- Advertisement -

Βασιλική Τρουφάκου: «Να μιλάμε για την τοξικότητα στον χώρο εργασίας»

Βασιλική Τρουφάκου: «Να μιλάμε για την τοξικότητα στον χώρο εργασίας»
2

- Advertisement -

vasiliki-troufakou

Τι συμβαίνει όταν η φιλοδοξία γίνεται επιβιωτικό ένστικτο, οι συνάδελφοι μετατρέπονται σε αντιπάλους και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μοιάζει με πολυτέλεια που κανείς δεν έχει την άνεση να διατηρήσει; Στον κόσμο του «Γκλόρια», του πολυσυζητημένου έργου του Μπρέιντεν Τζέικομπς-Τζένκινς, που ανεβαίνει στο θέατρο Δημήτρης Χορν σε σκηνοθεσία Εμιλυς Λουίζου, η καθημερινότητα ενός γραφείου περιοδικού μετατρέπεται σ’ ένα ανελέητο παιχνίδι εξουσίας όπου το χιούμορ γίνεται όπλο και η ηθική δοκιμάζεται διαρκώς. Μ’ αυτόν τον γνώριμο μα και ταυτόχρονα βαθιά ανησυχητικό κόσμο έρχεται αντιμέτωπη η Βασιλική Τρουφάκου, η οποία πρωταγωνιστεί στην παράσταση.

«Σχεδόν όλοι υποδυόμαστε περισσότερους από έναν χαρακτήρες αλλά υπάρχει ένας κεντρικός, της Κέλι, που τον ανέλαβα εγώ. Είναι μια περίπτωση ανθρώπου πολύ έξυπνη και δυναμική. Είναι ένας παράξενος χαρακτήρας με την έννοια ότι έχει πολύ θράσος και απαιτήσεις, ξέρει να ελίσσεται αλλά είναι κι αυτή μέσα στην κρεατομηχανή. Είναι γρανάζι ενός συστήματος το οποίο είναι ιδιαίτερα ανελαστικό για όλους», αναφέρει η Βασιλική Τρουφάκου στο «Νσυν». «Απολαμβάνω αυτόν τον χαρακτήρα πολύ. Από γραφής ο Τζέικομπς-Τζένκινς τής έχει δώσει πάρα πολύ ωραίο λόγο, με ροή, επιχειρήματα. Ταυτόχρονα, είναι ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο το οποίο έχει μεγάλη άνεση στον λόγο, απαιτεί πράγματα χωρίς να είναι απαραίτητα σε θέση να προσφέρει. Νιώθεις ότι έχεις συναντήσει κάπου την Κέλι κι αυτό μ’ αρέσει πολύ. Είναι ανάγλυφη, έχει ισχύ ο λόγος της, είναι χειμαρρώδης και αστεία άθελά της πολλές φορές και σε απόλυτη σύγκρουση με τον ρόλο που υποδύεται ο Αποστόλης Τότσικας. Δεν έχω ξανακάνει κάτι τέτοιο και για μένα είναι πολύ γοητευτική αυτή η πανίδα του συγκεκριμένου περιβάλλοντος», συνεχίζει η ίδια.

«Θα ταυτιστούν πολλοί»

Η ατμόσφαιρα που χτίζει το έργο μπορεί να μοιάζει ακραία αλλά έχει κάτι βαθιά αναγνωρίσιμο, τις μικρές καθημερινές συγκρούσεις, τον ανταγωνισμό, τις σιωπηλές συμμαχίες και την αγωνία να αποδείξεις την αξία σου σ’ έναν χώρο που συχνά αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως αναλώσιμους. Είναι αυτή ακριβώς η οικειότητα που κάνει τη σάτιρα του Τζέικομπς – Τζένκινς τόσο αιχμηρή, καθώς πίσω από τις υπερβολές της διακρίνουμε συμπεριφορές και δυναμικές που συναντάμε γύρω μας. «Η Κέλι περιγράφει τον χώρο ως ένα κολαστήριο, ένα μέρος όπου τελειώνουν τα όνειρα κατά κάποιον τρόπο.

Σ’ έναν φοβερό μονόλογό της, σχολιάζει ότι τώρα που η βιομηχανία του Τύπου συρρικνώνεται και οι εκδόσεις χάνονται, βρίσκονται οι υπάλληλοι να έχουν κολλήσει κάτω από τη μέση της διοίκησης, βοηθοί των βοηθών χωρίς να μπορούν ν’ ανέβουν ποτέ. Γιατί οι εξηντάρηδες δεν φεύγουν από τις θέσεις τους και δεν υπάρχει χώρος για τα νιάτα, τις νέες ιδέες, το εναλλακτικό. Θεωρώ ότι θα ταυτιστεί πολύς κόσμος με αυτές τις σκέψεις. Το έργο συνδυάζει κάποια πράγματα εξωφρενικής κωμωδίας ενώ ταυτόχρονα έχει ένα βάρος. Ασκεί μεγάλη κριτική, δεν λυπάται κανέναν. Ταυτόχρονα όμως έχει και ανθρωπιά, δεν κουνάει το δάχτυλο αλλά ο συγγραφέας το κάνει με κέφι κι αγάπη», τονίζει η ηθοποιός.

