Στα αμερικανικά γράμματα υπάρχει το ισοδύναμο του Ομήρου; Αν η Αγγλία έχει τον Σαίξπηρ, η Ισπανία τον Θερβάντες, η Ιταλία τον Δάντη και η Ρωσία τον Πούσκιν, το αμερικανικό διαδικτυακό έντυπο Plough θέτει το ερώτημα σε σύγχρονους συγγραφείς και ποιητές και τους καλεί να επιλέξουν κάποιον μεγάλο ποιητή που αποτυπώνει το αμερικανικό πνεύμα, την αμερικανική ιστορία, την αμερικανική ταυτότητα.
Γουόλτ Γουίτμαν
Ο Τζόζεφ Κίγκιν, καθηγητής πολιτικών και πολιτισμικών σπουδών στο Miami University of Ohio, επιλέγει τον ποιητή Γουόλτ Γουίτμαν. Αναφέρει ότι τα δύο μεγάλα ποιητικά έπη του Ομήρου ξεκινούν με θεϊκές επικλήσεις που απευθύνονται σε ανθρώπινα υποκείμενα: «”Τραγούδα την οργή του Αχιλλέα, θεά”, ζητάει ο Ομηρος στην αρχή της “Ιλιάδας”· “Πες μου για τον άνθρωπο, μούσα”, ξεκινά η “Οδύσσεια”. Αρκετούς αιώνες αργότερα, ο Βιργίλιος ξεκινά την αφήγησή του για την ίδρυση της Ρώμης κατεβάζοντας την ποίηση από τους ουρανούς: “Τραγουδώ” – όχι πλέον τους θεούς – “για τα όπλα και τον άνδρα”.
Σχεδόν δύο χιλιετίες αργότερα, ο γιος ενός φτωχού, σχεδόν αγράμματου Κουάκερου, γράφοντας από “αυτό το αίνιγμα, τον Νέο Κόσμο”, την “αθλητική Δημοκρατία”, που ξεδιπλωνόταν έναν ωκεανό μακριά από κάθε γνωστό πολιτισμό, έγινε ταυτόχρονα τραγουδιστής και τραγούδι: “Τον εαυτό μου τραγουδώ”. Ετσι ο Γουόλτ Γουίτμαν ονόμασε για τους Αμερικανούς τον ήρωά τους και τον θεό τους. Είμαστε, όπως είπε κάποτε ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, φυσικοί καρτεσιανοί: “Στις περισσότερες πνευματικές διεργασίες, κάθε Αμερικανός βασίζεται αποκλειστικά στην ατομική προσπάθεια της λογικής του”.
Σκέφτομαι, άρα είμαι Αμερικανός. Είμαστε ένα έθνος απομονωμένων, σύμφωνα με τη διατύπωση του Μέλβιλ· μια ολόκληρη χώρα που έχει διαφθαρεί από τον σωκρατικό σκεπτικισμό και έχει κλειστεί στον εαυτό της από τη διδασκαλία του Λούθηρου. Αυτό μας κατέστησε τους μεγαλύτερους εξαγωγείς στον κόσμο έκτακτων ειδήσεων και κάθε ποικιλίας ηθικής, εγωιστικού αποκρυφισμού και ψυχοθεραπείας».
Ρόμπερτ Φροστ
Για τον ποιητή Ντάνα Τζόια σημαντικότερος από τους σημαντικούς ανθρώπους της αμερικανικής λογοτεχνίας είναι ο Ρόμπερτ Φροστ. Ξεκινά τον συλλογισμό του για να επιλέξει χρησιμοποιώντας πέντε κριτήρια: ποιητική αριστεία, θεματικό βάθος, δημιουργική αφθονία, λογοτεχνική ευελιξία και ιστορική προτεραιότητα.
