Ελάχιστες νέες ταινίες και αυτή την εβδομάδα, με την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν να ακολουθεί θαυμάσια πορεία σε κλειστά και ανοιχτά σινεμά και την τελευταία ταινία του franchise Spider-Man της Marvel, την «Spider-Man Καινούργια μέρα» (Spider-Man: Brand New Day, ΗΠΑ, 2026) να παίζεται από χθες (η κριτική παρουσίασή της έγινε στο χθεσινό φύλλο των «ΝΕΩN»).
Ο Νόλαν, πάντως, εξακολουθεί να βρίσκεται στην επικαιρότητα για έναν ακόμα λόγο. Την ώρα που η «Οδύσσεια» θριαμβεύει σε όλο τον κόσμο και έχει αδιαμφισβήτητα γίνει το κινηματογραφικό γεγονός του φετινού καλοκαιριού, η απόφαση να διανεμηθεί για πρώτη φορά εμπορικά στις ελληνικές αίθουσες η πρώτη ταινία του, «Following» (Aγγλία, 1998), κινεί το ενδιαφέρον. Μιλάμε φυσικά για ένα πρωτόλειο φιλμ, το οποίο δεν έχει το βάρος μεταγενέστερων ταινιών του σκηνοθέτη.
Ωστόσο, το «Following» είναι μια ταινία φτιαγμένη με πολύ μεράκι από έναν σκηνοθέτη με εντελώς δική του αντίληψη· και αυτό το διακρίνεις, τόσο στο σενάριο όσο και στη φόρμα, όπως και στη ματιά του δημιουργού της. Οχι μόνο το ασπρόμαυρο φιλμ, αλλά η όλη εικόνα της ταινίας, μοιάζει με υπόκλιση ευγενείας του Νόλαν προς το νουάρ, αρχετυπικά στοιχεία του οποίου βρίσκεις στη «μοιραία» γυναίκα (Λούσι Ράσελ) ανάμεσα σε δύο άντρες (Τζέρεμι Τέομπολντ, Αλεξ Λο), στην εφιαλτική παγίδα στην οποία πέφτει ένας φαινομενικά αθώος άνθρωπος και στον λαβύρινθο όπου καταλήγει αδυνατώντας να αντιδράσει.
Ακόμα και ο ανώνυμος κεντρικός ήρωας που υποδύεται ο Τζέρεμι Τέομπολντ, είναι κάτι σαν προάγγελος ηρώων σε περισσότερο γνωστές ταινίες του σκηνοθέτη (στο ο Λέοναρντ του Γκάι Πιρς στο «Memento», στο ο Κομπ του Λεονάρντο Ντι Κάπριο). Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει για ποιο λόγο αρέσκεται στο να παρακολουθεί ανθρώπους, παρότι λέει ότι το κάνει, για να συλλέξει υλικό για το βιβλίο που θέλει να γράψει. Από τη μεριά του ο φακός του Νόλαν τον παρακολουθεί τόσο στενά που μας παρασύρει· γιατί άλλο βλέπουμε και άλλο είναι αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει. Μια πολύ ευχάριστη, σινεφίλ έκπληξη.
Τραγωδία και ζευγάρι σε κρίση
Με οδηγό του το πρώτο μυθιστόρημα του διάσημου συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο, ο ιάπωνας σκηνοθέτης Κέι Ισικάβα υπογράφει την έκτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Η αχνή θέα των λόφων» (A Pale View of The Hills, Ιαπωνία/ Αγγλία/Σιγκαπούρη/Πολωνία, 2025), μέσω της οποίας επιστρέφει στο πιο τραγικό κεφάλαιο της ιαπωνικής ιστορίας στον 20ό αιώνα: εκείνο της ρίψης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι που έφερε το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Εστιάζοντας στην τραγωδία στο Ναγκασάκι που είναι λιγότερο προβεβλημένη από της Χιροσίμα, ο Ισικάβα δίνει βάρος στις επιπτώσεις που είχε η καταστροφή στον λαό της Ιαπωνίας και το «όχημα» που χρησιμοποιεί είναι η αφήγηση μιας γιαπωνέζας μάνας (Γιο Γοσίντα) στην κόρη της (Καμίλα Αϊκο). «Κανονικός» χρόνος της ιστορίας είναι το 1982 και φόντο η Αγγλία όπου οι δύο γυναίκες κατοικούν.
