- Advertisement -

Λογοτεχνικό σημείο των καιρών; Ή είδος με παράδοση που προσαρμόζεται στην εποχή της ταχύτητας; Σε κάθε περίπτωση, το μικροδιήγημα ή διήγημα της μικρής φόρμας αποκτάει σταδιακά μεγαλύτερη ορατότητα. Πιο πρόσφατη απόδειξη το διήμερο Φεστιβάλ Διηγήματος μικρής φόρμας που οργανώθηκε στην Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (5 και 6 Ιουνίου). Ξεκίνησε με εισηγήσεις των μελετητών του είδους, οι οποίοι έδωσαν το θεωρητικό πλαίσιο του μικροδιηγήματος συγκλίνοντας σε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά: την ένταση, τον υπαινιγμό, το ακαριαίο συναίσθημα, την ανατροπή, αλλά και το κάλεσμα του αναγνώστη για αναστοχασμό. Την επόμενη ημέρα κλήθηκαν να διαβάσουν μικροδιηγήματά τους 33 λογοτέχνες, μέλη της Εταιρείας Λογοτεχνών.
«Πολλοί περιγράφουν αυτά τα μικροδιηγήματα – ή “νανοδιηγήματα” – ως ένα “λογοτεχνικό σνακ” που απολαμβάνει κανείς στη διαδρομή. Στη Λατινική Αμερική, μάλιστα, η μικρή φόρμα έχει ονομαστεί και “αντάρτικο”. Κι αυτό γιατί το χαρακτηριστικό της δεν είναι απλώς η συντομία (π.χ. ένα κείμενο 400 λέξεων), αλλά η ανατροπή: πρέπει να έχει ένα ξαφνικό, αποκαλυπτικό τέλος και να βασίζεται στον υπαινιγμό, ξεφεύγοντας από την κλασική δομή “αρχή, μέση και τέλος”. Δημιουργείται έτσι ένα sui generis πεζό, απόλυτα συμβατό με τους ρυθμούς του σύγχρονου ανθρώπου», σχολιάζει στα «ΝΕΑ» η φιλόλογος και συγγραφέας Λίλια Τσούβα, που συμμετείχε στο φεστιβάλ.
Η ίδια συνδέει την εξέλιξη του είδους με τις ανάγκες, τις ταχύτητες και τα αναγνωστικά ήθη της εποχής. «Η ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος, αν και δεν διαβάζει πολυσέλιδα βιβλία, βρίσκει τον χρόνο μέσα από την οθόνη του να διαβάσει ένα μικρό κείμενο, δημιούργησε αυτή την προοπτική. Το μικροδιήγημα του προσφέρει την πληρότητα και την απόλαυση ενός ολοκληρωμένου λογοτεχνικού έργου σε ελάχιστο χρόνο. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι είναι ένα είδος που θα εξελιχθεί πάρα πολύ στον αιώνα μας». Η λογοτεχνία χάνει, άραγε, κάτι από την τόσο μικρή φόρμα; «Οχι, δεν χάνει, προσαρμόζεται. Θα ήταν πολύ συντηρητικό ή πεσιμιστικό να πούμε ότι εδώ τελειώνει η λογοτεχνία.
Αντίθετα, το Διαδίκτυο της δίνει νέες δυνατότητες: ένα μικροδιήγημα στο Δίκτυο μπορεί να περιλαμβάνει εικόνες gif ή υπερσυνδέσμους (hyperlinks), δημιουργώντας μια ανάγνωση πολλαπλής ευχαρίστησης. Επιπλέον, αλλάζει ο τρόπος ανάγνωσης· δεν είναι πια γραμμικός (από την αρχή ως το τέλος), αλλά μπορεί να ξεκινά από το τέλος ή από τα σχόλια. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, στην πλατφόρμα Reddit, βλέπουμε πολύ καινοτόμα πράγματα, όπως η συνεργατική συγγραφή (collaboration). Εκεί το κοινό προσθέτει στοιχεία σε πραγματικό χρόνο και αξιολογεί το έργο άμεσα με τις απαντήσεις του, χωρίς τη διαμεσολάβηση ενός παραδοσιακού κριτικού».
