Όσα χρωστάει ο Σαίξπηρ στον Μάρλοου

Περισσότερους από τέσσερις αιώνες μετά την εποχή του, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ εξακολουθεί να θεωρείται ο κορυφαίος δραματουργός της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ωστόσο, δύο νέες μελέτες για το ελισαβετιανό θέατρο – οι οποίες παρουσιάζονται στο έγκριτο αμερικανικό περιοδικό λογοτεχνίας και πολιτισμού «The Hudson Review» – επανέρχονται σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: Ο Σαίξπηρ υπήρξε μια μοναχική ιδιοφυΐα ή αποτέλεσε προϊόν μιας μοναδικής ιστορικής και καλλιτεχνικής συγκυρίας, στην οποία καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η νέα μορφή θεατρικής παραγωγής και οι δημιουργοί που προηγήθηκαν ή συνυπήρξαν μαζί του;

Η απάντηση, σύμφωνα με τον βετεράνο ακαδημαϊκό και κορυφαίο μελετητή Στίβεν Γκρίνμπλατ, βρίσκεται κυρίως στον Κρίστοφερ Μάρλοου, τον σχεδόν συνομήλικο του Σαίξπηρ δραματουργό, του οποίου η σύντομη αλλά εξαιρετικά επιδραστική πορεία άλλαξε τη φυσιογνωμία του αγγλικού θεάτρου.

Στο βιβλίο του «Σκοτεινή Αναγέννηση: Οι επικίνδυνοι καιροί και η μοιραία ιδιοφυΐα του μεγαλύτερου αντιπάλου του Σαίξπηρ» (Dark Renaissance: The Dangerous Times and Fatal Genius of Shakespeare’s Greatest Rival), ο Γκρίνμπλατ υποστηρίζει ότι ο Μάρλοου «αφύπνισε τη μεγαλοφυΐα της αγγλικής Αναγέννησης». Σε μια εποχή πολιτικών και θρησκευτικών αναταράξεων, όταν η Αγγλία βρισκόταν ακόμη πολιτισμικά στο περιθώριο της Ευρώπης, ο Μάρλοου εμφανίστηκε, ως μια ριζοσπαστική φωνή που αμφισβήτησε τα καθιερωμένα όρια της σκέψης και της δραματουργίας.

Με έργα όπως ο «Ταμερλάνος ο Μέγας», ο «Εβραίος της Μάλτας», ο «Δρ Φάουστους» και ο «Εδουάρδος Β΄», έφερε στη σκηνή ήρωες, διαφορετικούς από τους παραδοσιακούς χαρακτήρες της εποχής· μορφές που κινούνταν πέρα από τους αποδεκτούς ηθικούς κανόνες, υποκινούμενους από τη φιλοδοξία, την επιθυμία για γνώση, την εξουσία και την αμφισβήτηση.

Θεμέλια και μεταμόρφωση

Η μεγάλη καινοτομία του Μάρλοου υπήρξε ο ανομοιοκατάληκτος ιαμβικός πεντάμετρος στίχος που έγινε το κυρίαρχο εκφραστικό μέσο του αγγλικού θεάτρου. Με τον «Ταμερλάνο τον Μέγα», η νέα αυτή ποιητική μορφή έφερε στη σκηνή μια αίσθηση δύναμης και αμεσότητας που δεν είχε προηγούμενο. Παράλληλα, με τον «Δρα Φάουστους» ο Μάρλοου δημιούργησε έναν νέο τύπο θεατρικού ήρωα: μια προσωπικότητα με εσωτερικές συγκρούσεις και σύνθετη ψυχολογία. Με αυτόν τον τρόπο, όπως υποστηρίζει ο Γκρίνμπλατ, συνέβαλε στην «εφεύρεση της εσωτερικότητας» στη δραματουργία, ανοίγοντας τον δρόμο για τους εμβληματικούς χαρακτήρες του Σαίξπηρ, όπως ο Αμλετ και ο Μάκβεθ.

Στο μεταξύ, η μελέτη του βρετανού πανεπιστημιακού και ερευνητή, Ντάνιελ Σουίφτ, «Το Εργοστάσιο των Ονείρων: Το πρώτο θέατρο του Λονδίνου και η δημιουργία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ» (The Dream Factory: London’s First Playhouse and the Making of William Shakespeare), φωτίζει το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε το ελισαβετιανό θέατρο. Κεντρική θέση στην αφήγησή του έχει το «The Theatre», το πρώτο ειδικά για θεατρικές παραστάσεις κατασκευασμένο κτίριο στην Αγγλία, που ίδρυσε ο Τζέιμς Μπάρμπετζ στο Σόρντιτς του Λονδίνου.

Η δημιουργία αυτού του θεάτρου σηματοδότησε μια σημαντική αλλαγή: τη μετάβαση από τους περιοδεύοντες θιάσους που εξαρτώνταν από προστάτες της αριστοκρατίας σε ένα νέο, πιο ανεξάρτητο και εμπορικό μοντέλο θεατρικής παραγωγής. Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα ο Σαίξπηρ δεν εμφανίστηκε ως απομονωμένη ιδιοφυΐα, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής μεταμόρφωσης.

Η θεατρική τέχνη της εποχής γεννήθηκε μέσα από τη συνεργασία, τη σχέση με το κοινό και τις νέες οικονομικές συνθήκες. Ο ίδιος ο Σαίξπηρ επωφελήθηκε από αυτό το περιβάλλον, καθώς έγινε μέτοχος στον θίασο Τσάμπερλεϊν που αργότερα θα εξελισσόταν στον θίασο του βασιλιά.

Μέσα από τα ρήγματα που δημιούργησε ο Μάρλοου, γράφει ο Γκρίνμπλατ, «άρχισε να εισρέει φως». Εκείνος εισήγαγε μια νέα γραφή για τη βία, τη φιλοδοξία, την απληστία και την επιθυμία. Ο Σαίξπηρ δεν ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Ο Μάρλοου υπήρξε περισσότερο τολμηρός· όμως χάρη σε εκείνον ο Σαίξπηρ μπόρεσε να φτάσει σε περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας όπου κανείς πριν δεν είχε ως τότε προσεγγίσει.