Ωστόσο, η εξιστόρηση της μάνας δημιουργεί στην κόρη (όπως και στον θεατή) μια σειρά ερωτημάτων, τα οποία προκαλούν σύγχυση σε ό,τι αφορά τον ειρμό της αφήγησης. Οφείλω να πω ότι παρά το εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα της, η ταινία δεν αποφεύγει κάποια εμπόδια στη σύνδεση των αρκετών υποϊστοριών της που φυσικά στοχεύουν να δώσουν τη «μεγάλη εικόνα» μιας εξαιρετικά δυσάρεστης περιόδου.
Μόνο αν κάποιος παραμείνει αποκλειστικά στην ατμόσφαιρα, τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος (που είναι το 1952), θα βρει κάποιες καλές στιγμές σε μια ταινία που παρότι δεν περνά απαρατήρητη προβλέπει κανείς ότι σύντομα θα ξεχαστεί σε αντίθεση με άλλες προσεγγίσεις του ιδίου θέματος – ενδεικτικά αναφέρω τη «Χιροσίμα αγάπη μου» (1959) του Αλέν Ρενέ και το εξαιρετικά σημαντικό έργο του Σοέι Ιμαμούρα «Μαύρη βροχή» (1989).
Στις νέες ταινίες θα βρούμε επίσης το θρίλερ μυστηρίου του Ρεμί Μπεζανσόν «Εγκλημα στον τρίτο όροφο» (Le crime du 3e étage, Γαλλία, 2025). Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της ταινίας που δεν παρουσιάστηκε στους δημοσιογράφους, «μια καθηγήτρια κινηματογράφου με εμμονή στον Αλφρεντ Χίτσκοκ (Λετισιά Καστά), ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων που έχει χάσει την έμπνευσή του (Ζιλ Λελούς) και ένας παράξενος νέος γείτονας (Γκιγιόμ Γκαγιέν), γίνονται οι πρωταγωνιστές μιας έρευνας όπου το πραγματικό έγκλημα ίσως είναι λιγότερο σημαντικό από όσα αποκαλύπτονται για ένα ζευγάρι σε κρίση».
Εκρηξη και αίνιγμα
Ακρως ρεαλιστικό, ωμό έργο «Ο ταξιτζής» (Taxi driver, ΗΠΑ, 1976), βασικό μοτίβο του οποίου η μοναξιά στη μεγαλούπολη, γυρισμένο από τον Μάρτιν Σκορσέζε σε αυθεντικές τοποθεσίες της Νέας Υόρκης, της πόλης του που είναι το φόντο των περισσότερων ταινιών του. Πρώτο πλάνο στον Τράβις Μπικλ (Ρόμπερτ Ντε Νίρο), έναν σιωπηλό βετεράνο του πολέμου στο Βιετνάμ, που πιάνει δουλειά νυχτερινός ταξιτζής στη Νέα Υόρκη και αηδιασμένος από τη διαφθορά μέσα στην οποία είναι αναγκασμένος να ζει καθημερινά, οδηγείται σιγά σιγά στην έκρηξη.
Ο Σκορσέζε γίνεται εδώ ποιητής της ασχήμιας, μέσα σε ένα περιβάλλον που γνωρίζει πολύ καλά. Λίγα χρόνια πριν τον «Ταξιτζή», είχε γυρίσει τους «Κακόφημους Δρόμους», αναφερόμενος αποκλειστικά στην ζωή των μικροκακοποιών της Νέας Υόρκης και έναν χρόνο αργότερα θα γύριζε το μιούζικαλ «Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη», παρουσιάζοντάς μας μέσα από τα μάτια του σαξοφωνίστα ήρωά του, μια πιο χαρούμενη και ευδιάθετη όψη της. Με τον «Ταξιτζή» όμως που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών και υπήρξε υποψήφιος για τέσσερα Οσκαρ, κυριολεκτικά απογειώθηκε.