Στη δική του εισήγηση ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σημείωσε, εκτός άλλων, στο φεστιβάλ: «Στο πεδίο της ακραίας συντομίας στο οποίο κατοικοεδρεύει η μικρομυθοπλασία, ο τίτλος παύει να είναι ένα απλό κατώφλι πρόσβασης στο λογοτεχνικό κείμενο και γίνεται δομικό στοιχείο του. Ο τίτλος στη μικρομυθοπλασία έχει μια ιδιαιτέρως αποφασιστική λειτουργία, αποτελεί σημαίνον μέρος του αφηγηματικού μηχανισμού: ολοκληρώνει το νόημα, ανάβει το φιτίλι της έντασης στην ανάγνωση και, ενίοτε, περιέχει το ερμηνευτικό κλειδί χωρίς το οποίο η ιστορία θα παρέμενε ατελής (αν όχι ακατανόητη)».
Αναπήδηση στο κενό
Μετράει. Από τότε που τη θυμάμαι μετράει. Τοποθετεί σε κάθε όχημα της εταιρείας όπου δουλεύει το τσιπάκι που καταγράφει ώρα αναχώρησης, ώρα άφιξης, χιλιόμετρα που διανύθηκαν. Στο τέλος της βάρδιας αυτόματα βγαίνει η σούμα για τον κάθε εργαζόμενο. Τόσες ώρες, τόσα χιλιόμετρα. «Για την απόσταση που έχετε διανύσει, θα έπρεπε ο χρόνος σας να ήταν συντομότερος κατά δύο λεπτά και 20 δευτερόλεπτα. Αν δεν βελτιώσετε την επίδοσή σας, θα απολυθείτε». Μετράει βήματα και διασκελισμούς – τοποθετεί το αντίστοιχο τσιπάκι στο σώμα του εργαζόμενου. Από εδώ μέχρι εκεί τόσα τα βήματα. «Μίκρυνε ο διασκελισμός σας, αυξήθηκε ο αριθμός των βημάτων, αργείτε. Εχετε τρεις μέρες για να επαναφέρετε το μήκος του κάθε βήματος στα απαιτούμενα εκατοστά. Γυμναστείτε, βελτιώστε. Δεν τα καταφέρατε. Απολύεστε».
Ασκείται κι εκείνη σε αναβαθμίσεις: «Πιθανή ώρα άφιξης στον προορισμό σας 11:55». Επιταχύνει. Προσπερνάει, κορνάρει: «Πιθανή ώρα άφιξης 11:54». Εξοικονόμησε ένα λεπτό. Το έχασε, μαζί με ακόμα ένα, από διπλοπαρκαρισμένο όχημα που καθυστέρησε τη ροή. Ωρα άφιξης 11:56. Θα τα εξοικονομήσει από αλλού.
Κάθε πρωί εφαρμόζει επάνω της το λεξόμετρο, ή λεξίμετρο – δεν έχει αποφασιστεί πώς πρέπει να ονομάζεται το μηχανάκι που μετράει τις λέξεις που καταναλώνονται στον εργασιακό χρόνο. Είναι υπεύθυνη και για αυτό, να το τοποθετεί στην αρχή κάθε βάρδιας στους εργαζόμενους. Ασκούνται όλοι στην ακρίβεια και τη συντομία του λόγου. Οι λέξεις συγκαταλέχθηκαν σε εκείνα τα σπάνια είδη του πολιτισμού που δεν πρέπει να καταναλώνονται – μειώνουμε λέξεις, συνομιλίες, απαγορεύουμε το χρονοβόρο γέλιο, κομπλιμέντα, φλερτ, εξομολογήσεις (αυτές κι αν χρειάζονται λέξεις). Εξαιρείται η τηλεόραση. Εκεί το λεξόμετρο λειτουργεί ανάποδα: κατανάλωση περισσότερων λέξεων, αδιάφορο αν είναι ανούσιες, καλύτερα έτσι, συνεπάγεται θεαματικότητα και μισθό. Εμένα πάντως δεν με ασκεί για την τηλεόραση.
