Οικονομικός λαϊκισμός και «μαύρες τρύπες»

Το περίφημο σημείωμα που είχε αφήσει το 1992 ο σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού του Μπιλ Κλίντον στο εκλογικό στρατηγείο τού τότε υποψήφιου προέδρου των Δημοκρατικών στο Αρκανσο περιελάμβανε τρεις επισημάνσεις: «1. – Αλλαγή Vs λίγο-πολύ τα ίδια. 2 – Η οικονομία, ανόητε. 3 – Μην ξεχνάς την υγειονομική περίθαλψη».

]Η αλήθεια είναι, μάλιστα, ότι το σημείωμα του Τζέιμς Κάρβαϊλ λειτούργησε περίπου ως «εγχειρίδιο» και για αρκετούς μελλοντικούς προέδρους – συμπεριλαμβανομένου του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ακολούθησε τις συμβουλές του κατά τα… δύο τρίτα προκειμένου να καταφέρει να επανεκλεγεί το 2024: εμφανίστηκε έτοιμος να τα αλλάξει όλα και έδωσε την υπόσχεση ότι θα έφερνε τον «χρυσό αιώνα» για τις Ηνωμένες Πολιτείες και θα γέμιζε τις τσέπες των πολιτών τους (αν και αδιαφόρησε πλήρως για το ζήτημα της υγείας).

Σήμερα ωστόσο, δύο χρόνια μετά και καθώς εκατομμύρια Αμερικανοί προσέρχονται στις κάλπες ή ρίχνουν την ψήφο τους επιστολικά στις ενδιάμεσες εκλογές, τα δύο μεγάλα ατού του προέδρου δείχνουν να έχουν μετατραπεί σε μπούμερανγκ. Κι αυτό διότι η μεγάλη αλλαγή την οποία θα έφερνε αποδείχθηκε σε πολλούς τομείς χαοτική (από τους δασμούς και την εξωτερική πολιτική μέχρι την εικόνα στον Λευκό Οίκο), εντός και εκτός συνόρων, ενώ οι συμπολίτες του διαπιστώνουν καθημερινά ότι οι προϋπολογισμοί των νοικοκυριών τους κινδυνεύουν να πέσουν έξω εξαιτίας του πληθωρισμού και της ακρίβειας.

Το νούμερο ένα πρόβλημα

Αναμφίβολα, λοιπόν, είναι αυτές οι «μαύρες τρύπες» που θα φέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στην περίπτωση που οι Ρεπουμπλικανοί γνωρίσουν βαριά ήττα, χάνοντας τον έλεγχο του Κογκρέσου. Οι δημοσκοπήσεις, εξάλλου, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών, καθώς δείχνουν όλες ότι η οικονομία αποτελεί μακράν το πιο σοβαρό πρόβλημα για τη συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών, με μεγάλη απόσταση από κάθε άλλο και ακόμη μεγαλύτερη από το Ιράν και τη μετανάστευση.

«Οι οικονομικές ανησυχίες αποτέλεσαν το πιο καθοριστικό ζήτημα για τους ψηφοφόρους στις τέσσερις από τις έξι ενδιάμεσες εκλογές που έχουν διεξαχθεί στον 21ο αιώνα. Σήμερα ωστόσο, με τον πόλεμο στο Ιράν και τους δασμούς να οδηγούν σε άνοδο τις τιμές του αερίου και του πετρελαίου, τον πληθωρισμό και τα επιτόκια των στεγαστικών, οι ανησυχίες είναι πιο βαθιές και προκαλούν απόγνωση, καταλαμβάνοντας αποφασιστικά την κεντρική σκηνή στην τελική ευθεία προς τις εκλογές», σημείωναν χαρακτηριστικά την Κυριακή οι Λίσα Λίρερ και Αλαν Ρέιπορτ, σε ανάλυσή τους που δημοσιεύτηκε στους «New York Times».

«Οι υψηλές τιμές της ενέργειας αποτελούν παράγοντα – κλειδί στις ανησυχίες που αφορούν το πώς μπορεί κανείς να τα βγάλει πέρα, κάτι που θα είναι πάνω από όλα για τους ανθρώπους όταν πάνε στις κάλπες. Αυτές δε οι τιμές αποτελούν συνέπεια των τραυμάτων που έχει προκαλέσει στη χώρα αυτή η κυβέρνηση», εκτιμά από την πλευρά του ο Τζέισον Μπόρντοφ, στέλεχος του Πανεπιστημίου Columbia, μιλώντας στους «Financial Times». «Εφόσον τα αποτελέσματα συμβαδίσουν τελικώς με τα προγνωστικά, τότε ο Τραμπ δεν θα είναι ο μόνος που θα έχει υποστεί ήττα. Το ίδιο θα συμβεί και με τον οικονομικό λαϊκισμό που πρεσβεύει», σημειώνει σε άρθρο του στο Bloomberg και ο Σον Ντόναν.

Δείκτες που πετάνε

Η αλήθεια, βεβαίως, είναι πως η αποτίμηση της εικόνας που παρουσιάζει σήμερα η αμερικανική οικονομία δεν μπορεί να γίνει με βάση τη λογική «άσπρο – μαύρο». Κι αυτό διότι ορισμένοι δείκτες αποτυπώνουν μια ανθηρή και αισιόδοξη κατάσταση, ενώ άλλοι δείχνουν προς την εντελώς αντίθεση κατεύθυνση.

