- Advertisement -

Ο Ονούρ, η Σεχραζάτ, ο Σουλεϊμάν, η Φατμαγκιούλ και οι εκατοντάδες άλλοι ήρωες της τουρκικής μυθοπλασίας έχουν πάψει προ πολλού να περιορίζονται στις περιπέτειές τους στη μικρή οθόνη εντός των εθνικών τους συνόρων. Από τα Βαλκάνια έως τη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική, οι ιστορίες τους ταξιδεύουν τα τελευταία χρόνια για τα καλά σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς, δημιουργώντας ένα διεθνές κοινό που, όχι μόνο παρακολουθεί τις αφηγήσεις τους, αλλά έρχεται παράλληλα σε επαφή με τη γλώσσα, τις παραδόσεις και τις κοινωνικές αντιλήψεις της χώρας παραγωγής τους.
«Οι τουρκικές σειρές φτάνουν σε ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους παγκοσμίως. Οταν τους ρωτάμε πού έμαθαν τουρκικά, μας απαντούν από τις σειρές», ανέφερε ο Μουράτ Γιανσί, επικεφαλής του τηλεοπτικού ομίλου Demiroren Media, ο οποίος έδωσε το «παρών» την περασμένη εβδομάδα στη Mipcom, τη σημαντικότερη διεθνή αγορά τηλεοπτικού περιεχομένου στις Κάννες της Γαλλίας. Εκπροσωπώντας το κανάλι Kanal D., που δραστηριοποιείται στην εξαγωγή τίτλων όπως «Daha 17», «Inci Taneleri» (Το Μυστικό των Μαργαριταριών), «Yalan» (Το Βάρος της Οικογένειας), «Zalim Istanbul» (Η Σκληρή Πόλη) και «Siyah Beyaz Ask» (Το Τίμημα του Πάθους), ο ίδιος περιέγραψε τις παραγωγές ως μια μορφή πολιτιστικής επιρροής που ξεπερνά τα όρια της ψυχαγωγίας. «Από τη μία πλευρά, εξάγουμε τον τουρκικό πολιτισμό και τη γλώσσα. Οι σειρές αποτελούν, κατά μία έννοια, μια δύναμη που ασκεί διπλωματία εκ μέρους μας», τόνισε, ενώ χαρακτήρισε τις παραγωγές αυτές σημαντικό μέσο «ήπιας δύναμης» της πατρίδας του.
Στην πρώτη γραμμή της επιτυχίας
Η επιτυχία που γνωρίζουν οι τηλεοπτικές δημιουργίες είναι όντως η πιο ξεκάθαρη έκφραση αυτής της διπλωματικής τακτικής που ακολουθεί η χώρα τις τελευταίες δύο δεκαετίες, μέσα από την οπτικοακουστική βιομηχανία της. Οι σκηνές κάθε σειράς μεταφέρουν εικόνες της Κωνσταντινούπολης και άλλων πόλεων της τουρκικής επικράτειας σε θεατές πολύ πέρα από τα σύνορά τους, συμβάλλοντας στην καλλιέργεια μιας εξοικείωσης με τη χώρα.
«Χίλιες και Μία Νύχτες»
Παράλληλα, σπέρνουν τον σπόρο της τουριστικής εξερεύνησής τους, αφού δημιουργούν την ανάγκη στο πιο πιστό κοινό να ταξιδέψει στους τόπους των γυρισμάτων ή στα αξιοθέατα που έχει θαυμάσει στη μικρή του οθόνη. Επίσης, κάθε μυθοπλαστικό δημιούργημα της τουρκικής τηλεοπτικής βιομηχανίας, δυνητικά λειτουργεί ως άτυπος πρεσβευτής του τουρκικού πολιτισμού και του τρόπου ζωής.
Δεν είναι τυχαίο πως πολλές φορές οι αξιωματούχοι της χώρας κάνουν σαφείς αναφορές στις σειρές στις πολιτικές ομιλίες τους, όπως ο Εγκεμέν Μπαγκίς, υπουργός ευρωπαϊκών υποθέσεων από το 2009 έως το 2013, ο οποίος δήλωσε ότι «αποτελούν ένα τέλειο εργαλείο για να προβάλλουμε την εικόνα της Τουρκίας και τον τουρκικό τρόπο ζωής. Αυτό εξυπηρετεί, όχι μόνο τα οικονομικά μας συμφέροντα, αλλά και τα διπλωματικά και τα κοινωνιολογικά. Οι τουρκικές σειρές έχουν καταστεί ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα της ήπιας δύναμής μας».