Με προετοιμάζει για τη ζωή, έτσι λέει. Αλλά και πώς αλλιώς; Κάνει ό,τι κάθε καλός γονιός… Μοιράζει τον χρόνο, τόσος χρόνος για τούτο, τόσος για το άλλο, ντρρριιιιν, χτυπάει ένα χρονόμετρο, μετά άλλο. Τον χειρότερο ήχο βγάζει το λεξίμετρο – δοκιμάζω ποιος όρος ακούγεται καλύτερα, λεξίμετρο, λεξόμετρο… Μόλις ξεπερνώ τον προκαθορισμένο αριθμό λέξεων, μια ηλεκτρική εκκένωση με επαναφέρει στην τάξη. Ακρίβεια και ουσία.
Τώρα να σας δω… Με το δεκασέλιδο κείμενο που σας άφησα πριν πηδήξω στο κενό. Λέξεις, λέξεις, λέξεις, επιτέλους λέξεις… Το ευχαριστήθηκα. Τα λεξίμετρα θα τρελαθούν, θα χτυπάνε συνέχεια. Να σας δω τι θα κάνετε. Γιατί κάπου εκεί μέσα στον λεκτικό λαβύρινθο που έφτιαξα, θα βρείτε όσα έχω να σας πω. Θα αφιερώσετε χρόνο να τα βρείτε ή θα υπακούσετε στο λεξίμετρό σας; Εγώ ή το μηχανάκι σας; Θα μου δώσετε επιτέλους τον διαλοχρόνο σας;
Δείπνο μ’ έναν δεινόσαυρο
Ο πατέρας μου είναι ο πιο ψηλός άνδρας που γνωρίζω. Οταν πλαγιάζει, τα πόδια του κρέμονται απ’ το κρεβάτι. Δεινόσαυρο τον φωνάζουν οι γείτονες. Το βράδυ καθώς επιστρέφει στο σπίτι, τρώει την τούρτα με το βατόμουρο που του έχει ετοιμάσει η μητέρα και αφού ρευτεί, χώνει τα μακριά του νύχια στο δέρμα της. Και ενώ αυτή με σπαθόλαδο προσπαθεί να σβήσει τα σημάδια, με τους δασύτριχους δείκτες του με προσκαλεί σε δείπνο. Ομως για μένα, ούτε κανέλα ούτε δυόσμος είναι αρκετά για να χωνέψω το βαρύ φαγητό που πάντα μου σερβίρει.
Ενα καλό τέλος
Χάσκω μ’ ανοιχτό το στόμα. Δείχνω τα σωθικά μου, δεν ξέρω σε ποιον. Καμία τάξη εντός. Ταξίδι αναψυχής στο εξωτερικό; Αποδημία σε κάποια βόρεια χώρα χωρίς φως, με της φροντίστριας, καθαρίστριας, νοσοκόμας το διαβατήριο στο στήθος; Φυγή από το φονικό χέρι που σκαλίζει πάνω στο δέρμα της κανόνες; Θέλω ένα καλό τέλος. Να νιώσω τον ιδρώτα της χαράς της στο δερμάτινο χερούλι μου. Εστω φουριόζα, να κλείσει τα φερμουάρ, να κλείσει την πόρτα. Εστω τρομαγμένη, ν’ αφήσει πίσω τα κλειδιά. Να εγκαταλείψει ακόμα κι εμένα. Μα να ζήσει. Καινούργια.
Comments are closed.