με το νευρικό τους σύστημα διαλυμένο. Αρα έχει χαθεί η έννοια της αξιοπρέπειας και της ευγένειας. Οχι της τυπικής αλλά της ουσιαστικής. Αν μπορούμε κάπως να αντισταθούμε, είναι με τον τρόπο της ουσιαστικής τέχνης, δηλαδή του να μην πηγαίνουμε προς ένα δίπολο. Συνέχεια μας βομβαρδίζουν με δίπολα, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά χρώματα, πτυχές, άνθρωποι και δεν είναι είτε το ένα είτε το άλλο. Ολα μπορούν να υπάρξουν με ηρεμία και αρμονία. Πρέπει να ξαναβρούμε το “μαζί”, γιατί ο καθένας μόνος του δεν μπορεί να υπάρξει απέναντι σε κάτι το οποίο προσπαθεί να μας διαλύσει».

- Post Down -

Comments are closed.