- Advertisement -

Μία τέτοιων κολοσσιαίων διαστάσεων Συμφωνία, η 8η του Γκούσταφ Μάλερ, οπωσδήποτε ταιριάζει γάντι σ’ ένα τόσο σημαντικό γεγονός: την τελευταία συναυλία στο Ηρώδειο. Πράγματι, στις 29/6/2026, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρουσίασε, υπό τη διεύθυνση του Μιχάλ Νεστερόβιτς, τη γνωστή και ως «Συμφωνία των χιλίων» του Μάλερ, για να αποχαιρετίσει συμβολικά τη θερινή της έδρα, το ρωμαϊκό ωδείο, που κλείνει για τριετείς εργασίες αποκατάστασης.
Το μέγεθος και η δυσκολία τού εγχειρήματος αντανακλώνται τόσο στη διάρκεια όσο και στις δυνάμεις που απαιτούνται για την εκτέλεση του κοσμικού αυτού συμφωνικού ορατόριου: τέσσερις χορωδίες, οκτώ σολίστ και ένα υπερεκατονταμελές ορχηστρικό κλιμάκιο. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μόναχο το 1910 υπό τη διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη, αποτελώντας τη μεγαλύτερη επιτυχία που γνώρισε στην καριέρα του, αλλά και το τελευταίο δημιούργημά του που ευτύχησε να ακούσει, καθώς έφυγε πρόωρα από τη ζωή μόλις έναν χρόνο αργότερα.
Η 8η Συμφωνία συνιστά, ίσως, μία εξαίρεση στο μαλερικό σύμπαν, καθότι η αισιόδοξη και συχνά πομπώδης φύση της βρίσκεται σε αντίστιξη με την εσωστρεφή και νευρώδη γραφή που χαρακτηρίζει το υπόλοιπο opus τού βοημού συμφωνιστή, ώστε να ξενίζει ακόμη πολλούς πιστούς ακολούθους του.
Το πρώτο από τα δύο μέρη της Συμφωνίας αποτελεί ένα μεγαλειώδες χορωδιακό με τίτλο «Veni Creator Spiritus» (Ελθέ Πνεύμα Δημιουργέ), όπου η επιβλητική είσοδος του εκκλησιαστικού οργάνου ακολουθήθηκε από μία διαφανή και δυναμικά ευαίσθητη ανάπτυξη των άρτια συντονισμένων φωνών των χορωδιών.
Οι κινήσεις των εγχόρδων και οι φανφάρες των χάλκινων πνευστών υπήρξαν – αρχικά – ακριβείς και ζυγισμένες, δίνοντας το κατάλληλο εναρκτήριο λάκτισμα στη μουσική αφήγηση. Επειτα, η εναλλαγή και ο διάλογος των σολίστ επέτρεψε την αβίαστη αξιολόγηση των επιδόσεών τους. Πρώτα, η πολωνή υψίφωνος Ιβόνα Σομπότκα έλαμψε με την κρυστάλλινη άρθρωση και το υψηλό εύρος του τραγουδιού της, αλλά έχοντας μονίμως το βλέμμα της καρφωμένο στο λιμπρέτο, περιόρισε την εκφραστικότητά της και φανέρωσε την ελλιπή προετοιμασία της.
Αντίθετα, άριστα προετοιμασμένη υπήρξε η ελληνίδα υψίφωνος Κατερίνα Σαντμάγιερ, η οποία καθήλωσε με την ευκρινή εκφορά του αδόμενου λόγου, με την έκταση – ένταση της φωνής της και με την πειστικά άνετη σκηνική της παρουσία. Η μεσόφωνος Μαίρη Ελεν Νέζη σαγήνεψε με το γλυκόηχο, ανθρώπινο και φυσικό τίμπρο της (που τόσο αγαπούμε), υστερώντας όμως σε φωνητική έκθεση, που διέθεταν περισσότερο η σοπράνο Βάσια Αλάτη και η άλτο Αννα Αγάθωνος.
Αντίστοιχα, το τραγούδι του τενόρου Μάριο Τζεφίρι ήχησε ασθενές και, παρά τη σωστή προφορά του, δεν κατάφερε να επιβληθεί ούτε να φθάσει ακέραιο στον ακροατή. Επιτυχέστερη υπήρξε η πολύ μελετημένη ερμηνεία του κειμένου από τον βαρύτονο Δημήτρη Τηλιακό, ενώ εντυπωσίασε με το φωνητικό του εκτόπισμα και την ποιότητα των μπάσων του ο νοτιοκορεάτης βαθύφωνος Τζονγκ – μιν Παρκ.
Το δεύτερο μέρος
Το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας διαφέρει σημαντικά από το πρώτο, διαθέτοντας έναν έντονα μεταφυσικό και μυστικιστικό χαρακτήρα, καθώς σκιαγραφεί τις καταληκτικές σκηνές από τον «Φάουστ» του Γκαίτε. Τα ξύλινα πνευστά απέδωσαν κατάλληλα τους σιβυλλικούς χρωματισμούς της γραφής, ενώ τα κόρνα επένδυσαν με τον μεγάλο και διακριτά ιδιωματικό ήχο τους το ανθίζον μουσικό ακρόαμα. Εκείνο που φανερά απογοήτευσε, όμως, ήταν η επίδοση των βιολιών: σταδιακός αποσυγχρονισμός, ενώ, ειδικά στο δεύτερο μέρος, δεν έπαιξαν σχεδόν καθόλου μαζί, σε σημείο που να είναι ορατές, μεταξύ των α’ βιολονιστών, τρεις διαφορετικές κινήσεις – δοξαριές στο ίδιο πασάζ. Στην προσπάθειά του, μάλιστα, να συντονίσει τα παραπαίοντα έγχορδα, ο Νεστερόβιτς, διευθύνοντας χωρίς μπαγκέτα, κτύπησε ρυθμικά το πόδι του στο πόντιουμ για να εγκαθιδρύσει το τέμπο, αλλά εις μάτην. Μόνον τα κοντραμπάσα υπήρξαν αξιέπαινα κυρίως για το σωστά συγχρονισμένα πιτσικάτι τους, αλλά και για τον γεμάτο ήχο τους. Οι χορωδίες, ιδίως η παιδική Rosarte, πέτυχαν να αποδώσουν το έντονα ατμοσφαιρικό και συγκινησιακό κλίμα που απαιτεί η τελική σκηνή της ανύψωσης της ψυχής προς τον παράδεισο, με το λυτρωτικό «Alles Vergängliche ist nur ein Gleichnis». Τελικά, το θερμό χειροκρότημα του κοινού δικαίωσε την προσπάθεια και την επιλογή του έργου.
Ο Γιώργος Μαρκογιαννόπουλος είναι κριτικός μουσικής, μέλος της ΕΕΘΜΚ
Comments are closed.