Στα «Ψηλά τακούνια» (Tacones lejanos, Ισπανία, 1991), μία μεσήλικη ντίβα του θεάτρου (Μαρίσα Παρέδες) επιστρέφει στη Μαδρίτη, για να επανεμφανιστεί στο σανίδι. Η επιστροφή της τη φέρνει για πρώτη φορά κοντά στην κόρη της (Βικτόρια Αμπρίλ), την οποία είχε εγκαταλείψει σε μικρή ηλικία. Η τελευταία έχει παντρευτεί έναν παλιό εραστή της μάνας της. Οταν λοιπόν ο άντρας της δολοφονείται απροσδόκητα, την υπόθεση αναλαμβάνει ένας νεαρός ανακριτής που υποπτεύεται ότι ρόλο έχουν παίξει και οι δύο γυναίκες στη δολοφονία.
Στη μέση όλων αυτών θα βρεθεί και ένας τραβεστί που λατρεύει τη μάνα, αλλά είναι… ερωτευμένος με την κόρη! Ποια είναι η πραγματική ταυτότητα του καθενός και ποιος είναι τελικά ο δολοφόνος; Ανακατεύοντας πολλά – σεξ, αστυνομικό μυστήριο, σύγχρονη πορνεία, τραβεστισμός, οικογενειακό δράμα – ο Πέδρο Αλμοδοβάρ μας οδηγεί από το ένα αίνιγμα στο άλλο, μέχρι να δώσει την τελική (και απρόσμενη) απάντηση. Το φιλμ, παρά τη «σαλάτα» της πλοκής, ολοκληρώνεται μαεστρικά αφήνοντας καλές – κατά κύριο λόγο – εντυπώσεις. Aξέχαστη η σκηνή του τραγουδιού «Piensa en mi» από την Παρέδες (ντουμπλαρισμένη όμως από τη Λουθ Κασάλ).
Γειτνίαση και αιώνια μάχη
«Η γοητεία της αμαρτίας» (Gruppo di famiglia in un interno, Ιταλία/Γαλλία, 1974) είναι μία από τις τελευταίες ταινίες του σπουδαίου Λουκίνο Βισκόντι. Αυτό το βαρύ ψυχόδραμα εξετάζει τις παράξενες καταστάσεις που θα προκαλέσει στη ζωή ενός καθηγητή πανεπιστημίου αποσυρμένου στη Ρώμη (Μπαρτ Λάνκαστερ), η θορυβώδης οικογένεια μιας μαρκησίας (Σιλβάνα Μανγκάνο) που νοικιάζει τον επάνω όροφο της βίλας. Γοητευμένος από μια ιστορία του πρώην συνεργάτη του Ενρίκο Μεντιόλι και έτοιμος για νέες προκλήσεις λόγω των κινηματογραφικών περιορισμών που συνεπαγόταν μια τόσο εσωτερική μελέτη χαρακτήρα, ο Βισκόντι – παρά την περιορισμένη κινητικότητά του λόγω μιας σοβαρής περιπέτειας υγείας – διέκρινε προσωπικές, αλλά και πρακτικές προοπτικές σε αυτή την ιστορία για τη γήρανση, τη νοσταλγία και το χάσμα των γενεών.
Ακριβώς έναν αιώνα μετά την α’ προβολή της, η ταινία «Faust» (Faust: Eine deutsche Volkssage, Γερμανία, 1926) του κορυφαίου Γερμανού σκηνοθέτη Φρίντριχ Μούρναου («Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου», 1922) επαναπροβάλλεται αποκλειστικά στο STUDIO της πλ. Αμερικής. Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γκαίτε, «Historia von Doktor Johann Fausten – dem weitbeschreyten Zauberer und Schwarzkünstler», που εκδόθηκε το 1587, το έργο είναι μια φιλοσοφική, όσο και διασκεδαστική αποκρυστάλλωση της αιώνιας μάχης του Καλού με το Κακό με τον ήρωα του τίτλου, τον αλχημιστή ιεροκήρυκα Φάουστ (Κόστα Εκμαν) να γίνεται το «πειραματόζωο» ανάμεσα στον Αρχάγγελο και τον Σατανά (εξαιρετικός ο Εμίλ Γιάνινγκς) που πιστεύει ότι με τους πειρασμούς θα κερδίσει την ψυχή του και κατά προέκταση τη Γη.