Στο «Γκλόρια», το γραφείο δεν είναι απλώς ο χώρος όπου οι ήρωες περνούν τις εργάσιμες ώρες τους αλλά ένας κόσμος που εισβάλλει στη σκέψη, στις σχέσεις και τελικά την ίδια τους την ταυτότητα, που τον κουβαλάνε μαζί τους ακόμα και στις στιγμές που υποτίθεται ότι ξεκουράζονται. «Δεν τελειώνει τώρα πια η δουλειά, ούτε η διαθεσιμότητα. Είναι υπόθεση δική μας και της επόμενης γενιάς να σταματήσουμε την αφόρητη διείσδυση του εργασιακού χωροχρόνου στο σύνολο της ύπαρξης. Γιατί όλο αυτό τρώει την υγεία μας, την προσωπική ζωή της οικογένειάς μας, τα πάντα κι όλο και χειροτερεύει», επισημαίνει η πρωταγωνίστρια.

Σημείο θραύσης

Κάπως έτσι, η πίεση της καθημερινής εργασίας μετατρέπεται σταδιακά σ’ έναν μηχανισμό που δοκιμάζει τις αντοχές και τα όρια των ανθρώπων, ενώ συμπεριφορές που κάποτε θα μας φαίνονταν αδιανόητες πλέον κανονικοποιούνται. «Σε όλους μας υπάρχει ένα σημείο θραύσης. Είναι πάρα πολύ καλό ν’ ανοίγουμε αυτήν την κουβέντα για την τοξικότητα στον χώρο εργασίας γιατί συχνά συνηθίζουμε τη δυσκολία, την κακοποίηση, αλλά δεν ξέρεις ποτέ πώς τελικά αυτή θα σκάσει. Νομίζω ότι αυτό που κάνει τον κάθε άνθρωπο να ξεπερνάει τα όριά του είναι να μη σέβονται τον εαυτό του, το σώμα του, το μυαλό του, τις επιθυμίες του. Να μη σέβονται τη φύση του γενικώς. Αν κάποιος δουλεύει για παράδειγμα 15 με 17 ώρες την ημέρα, κάτι θα πάθει.

Ή θα του βγει αυτό στη σχέση του με τον σύντροφό του και το παιδί του. Θυμάμαι πως μου έλεγε ο πατέρας μου ότι στην εποχή του αν έλεγε κάποιος ότι θα καταργήσει το οκτάωρο θα τον κοίταζαν σαν τρελό. Τώρα το οκτάωρο είναι το λιγότερο που δουλεύουμε. Συνήθως απασχολούμαστε 10 με 12 ώρες και περνάμε άλλες δύο ώρες στον δρόμο για τις μετακινήσεις μας. Είναι πλέον όλη η ζωή μας στον αυτόματο. Δεν ξέρω πώς όλο αυτό θα εξελιχθεί. Ισως να χρειαστεί να σκεφτούμε αλλιώς τα πράγματα», δηλώνει η Βασιλική Τρουφάκου.

«Προσωπικά δεν είχα καμία βουκολική φαντασίωση για τη ζωή μου αλλά σκέφτομαι πια μήπως ένα σπίτι στο χωριό με κήπο για να καλλιεργώ είναι καλή ιδέα. Γιατί βλέπω πολλούς ανθρώπους χωρίς καμία ποιότητα ζωής σε μεγάλες πόλεις. Οπότε ίσως να έχει κάποιο νόημα ν’ αρχίζουμε να σκεφτόμαστε κάτι άλλο σιγά σιγά και τι θέλουμε στη ζωή μας, γιατί τώρα μοιάζει να μην έχουμε καμία προοπτική. Είναι βέβαια και ο νοσηρός καταναλωτισμός που μας χαρακτηρίζει. Θεωρούμε τελείως φυσιολογικό να δουλεύουμε ατελείωτες ώρες σαν σκλάβοι για να αγοράζουμε υλικά αγαθά τα οποία δεν καλύπτουν τίποτα.

Ο σύγχρονος άνθρωπος μετατρέπει χωρίς πολλές δεύτερες σκέψεις, χωρίς βαριά καρδιά, τα λεφτά του σε σκουπίδια. Είναι δε λεφτά που τα έχει κάνει χάνοντας τη ζωή του. Επικρατεί πλέον αυτός ο συνεχής κύκλος δουλεύω – καταναλώνω, χωρίς καμία σκέψη ολοκληρωμένη περί ζωής. Αυτή τη σκέψη θέλω να την κάνει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση. Να αναρωτηθεί αν αξίζει αυτό που περνάει, αν ταλαιπωρείται για να το φτιάξει. Γιατί ζούμε μία φορά, είναι λίγη η ζωή μας, οπότε πρέπει να κάνουμε τα πράγματα κάπως καλά. Δεν είναι μονόδρομος η κακοπέραση», καταλήγει η ηθοποιός.

- Post Down -

Comments are closed.