- Advertisement -

«Άθλιοι» παντός καιρού

«Άθλιοι» παντός καιρού
1

- Advertisement -

Ιδανικότερη συγκυρία από τη διανομή στις γαλλικές αίθουσες της τελευταίας εκδοχής του κορυφαίου μυθιστορήματος «Οι Αθλιοι» του Βίκτωρος Ουγκώ δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Το «ιερό» μυθιστόρημα των Γάλλων, το οποίο εκτός άλλων, αποτυπώνει μία από τις πιο διάσημες λαϊκές εξεγέρσεις στην Ιστορία της Λογοτεχνίας, τροφοδότησε για μία ακόμη φορά τα οπτικοακουστικά μέσα με ένα τρίωρο έπος, που σκηνοθέτησε ο Φρεντ Καβαγιέ.

Η ταινία διανέμεται στη Γαλλία την ώρα που οι δρόμοι του Παρισιού, όπως και εκείνοι αρκετών πόλεων σε άλλες χώρες της Ευρώπης έχουν μετατραπεί σε πεδία μάχης, καθώς ένα πρωτοφανές κύμα μαθητικών και φοιτητικών κινητοποιήσεων, που πλέον υποστηρίζεται ολοένα και από περισσότερα συνδικάτα και κοινωνικές ομάδες, κλιμακώνεται αγγίζοντας φαινόμενα ακραίας βίας.

Το μυθιστόρημα του Βίκτωρος Ουγκώ «Οι Αθλιοι» (σ.σ. στα ελληνικά η πιο πρόσφατη έκδοση κυκλοφορεί σε δύο τόμους από τη σειρά Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg σε μετάφραση Ωρίωνα Αρκομάνη) είναι χωρισμένο σε πέντε τόμους και εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών, από την περίοδο πριν από τη Μάχη του Βατερλώ το 1815 έως την εποχή μετά την Εξέγερση του Ιουνίου το 1832.

Η ιστορία αυτού του πονήματος 550.000 λέξεων μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: μέσω της εξιστόρησης  της θυελλώδους ζωής του πρώην κατάδικου Γιάννη Αγιάννη (Ζαν Βαλζάν) στη Γαλλία του 19ου αιώνα, ο συγγραφέας εστιάζει στη φτώχεια, την κοινωνική αδικία, τη λύτρωση και την εξέγερση του Παρισιού το 1832.

Οι αντιφάσεις και το χειρόγραφο

Ο Αγιάννης, τον οποίο στη νέα ταινία υποδύεται ο Βενσάν Λιντόν, αποτελεί τον κεντρικό άξονα· η ιστορία ξεκινά και ολοκληρώνεται με αυτόν τον άνθρωπο που υπήρξε, τόσο καταπιεστής όσο και καταπιεζόμενος, πλούσιος αλλά και φτωχός.

Ολοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες που έχουν τις δικές τους ιστορίες μπορούν να ερμηνευθούν σε συνάρτηση με τις ποικίλες ιδιότητες που προσλαμβάνει ο ίδιος ο Αγιάννης: η παραμονή του στη φυλακή (επειδή έκλεψε μια φρατζόλα ψωμί) τον φέρνει σε επαφή με τον αλύγιστο αστυνόμο Ιαβέρη (Ταχάρ Ραχίμ), ο οποίος παθιάζεται με τη σύλληψή του.

Ο χρόνος παίζει παράξενα παιχνίδια στον Αγιάννη. Αν και, ως πρόσωπο εξουσίας, αποτυγχάνει να βοηθήσει τη Φαντίνα (Νοεμί Μερλάν), αποδεικνύεται ιδανικός στον ρόλο του, ως πατέρας, προστατεύοντας την Τιτίκα (Μεγκάν Νορτάμ) και τον Μάριο (Βασίλι Σνάιντερ).

Δευτερεύοντες ρόλους έχουν πρόσωπα όπως οι Θερναδιέρος, η καταχρηστική θετή οικογένεια της Τιτίκας και ο μικρός Γαβριάς, ένα νεαρό, άστεγο παιδί στο Παρίσι που χωρίς να είναι μέλος της συνδέεται με την ομάδα ακτιβιστών «Οι Φίλοι» (Les Amis).

Με τους «Αθλίους», ο Ουγκώ στράφηκε σε ένα έργο που τριγυρνούσε στο μυαλό του αρκετό καιρό και στην πορεία σχηματοποιήθηκε. Εχοντας επιλέξει την λέξη «Misères» ως προσωρινό τίτλο του μυθιστορήματος, ο συγγραφέας άρχισε να κρατά σημειώσεις το 1840 και σιγά – σιγά να το επεξεργάζεται. Ως τη στιγμή που η εργασία του διακόπηκε από μια άλλη Γαλλική Επανάσταση (στις 21 Φεβρουαρίου 1848), ο Ουγκώ είχε προχωρήσει αρκετά τη συγγραφή του μυθιστορήματος και αλλάξει τον προσωρινό τίτλο σε «Jean Trejean».

Το αρχικό χειρόγραφο θα έμενε αρκετά χρόνια στο συρτάρι. Τον Απρίλιο του 1860, ο Ουγκώ το ξανάπιασε και συνέχισε την εργασία του. «Αφιέρωσα σχεδόν επτά μήνες στο να επεξεργαστώ και να ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου ολόκληρο το έργο, όπως το είχα συλλάβει αρχικά», θα σημείωνε. «Μόνον έτσι θα μπορούσε να υπάρξει απόλυτη ενότητα ανάμεσα σε όσα είχα γράψει πριν από δώδεκα χρόνια και σε όσα επρόκειτο να γράψω από τότε». Η πένα του πήρε φωτιά. Το 1861 είχε γράψει περίπου τα δύο τρίτα του βιβλίου το οποίο ολοκληρώθηκε τον Μαΐο του 1862 με τίτλο «Οι Αθλιοι» (Les Misérables).

