- Advertisement -

Τέταρτο καλοκαίρι πλέον με το «Μια άλλη Θήβα». Νιώθετε ότι το ίδιο το υλικό έχει αρχίσει να στερεύει, να κλείνει τον κύκλο του;
Νομίζω ότι το υλικό έχει εξαντληθεί ως προς το τι καινούργιο μπορεί να φέρει σε εμάς τους ίδιους. Από την άλλη, μας βοήθησε να συνειδητοποιήσουμε και να διεκδικήσουμε πολλά πράγματα. Μας άνοιξε τον δρόμο για τις συνεργασίες που θέλαμε. Δώσαμε και πήραμε απίστευτη αγάπη από τον κόσμο.
Η επιστροφή σε αυτόν τον γνώριμο ρόλο προσφέρει ένα ασφαλές – δοκιμασμένο; – καταφύγιο συγκίνησης.
Οι λόγοι είναι πολλοί. Εν τέλει, μια θεατρική παρτιτούρα είναι φτιαγμένη από ανάσες, από παύσεις, από λέξεις και κινήσεις. Οσο πιο ακριβής και εκπαιδευμένος είσαι στο να τις ανακαλείς και να τις εκτελείς, τόσο το καλύτερο. Οσο πιο αυστηρός είσαι στη φόρμα, τόσο μεγαλύτερη ελευθερία κατακτάς. Σου χαρίζει ακρίβεια και σε απαλλάσσει από τον ίδιο σου τον εαυτό, από τη βάσανο της σκέψης σου. Εκεί κρύβεται μια χρυσή τομή στις παραστατικές τέχνες: η απαιτούμενη απόσταση, ώστε να μη νιώθεις ότι εκτίθεσαι ή κρίνεσαι εσύ προσωπικά εκείνη τη στιγμή, αλλά το υλικό που παρουσιάζεις. Στη «Θήβα» πετύχαμε αυτή την απόσταση. Γι’ αυτό μπορούμε και την ανακαλούμε ξανά και ξανά, παρ’ όλο που απαιτεί τεράστιο κόπο να επιστρέφεις στο ίδιο υλικό έπειτα από χρόνια.
Αν το υλικό έχει κάπως εξαντληθεί, όπως είπατε, πού κρύβεται πλέον η χαρά; Η επανάληψη συνδέεται με βιοποριστικούς λόγους;
Σαφώς υπάρχουν και οικονομικοί λόγοι, δεν θα κρυφτούμε. Αλλά ποτέ δεν φτάνει μόνο αυτό – τουλάχιστον για μένα. Αντλώ χαρά από το ίδιο το κείμενο, από τη συνεργασία μου με τον Θάνο (Λέκκα), από τη λατρεία του κόσμου. Συνεχίζουμε κυρίως επειδή ο κόσμος διψάει ακόμα να το δει. Ο προσωπικός μου κόπος και η προσπάθειά μου βρίσκονται σε όλα τα κομμάτια της δουλειάς μου, απλώς αυτή η παράσταση έτυχε να λάβει την καθολική αποδοχή.
Η προσπάθειά σας είναι καταγεγραμμένη παντού από πολύ νωρίς, από τότε που ήσασταν παιδί και μετακινηθήκατε με την οικογένειά σας από την Αλβανία στα Χανιά…
Κοίτα, όπως υπάρχω στη «Θήβα», έτσι υπάρχω παντού. Ως καλλιτέχνης, ως ηθοποιός, ως εργάτης. Είμαι εκεί με την ίδια επιμονή και προσήλωση – στη μουσική, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στη ζωή μου. Απλώς η «Θήβα» έφερε αυτό το μεγάλο αποτέλεσμα.
Μιλώντας για έκθεση, ποια ήταν η πιο σοκαριστική εμπειρία που έχετε ζήσει μέχρι τώρα στη δουλειά;
Η Επίδαυρος. Ημασταν εκεί και χτίζαμε βήμα-βήμα, λέξη-λέξη, κάτι μεγαλύτερο από εμάς. Το τραυματικό και σοκαριστικό, όμως, ήταν η διαχείριση της έκθεσης. Μέσα σε τρεις μέρες μάς είδαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι. Ολη αυτή η μάζα της κριτικής, που κανονικά χρειάζεται μια ολόκληρη σεζόν για να φιλτραριστεί, σου «φοριέται» μέσα σε ένα τριήμερο. Ο κόσμος νιώθει μια οριακά εξουσιαστική ανάγκη να επιβάλει τη γνώμη του, να «ορίσει» αυτό που είδε επειδή ακριβώς δεν το κατάλαβε: «Δεν μου άρεσε, δεν κατάλαβα τίποτα, τι είναι αυτό;». Δεν με πλήγωσε, αλλά ήταν ένα σοκ. Είναι όμως μέρος του παιχνιδιού.
