- Advertisement -

Το τελευταίο σας βιβλίο είναι μια νουβέλα που πραγματεύεται την πολυπλοκότητα της αδελφικής σχέσης και την τρέλα ως ψυχική ασθένεια. Γιατί η αδελφική σχέση κουβαλάει τόσο βάρος και αντικρουόμενα συναισθήματα;
Η αδελφοκτονία βρίσκεται στις απαρχές της ιστορίας μας κι εκεί συνυπάρχουν η αγάπη με τον φθόνο. Αισθανόμαστε τον αδελφό μας ως εισβολέα που απειλεί τα όρια της ταυτότητάς μας. Στην ουσία δεν αντέχουμε να μην είμαστε μοναδικοί, θέλουμε να αποτελούμε το «όλον» εμείς οι ίδιοι.
Η ανάγκη να ξεχωρίσουμε στα μάτια των γονιών μας σπρώχνει κάποιον ν’ αναλαμβάνει τον ρόλο του «καλού παιδιού» της οικογένειας;
Σαφώς! Διεκδικούμε τη μοναδικότητα απέναντι στο πώς μας βλέπουν οι γονείς και γύρω από αυτό αναπτύσσονται οι χαρακτήρες. Στο βιβλίο, ο πρωτότοκος προσπαθεί να ξεφορτωθεί τον μικρό, κι ο μικρός, σε αντιπαράθεση, γίνεται το «καλό παιδί» που εκπληρώνει τις ματαιωμένες προσδοκίες της οικογένειας. Ψυχαναλυτικά, δεν στρέφεται κανείς εναντίον ενός άγνωστου, αλλά εναντίον κάποιου δικού του που αποτελεί την ιδανική εικόνα αυτού που θα ήθελε να είναι. Είναι μια αναμέτρηση του «εγώ» με τον εαυτό μας. Πέρα όμως από την αδελφική σχέση, στην ιστορία μπαίνει και η τρέλα, που περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα όρια ανάμεσα στο «εγώ» και τον «άλλον». Η τρέλα υπερβαίνει τα γνωστά όρια και αποδομεί την πραγματικότητα, όπως την ξέρουμε, αποκαλύπτοντας ενίοτε άλλες πτυχές της.
Η τάση της ελληνικής οικογένειας, στην πλειονότητά της, να «θάβει» τα προβλήματα κάτω από το χαλί – κάτι που θίγεται στο βιβλίο σας – τι κρύβει; Γιατί μας δυσκολεύει η αλήθεια;
Τα σημαντικά πράγματα αποσιωπούνται και αυτή η αποσιώπηση δημιουργεί τραύματα και μεγάλη σύγχυση στα παιδιά. Ενα ακόμη χαρακτηριστικό της ελληνικής οικογένειας είναι ότι μπορεί να μπει ο καθένας στη ζωή του άλλου ό,τι ώρα θέλει, χωρίς να υπάρχουν σαφή όρια.
Το τελευταίο βιβλίο της Λίλας Κονομάρα «Μια τρίχα που γίνεται άλογο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη
Εφόσον τα περιστατικά δεν είναι δικά σας βιώματα, πώς επιλέξατε να «ντύσετε» την ιστορία με τόσο οικείες εικόνες, όπως αυτό το τρίπατο σπίτι με το κλειδί πάντα στην πόρτα;
Υπάρχουν ψυχολογικές πραγματικότητες και βιώματα που περιγράφονται στο βιβλίο, τα οποία έχω ζήσει – όπως το πώς εκδηλώνεται η ψυχική ασθένεια και πώς ακολουθεί αμέσως ο κοινωνικός στιγματισμός. Μια τέτοια κατάσταση αυτομάτως καθιστά όλη την οικογένεια στιγματισμένη και ένοχη στα μάτια του κόσμου. Ο «αδελφός του τρελού»… Ολα κινούνται γύρω από αυτό. Είναι ένας δεύτερος, προσωπικός Γολγοθάς που καλείται να αντιμετωπίσει κανείς, πέρα από το ίδιο το βάρος της αρρώστιας.
Πότε νιώσατε έτοιμη να μετουσιώσετε λογοτεχνικά αυτά τα επώδυνα βιώματα;
Γράφεις το βιβλίο που είσαι έτοιμος να γράψεις. Ερχεται μια στιγμή που το βιβλίο σε βρίσκει, γιατί πλέον μπορείς να το αντέξεις ψυχικά και συγγραφικά. Ακόμα και την ώρα της γραφής ένιωθα μεγάλη δυσφορία, γιατί αναδύονταν αυτές οι καταστάσεις. Χρειάζεται, όμως, να πάρεις την απαραίτητη απόσταση, να μη γράψεις ένα ημερολόγιο της ζωής σου, αλλά να μετουσιώσεις την εμπειρία σου. Αυτό κάνει η λογοτεχνία: μεταπλάθει και δίνει σχήμα.
Ποιο ήταν το πιο δυσβάσταχτο σημείο σε αυτή τη διαδρομή;
Σίγουρα ο πρώτος εγκλεισμός του αδελφού μου. Ημουν γύρω στα είκοσι τέσσερα. Είναι πάρα πολύ επώδυνο να βλέπεις έναν δικό σου άνθρωπο σε αυτή τη θέση, να σε παρακαλάει να τον βγάλεις από το ψυχιατρικό ίδρυμα κι εσύ να είσαι υποχρεωμένος να τον αφήσεις, γιατί πρέπει. Είσαι αντιμέτωπος με δύο αντιφατικά συναισθήματα σε μια απόλυτα συγκρουσιακή κατάσταση.