Το αόρατο φιλμικό νήμα

Το παράξενο είναι ότι, ενώ από τα γεννοφάσκια του κινηματογράφου αυτό το έργο έχει μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο (αξέχαστες οι ταινίες του 1935 με τον Φρέντρικ Μαρτς στον ρόλο του Αγιάννη, όπως και του 1958 όπου τον Αγιάννη υποδύθηκε ο Ζαν Γκαμπέν) και παρότι διαρκώς επανέρχεται, καμία κινηματογραφική παραγωγή βασισμένη αυστηρά στους «Αθλίους» δεν έχει παραχθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων 40 χρόνων στην ίδια τη Γαλλία.

Η τελευταία φορά που ο γαλλικός κινηματογράφος ασχολήθηκε με μια μεταφορά των «Αθλίων» στο σινεμά ήταν το 1982, όταν ο Ρομπέρ Οσέν γύρισε τη δική του εκδοχή με τον Λίνο Βεντούρα στον ρόλο του Αγιάννη. Αυτό έπαιξε ρόλο στη δημιουργία της νέας ταινίας του Καβαγιέ που παίζεται σήμερα, όπως δήλωσαν στο Hollywood Reporter οι παραγωγοί της ταινίας.

Φυσικά, έχουν γυριστεί τηλεοπτικές σειρές, όπως η διεθνής συμπαραγωγή με συμμετοχή της Γαλλίας της τρίωρης μίνι σειράς «Les miserables» (2000) στην οποία ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ υποδύεται τον Αγιάννη και ο Τζον Μάλκοβιτς τον Ιαβέρη. Την ώρα, όμως, που ο αγγλόφωνος κινηματογράφος έχει τους «Αθλίους» (2012), ως και υπό μορφή μιούζικαλ από τον Τομ Χούπερ με τους Χιου Τζάκμαν, Ράσελ Κρόου και Αν Χάθαγουεϊ, η μόνη γαλλική ταινία που σε όλο αυτό το διάστημα έχει γυριστεί είναι του Λάτζι Λι «Les misèrables» (2019) που χωρίς να είναι διασκευή του μυθιστορήματος, είναι σαφώς εμπνευσμένη από αυτό.

Μάλιστα, κρίνοντας από τα σημερινά γεγονότα στο Παρίσι, η ταινία του Λατζ Λι δείχνει να είναι ό,τι πιο επίκαιρο και προφητικό έχει γυριστεί τα τελευταία χρόνια στη Γαλλία σχετικά με το θέμα της εξέγερσης, κάτι που μπορείς να πεις ότι ισχύει και με την «Athena» (2022) του Ρομάν Γαβράς (και οι δύο ταινίες, είναι σαφώς επηρεασμένες από το «Μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς, προφητική τελικά ταινία που παρουσιάστηκε το 1995, πριν από 31 χρόνια).

Η πλήξη στα περίχωρα

Με την πρώτη του εμφάνιση στη μεγάλου μήκους ταινία, που τον οδήγησε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών (όπου δικαιότατα απέσπασε το βραβείο της επιτροπής), ο Λατζ Λι αποδεικνύεται μεγάλο ταλέντο.

Πηγαίος ρεαλισμός και απίστευτη ενέργεια είναι τα χαρακτηριστικά μιας ταινίας στην οποία κινηματογραφούνται μερικές μέρες από την αφόρητη ζωή στις δύσκολες περιοχές περιχώρων του Παρισιού στα οποία σε μόνιμη βάση επικρατούν η ένταση, ο φόβος και αυτή η εφιαλτική αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή κάτι πολύ δυσάρεστο μπορεί να συμβεί.

Η αστυνομία δεν μπορεί να διατηρήσει την τάξη (στο επίκεντρο της ταινίας μια τριμελής ομάδα που περιπολεί διαρκώς), οι συμπλοκές ανάμεσα σε συμμορίες είναι φαινόμενο καθημερινό, το έγκλημα οργιάζει, λύσεις για την καλυτέρευση αυτής της κατάστασης δεν φαίνεται να υπάρχουν.

Δεδομένο: η ζωή εκεί, ιδίως για το μη λευκό στοιχείο, ήταν, είναι και πάντα θα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη στο πολυτελές κέντρο των Ηλυσίων Πεδίων, και ο Λι – όπως ο Κασοβίτς στο «Μίσος» – διψά για να το δείξει, έστω και με έναν τρόπο που συχνά αγγίζει τα όρια της καταγγελίας.

Θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι ο σκηνοθέτης έχει βάλει πολλά προσωπικά βιώματά του στο σενάριο και ότι τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην περιοχή Μοντφερμέιλ, εκεί όπου τοποθετείται η ιστορία των «Αθλίων» του Ουγκώ. Η σύνδεση των λογοτεχνικών «Αθλίων» με το «σήμερα» της ταινίας του Λατζ Λι είναι αδιόρατη, αλλά συγχρόνως κάτι παραπάνω από εμφανής: αυτή η τολμηρή ταινία καταγράφει ωμά, σχεδόν ακατέργαστα μια κοινωνία στο απόλυτο χάος, μια πόλη – λάβα, όπου η έκρηξη βίας καιροφυλακτεί διαρκώς και τα αποτελέσματα είναι συνήθως τραγικά. Ακριβώς όπως τα βλέπουμε σήμερα.

- Post Down -

Comments are closed.