Αισθανθήκατε ότι έπρεπε να δώσετε έναν αγώνα παραπάνω για να σταθείτε δίπλα σε συναδέλφους που βρήκαν τα πράγματα πιο έτοιμα από σας;
Βαριέμαι να το δω έτσι. Στη σκηνή κανείς δεν κρύβεται. Αν κάποιος δεν έχει προσπαθήσει καθόλου, ανοίγεται μπροστά σου διάπλατα και φαίνεται. Εμείς που είμαστε μέσα στον χώρο τα βλέπουμε όλα: τι δουλειά έχει κάνει ο καθένας, τι ευκολίες επιστρατεύει, τι έγινε στην πρόβα… Καμιά φορά σκέφτομαι κι εγώ: «Μήπως όλο αυτό το κάνω για να κρύψω κάτι;». Υπάρχει πάντα αυτός ο φόβος του απατεώνα, μήπως είμαι ψεύτικος. Είναι μια παρανοϊκή συνθήκη το να εκθέτεις μόνιμα τον εαυτό σου. Οι λόγοι είναι βαθύτεροι και τους αναζητώ ακόμα. Ισως είναι η ανάγκη για αγάπη και αποδοχή. Μόνο στην αγάπη μπορώ να σταθώ.
Από τους γονείς σας πήρατε αγάπη;
Με το σταγονόμετρο. Δεν με πληγώνει αλλά όταν παίρνεις κάτι με το σταγονόμετρο, δεν ξέρεις πώς είναι το «εκτός» για να σε πληγώσει η έλλειψή του. Οταν βλέπω άλλες οικογενειακές σχέσεις που δίνουν και παίρνουν πολλή αγάπη, ναι, μπορεί να ζηλέψω. Οι γονείς μου ήταν πιεστικοί, αλλά η σχέση μας αποκαθίσταται, βαθαίνει και γίνεται, σιγά-σιγά, διάφανη. Μας πήρε χρόνο. Με ζόρισαν πολύ, όταν έφυγα από τα Χανιά για την Αθήνα δεν με στήριξαν οικονομικά, για να με πιέσουν να κάνω πίσω. Το φέρουν βαρέως κι εκείνοι πλέον.
Φεύγετε από τα Χανιά, πηγαίνετε κόντρα στην οικογένεια, δεν υπάρχει οικονομική βοήθεια. Πώς καταφέρατε να οργανώσετε την «άμυνά» σας και να επιβιώσετε;
Η εργατικότητα και η πρακτικότητά μου. Με έσωσε το ότι βρήκα το θάρρος να πάω κόντρα σε αυτό που φοβόμουν. Να αφήσω την ασφάλεια των Χανίων για το άγνωστο της Αθήνας και να τολμήσω να ζήσω χωρίς τη στήριξη των γονιών μου. Είχα δουλέψει το καλοκαίρι, είχα κάνει την «καβάντζα» μου και ήμουν προετοιμασμένος. Αυτός ο συνδυασμός πρακτικότητας και ηθικής τακτικής που πήρα από την οικογένειά μου, με κράτησε όρθιο.
Αυτό που περιγράφετε όμως δεν είναι απλώς πρακτικότητα. Είναι ένα βαθύ ένστικτο επιβίωσης.
Ναι, το ένστικτο της επιβίωσης είναι πολύ ισχυρό μέσα μου και με κινητοποιεί σε βαθμό που ακόμα δεν έχω πλήρως κατανοήσει. Σίγουρα, αυτό το ένστικτο δημιουργήθηκε από πολύ πόνο και από πολλές ελλείψεις. Αλλά αυτός ο πόνος με έφερε εδώ.
Η τέχνη σας βοήθησε να συμφιλιωθείτε με τις ρίζες σας ή η συμφιλίωση με τις ρίζες σας σάς έκανε τελικά καλύτερο καλλιτέχνη;
Νομίζω ότι ήρθε όλο αλυσιδωτά και ταυτόχρονα. Οσο το σκέφτομαι, τόσο πιο υγιής μού φαίνεται αυτή η διαδρομή. Ολα ξεκίνησαν από ένα αδιέξοδο, βρισκόμουν σε μια κατάσταση όπου δεν άντεχα, υπέφερα, και πήρα το θάρρος να βρεθώ εκεί που ήθελα: στο θέατρο. Οσο περισσότερο ασχολούμουν με την τέχνη, τόσο πιο καλά ένιωθα με τον εαυτό μου.
Πότε νιώσατε έτοιμος ν’ αντιμετωπίσετε το παρελθόν;
Οταν έφτασα σε ένα σημείο επαγγελματικής επιτυχίας, ικανοποιώντας πια τις ανάγκες της επιβίωσής μου, βρέθηκα στην κατάλληλη θέση για να διαχειριστώ κάτι πολύ τραυματικό: την ταυτότητά μου. Μάζεψα τις δυνάμεις μου, αποδέχτηκα τις ρίζες μου και τότε μπόρεσα να με συγχωρήσω για τον τρόπο που μου φέρθηκα κάποτε. Η συγχώρεση εμπεριέχει πάντα ένα αντίο. Οταν, λοιπόν, άρχισα να βλέπω την ταυτότητά μου από μακριά, συμφιλιωμένος πλέον μαζί της, ολοκληρώθηκα – και καλλιτεχνικά και ανθρώπινα.
Comments are closed.