«Ας εξηγήσω πρώτα το τελευταίο κριτήριο. Ο “μεγαλύτερος ποιητής” μας έπρεπε να είναι θεμελιώδης. Αυτός ο ποιητής έπρεπε να αφήσει το στίγμα του στην παράδοση νωρίς, πριν αυτή διαμορφωθεί πλήρως. Ο Ομηρος εμφανίστηκε στην αρχή της ελληνικής λογοτεχνίας, όχι προς το τέλος της. Η επιλογή μου περιορίστηκε στην Εμιλι Ντίκινσον και τον Ρόμπερτ Φροστ, το παράξενο “δυναμικό ζευγάρι” της αμερικανικής ποίησης. Και επέλεξα τον Φροστ, επειδή μόνο αυτός έγραψε με την ίδια αυθεντία και στις τέσσερις μορφές της λογοτεχνίας: την κωμική, την τραγική, τη σατιρική και τη ρομαντική.
Εγραψε επίσης στο υψηλότερο επίπεδο αριστείας, τόσο λυρικά όσο και αφηγηματικά ποιήματα. Κανένας άλλος ποιητής δεν μπορεί να συγκριθεί με το δημιουργικό εύρος του Φροστ. Ο Φροστ έγραφε με τρόπο που άγγιζε τόσο τον απλό αναγνώστη όσο και τους λογοτέχνες. Οταν ζητάμε από αμερικανούς μαθητές να ονομάσουν το αγαπημένο τους ποίημα στην αγγλική γλώσσα, επιλέγουν σταθερά το “Fire and Ice”. Οταν οι καθηγητές αναφέρουν το αγαπημένο τους ποίημα για διδασκαλία, επιλέγουν αναπόφευκτα το “The Road Not Taken”. Κατανοώ αυτές τις δύο επιλογές. Αγαπούσα τον Φροστ στα δεκαπέντε μου. Τον αγαπώ ακόμα στα εβδομήντα πέντε μου. Μου άνοιξε πολλούς ορίζοντες και πάντα είχε κάτι απαραίτητο να προσφέρει».
Χέρμαν Μέλβιλ
Η καθηγήτρια στο St John’s College Ζίνα Χιτζ ξεχωρίζει τον Χέρμαν Μέλβιλ, καθώς «δημιουργεί μυστήριο όπως ο Μπλέικ και το καταρρίπτει όπως ο Θερβάντες», και βασίζει το κριτήριό της πάνω στον «Μόμπι Ντικ»: «Ο ανήσυχος δάσκαλός του, ο Ισμαήλ, βγαίνει στη θάλασσα αναζητώντας σοφία, αλλά είναι πολύ έξυπνος για να παρασυρθεί από τη δική του ποίηση. Το ταξίδι πάνω στο φαλαινοθηρικό “Πέκουοντ” είναι η μεγαλύτερη αναζήτηση της Αμερικής, η αναζήτηση του νοήματος. Ποια σοφία αποκομίζεται από τον τρόμο του κυνηγιού ή την ανία της σφαγής;
Η μαγεία κατακλύζει την ατμόσφαιρα, όταν ο Αχάμπ ζητάει τον θάνατο της λευκής φάλαινας. Υποχωρεί όμως στον κύκλο της ανίχνευσης των φαλαινών, της καταδίωξης, στους πίδακες αίματος, στον τεμαχισμό και στην επεξεργασία. Κάθε μεγαλοπρεπής φάλαινα ανάβει το σύμβολο του δολαρίου στα μάτια του δεύτερου υποπλοιάρχου Σταμπ. Η ομίχλη της μαγείας επιστρέφει, καθώς οι πρώην φονιάδες φαλαινών ατενίζουν με δέος ένα ειρηνικό βρεφικό καταφύγιο, που προστατεύεται από αρσενικές φάλαινες που περιβάλλουν την περιοχή. Χαϊδεύουν το κεφάλι του μωρού φάλαινας, του οποίου ο ομφάλιος λώρος κρέμεται ακόμα στο νερό.