Πώς ισορρόπησαν η ενοχή και ο θυμός – που συνυπήρχαν – απέναντι στο βάρος αυτής της φροντίδας;
Η ενοχή είναι τεράστιο κομμάτι στην ψυχική ασθένεια. Αναρωτιέσαι γιατί εσύ να χαίρεσαι κι εκείνος να μην μπορεί. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και θυμός για το τεράστιο βάρος που σου φορτώνει η ζωή κι η οικογένεια, που σου ζητάει να τον φροντίσεις. Είναι ένα βάρος εφ’ όρου ζωής που δεν επέλεξες, ενώ θα ήθελες πολύ έναν φυσιολογικό αδελφό. Αυτό που με βοήθησε πάρα πολύ, να ισορροπήσω και να διαχωρίσω τη ζωή μου, ήταν η δημιουργία της δικής μου οικογένειας. Ετσι κατάφερα να φτιάξω μια δική μου πορεία.
Πώς διαμορφώνεται ένας χαρακτήρας που μεγαλώνει με ένα τέτοιο οικογενειακό βαρίδι;
Πολλοί καλλιτέχνες φέρουν μέσα τους ένα αίσθημα ρήγματος. Μεγάλωσα μέσα σε τεράστιες αντιφάσεις· από τη λαϊκή παράδοση του Αργους στον γαλλικό πολιτισμό μέσα στο σπίτι, και μετά από το συντηρητικό Αρσάκειο της Αθήνας σε σχολεία του εξωτερικού τα καλοκαίρια. Οταν γυρνούσα, έκλαιγα από τα αντικρουόμενα συναισθήματα που μου δημιουργούσαν όλες αυτές οι διαφορετικές πραγματικότητες. Σε όλα αυτά προσθέστε την ασθένεια του αδελφού μου, που την αντιληφθήκαμε στην εφηβεία. Ο τρόπος που βρήκα, για να διαχειριστώ αυτή την επώδυνη πραγματικότητα, ήταν η φαντασία. Εφτιαχνα ιστορίες για να ξεφεύγω. Οταν υπάρχουν τόσες αποκλίσεις από το «φυσιολογικό», σου γεννιέται η επιθυμία να είσαι σαν τους άλλους. Ηθελα να μη διαφέρω σε τίποτα, να έχω μια δουλειά με σταθερά ωράρια για να αποκτήσω τη σταθερότητα που μου έλειπε. Αργησα να εκδώσω γιατί προείχε να δημιουργήσω ένα σταθερό πλαίσιο, για να υπάρξω. Μέχρι που η ανάγκη έγινε τόσο έντονη, που είπα: «Πρέπει να γράψω».
Θα λέγατε ότι το γράψιμο ήταν η «σωτηρία» σας;
Οχι μόνο, αλλά ναι, ήταν και το γράψιμο, όπως και οι κοντινοί μου άνθρωποι. Η φαντασία ήταν ένας τρόπος να δημιουργώ έναν παράλληλο κόσμο. Το γράψιμο δεν είναι μόνο ψυχοθεραπεία· είναι ένας τρόπος να έρχεσαι σε επαφή με τον εαυτό σου και τον κόσμο, να σου αποκαλυφθούν καλύτερα όσα αφορούν εσένα μα και τους γύρω σου.
Κατανοήσατε περισσότερο τον αδελφό σας, τον Δημήτρη, μέσα από αυτή τη συγγραφική αναμέτρηση;
Νομίζω ότι όλο αυτό είναι μια συνεχής διεργασία. Σε όλη σου τη ζωή επανέρχεσαι σε αυτές τις κομβικές σχέσεις. Κάθε φορά προστίθεται και κάτι άλλο και η ματιά σου κάπως μετατοπίζεται, ανάλογα με τις εμπειρίες σου, το πώς μεγαλώνεις ή το πώς αλλάζουν τα πράγματα, όταν αποκτάς τη δική σου οικογένεια. Το θέμα, τελικά, είναι να μπορείς να συμφιλιωθείς με την προσωπική σου ιστορία.
Μας ακολουθούν για πάντα αυτές οι σχέσεις;
Τα όρια δεν είναι ποτέ σαφή. Ο ένας είναι μέσα στον άλλον και τον κουβαλάμε σε όλη μας τη ζωή. Δεν αρκεί ένας εξωτερικός διαχωρισμός. Εσωτερικά, τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μας τους κουβαλάμε για πάντα.
Φοβηθήκατε ποτέ μήπως το στοιχείο της τρέλας ενυπάρχει και μέσα σε εσάς;
Βεβαία. Οταν ζορίζεσαι πάρα πολύ, φτάνεις να πεις «μήπως πάσχω κι εγώ;». Οταν ένας άνθρωπος νοσεί, πάσχει όλος ο περίγυρός του· οι φροντιστές συχνά λυγίζουν νωρίτερα από τον ίδιο. Μια ψυχική ασθένεια αυτομάτως καθιστά όλη την οικογένεια κοινωνικά στιγματισμένη. Ο Φουκώ είπε ότι η τέχνη και η τρέλα είναι ομόαιμες αδελφές. Είναι δύο «γλώσσες» που επιλέξαμε ο αδελφός μου κι εγώ για να εκφράσουμε αυτό που δεν μπόρεσε να ειπωθεί αλλιώς κι έγινε τραύμα.
Comments are closed.