Ετσι, σύμφωνα με τα στοιχεία για το τρίτο τρίμηνο που έγιναν γνωστά την περασμένη εβδομάδα, το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε σε ετήσια βάση με ρυθμό 3,4%, ποσοστό που είναι το υψηλότερο εδώ και έναν χρόνο. «Εχουμε πετύχει ένα πολύ καλό μείγμα», βρήκε την ευκαιρία να πει ο υπουργός Οικονομικών και έμπιστος του προέδρου, Σκοτ Μπέσεντ, τονίζοντας ότι καταναλωτές και επιχειρήσεις παραμένουν αισιόδοξοι και συνεχίζουν να αυξάνουν τις δαπάνες τους, παρά τα όποια προβλήματα.

Τα μηνύματα από τη Wall Street φαίνεται πως συνάδουν με τον ισχυρισμό του. Πράγματι, ο δείκτης S&P 500 εμφανίζεται ενισχυμένος κατά 30% σε σύγκριση με το επίπεδο που βρισκόταν την 1η Ιανουαρίου 2025, τρεις εβδομάδες πριν από την ορκωμοσία του Τραμπ για τη δεύτερη προεδρική θητεία του – αν και αρκετοί κάνουν λόγο για «φούσκα», καθώς η άνοδος αποδίδεται κυρίως στην τεχνητή νοημοσύνη. Οσο για τη μέση τιμή των κατοικιών, η τάση παραμένει αυξητική – άνοδος κατά 6% την τελευταία διετία -, δίνοντας μεγαλύτερη ονομαστική αξία σε ένα από τα βασικά περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών.

Επίσης, το επίσημο ποσοστό ανεργίας παραμένει μικρότερο ή ίσο με το ιστορικά χαμηλό ποσοστό του 4,5%, κάτι που σημαίνει, πολύ απλά, ότι στην Αμερική του Τραμπ υπάρχουν δουλειές. Είναι, όμως, επαρκώς και καλά αμειβόμενες, όπως υποσχόταν ο ίδιος ο πρόεδρος πριν από την επανεκλογή του και επιτάσσει το «αμερικανικό όνειρο»;

Πραγματικότητα που προσγειώνει

Εδώ η εικόνα αρχίζει κάπως να «γκριζάρει». Η αιτία είναι το γεγονός ότι, πάντα με βάση τα επίσημα στοιχεία, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια έχουν ουσιαστικά εκμηδενίσει την ενίσχυση του πραγματικού εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης εκατομμυρίων Αμερικανών. Ανάμεσά τους και πολλών «μπλε κολάρων», δηλαδή της παραδοσιακής εργατικής τάξης, στην οποία απευθύνθηκαν με ιδιαίτερη επιτυχία ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί στις εκλογές του 2024.

Για του λόγου το αληθές, από τον περασμένο Μάρτιο μέχρι σήμερα – δηλαδή από τη στιγμή που ΗΠΑ και Ισραήλ βομβάρδισαν το Ιράν και ξεκίνησε ο νέος πόλεμος στον Περσικό (και την Ερυθρά) – ο δείκτης τιμών καταναλωτή (CPI) αυξάνεται ταχύτερα από ό,τι οι μέσες αποδοχές των εργαζομένων. Αθροιστικά, λοιπόν, προκύπτει πως τους τελευταίους 22 μήνες, ήτοι από τις αρχές του 2025 μέχρι σήμερα, η αύξηση της μέσης ωριαίας αμοιβής έχει ουσιαστικά εκμηδενιστεί από τον πληθωρισμό – η αιτία για τον οποίο είναι ο πόλεμος που έχει ξεκινήσει ο ίδιος ο Τραμπ.

Η χειρότερη εικόνα έρχεται, φυσικά, από την ενέργεια, καθώς οι αντλίες έχουν πάρει «φωτιά» και το κόστος παραγωγής για τις περισσότερες βιομηχανίες αυξάνεται διαρκώς. Πράγματι, η μέση τιμή του πετρελαίου κίνησης έχει πλέον φτάσει ή και ξεπεράσει τα 6,30 δολάρια ανά γαλόνι, όταν στην αρχή της δεύτερης θητείας του Τραμπ ήταν στα 3,65 δολάρια και πριν από την επίθεση στο Ιράν στα 3,75% – κάτι που μεταφράζεται σε αύξηση της τάξης του 70%. Οσο για το φυσικό αέριο, πριν από τον πόλεμο ήταν κάτω από 3 δολάρια, ενώ τώρα έχει ξεπεράσει τα 4.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τα σταθερά επιτόκια των στεγαστικών δανείων έχουν πάρει πάλι την ανιούσα τους τελευταίους μήνες, αντιστρέφοντας την τάση που επικρατούσε αρχικά. Ετσι, σήμερα, για τα 30ετούς διάρκειας κυμαίνονται στο 7,24% και για τα 15ετούς στο 6,60%, είναι δηλαδή ήδη υψηλότερα από ό,τι στις αρχές του 2025.

Κάπως έτσι και επειδή είναι προφανές ότι κάποιοι δείκτες αφορούν περισσότερο την πλειοψηφία των Αμερικανών από ό,τι κάποιοι άλλοι, όπως ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν για το τι θα βγάλουν αυτές οι κάλπες.