Ενα ή δύο επεισόδια αργότερα, μια φαλαινοθηρική βάρκα που βρίσκεται σε καταδίωξη εγκαταλείπει τον νεαρό Πιπ, έναν αρχάριο κωπηλάτη, στη θάλασσα για ώρες. Ο Ισμαήλ φαντάζεται τον δρόμο του προς την καρδιά κάθε ναύτη και τα ιδιαίτερα φαντάσματα και όνειρα του καθενός. Η μαγεία του “Μόμπι Ντικ” δεν είναι αλληγορία ή “συμβολισμός” ή οτιδήποτε τόσο χονδροειδές, αλλά η μαγεία της λαχτάρας της ανθρώπινης καρδιάς για ομορφιά, ειρήνη, σοφία, κατανόηση, περιπέτεια, μεγαλοπρέπεια, θάρρος και αθανασία».
Τρέισι Τσάπμαν
Για τη μεταφράστρια της σύγχρονης έκδοσης στα αγγλικά της «Οδύσσειας» Εμιλι Γουίλσον, το ισοδύναμο του Ομήρου ανάμεσα στους αμερικανούς δημιουργούς είναι η Τρέισι Τσάπμαν. «Ενας αμερικανός Ομηρος θα έπρεπε να είναι στιχουργός, τραγουδιστής, ποιητής ή συγγραφέας ημιεπικών έργων, ο οποίος θα καθιέρωνε ως κλασικό ένα σύνολο παλαιότερων αμερικανικών προφορικών παραδόσεων, ενώ παράλληλα το έργο του θα εξέφραζε τις βασικές αμερικανικές αξίες.
Υπάρχουν πολλές μουσικές παραδόσεις που κυλούν στις φλέβες του αμερικανικού πολιτισμού: τα σπιρίτσουαλ, το γκόσπελ, το μπλουζ, η λαϊκή μουσική, τα τραγούδια των σιδηροδρομικών εργατών, τα ναυτικά τραγούδια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την εποχή της ίδρυσής τους, έχουν διατηρήσει βαθιές και οδυνηρές φυλετικές και περιφερειακές διαιρέσεις – γι’ αυτό είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς έναν καλλιτέχνη που να βρίσκει απήχηση, τόσο στη λευκή όσο και στη μαύρη Αμερική, στις αγροτικές και στις αστικές κοινότητες, στον Βορρά όσο και στον Νότο. […]
Αν όμως θέλουμε να επιλέξουμε ένα και μόνο αμερικανικό επικό τραγούδι, θα πρότεινα το “Fast Car” της Τρέισι Τσάπμαν στην αρχική έκδοση από το 1988. Η θαυμάσια ελεγχόμενη δομή της αφηγείται μια σπαρακτική ιστορία που διαρκεί λιγότερο από πέντε λεπτά, αλλά υπονοεί μια επική αφήγηση. Οπως τα ομηρικά έπη, το τραγούδι κάνει ισχυρή χρήση της επανάληψης και της στερεότυπης γλώσσας: απλές, επαναλαμβανόμενες λέξεις αποκτούν νέες σημασίες στις επόμενες επαναλήψεις – δουλειά, μεθυσμένος, πήρα, συναίσθημα, ανήκω, μακριά, εσύ, εγώ, κάπου, οπουδήποτε.
Η επιθυμία για αιώνιο “κλέος” οδηγεί τον ομηρικό πολεμιστή. Η αφηγήτρια της Τσάπμαν οδηγείται από την επιθυμία να “γίνει κάποια, να γίνει κάποια” και γι’ αυτήν, όπως και για τον Αχιλλέα και τον Εκτορα, το διακύβευμα είναι ζωή ή θάνατος· “Φύγε απόψε ή ζήσε και πέθανε έτσι”. Και όμως το “οπουδήποτε”, που θα έπρεπε να είναι καλύτερο από εδώ, δεν υλοποιείται ποτέ, όσο γρήγορο κι αν είναι το αυτοκίνητο».