100.000 δολάρια για μετάδοση στο εξωτερικό
Δουλειές σαν αυτές που βρέθηκε στις Κάννες για να πουλήσει, είναι σήμερα διαθέσιμες σε τουλάχιστον 170 χώρες σε όλο τον κόσμο. Στοιχεία της Parrot Analytics αποκαλύπτουν ότι η ζήτησή τους αυξήθηκε κατά 184% μεταξύ 2020 και 2023, καθιστώντας την Τουρκία έναν από τους τρεις κορυφαίους εξαγωγείς τηλεοπτικών προγραμμάτων διεθνώς, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αν στην εξίσωση βάλουμε τη γλώσσα, τότε τα τουρκόφωνα σίριαλ έχουν τη δεύτερη μεγαλύτερη απήχηση μετά τα αγγλικά παγκοσμίως. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα έσοδα από τις εξαγωγές πλέον να ξεπερνούν το ιστορικό όριο του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, όταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 το αντίστοιχο ποσό ήταν 10 εκατομμύρια δολάρια.
«Οι τουρκικές σειρές φτάνουν σε ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους παγκοσμίως», ανέφερε ο Μουράτ Γιανσί, επικεφαλής του ομίλου που δραστηριοποιείται στην εξαγωγή τίτλων όπως η «Daha 17»
«Οταν μια τουρκική σειρά φτάνει σε μια οικογένεια στη Δαμασκό, σ’ ένα σαλόνι στο Ραμπάτ, σ’ ένα σπίτι στο Βελιγράδι ή σ’ έναν θεατή στο Σαντιάγκο ή το Γιοχάνεσμπουργκ, η Τουρκία παύει να είναι μια μακρινή χώρα που φαίνεται μόνο στον χάρτη», επιβεβαίωσε από την πλευρά του ο Μπουρχανετίν Ντουράν, αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών και επικεφαλής της Διεύθυνσης Επικοινωνιών της χώρας, μιλώντας τον περασμένο Αύγουστο σε συνέδριο στην Κωνσταντινούπολη με θέμα την παγκόσμια εξάπλωση των τουρκικών σειρών. Εκεί, προκειμένου να ενισχύσει την εμβέλεια των παραγωγών, η κυβέρνηση παρουσίασε ένα νέο πρόγραμμα όπου δίνονται επιχορηγήσεις 100.000 δολαρίων για κάθε επεισόδιο που μεταδίδεται στο εξωτερικό.
Zalim Ιstanbul»
H πρωτοβουλία, την οποία περιέγραψε ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Μεχμέτ Νουρί Ερσόι, απευθύνεται σε δουλειές οι οποίες προωθούν, όχι μόνο την Τουρκία και τη γλώσσα της αλλά και την τουριστική της ελκυστικότητα. Δεν περιορίζεται δε, μόνο σε οικονομικά κίνητρα αλλά προσφέρει απλοποιημένες γραφειοκρατικές διαδικασίες για την έκδοση αδειών για γυρίσματα και δωρεάν πρόσβαση σε ιστορικούς ή πολιτιστικούς χώρους. Εκείνες που ήδη προβάλλονται σε τουλάχιστον 10 χώρες σε τρεις ηπείρους, προκειμένου να λάβουν την κρατική βοήθεια, θα αξιολογούνται με βάση τις επιδόσεις τους στις εξαγωγές, τα ποσοστά τηλεθέασης και τα στοιχεία ψηφιακής παρακολούθησης.
Πώς ξεκίνησαν στη δεκαετία του 2000
To φαινόμενο των «ντίζι», όπως ονομάζονται διεθνώς οι τουρκικές σειρές από το όνομα του σταθμού που ειδικεύεται στην παραγωγή χαρακτηριστικών δραματικών ιστοριών, εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και συνέπεσε με την ανάδειξη της χώρας σε περιφερειακή δύναμη, αλλά και τη ραγδαία ανάπτυξη της οικονομίας της. Σε αυτό το περιβάλλον, οι τούρκοι επιχειρηματίες άρχισαν να δοκιμάζουν την τύχη τους στις τηλεοπτικές παραγωγές, προορισμένες αρχικά για το κοινό εντός της χώρας. Οταν το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία, άρχισαν οι πρώτες εξαγωγές στην περιοχή της Μέσης Ανατολής με αντίστοιχα θετικά αποτελέσματα, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πιο συντεταγμένη προσφορά περιεχομένου σε όλο τον κόσμο, όπως επισημαίνει η δρ Τζάνα Τζαμπούρ, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Sciences Po του Παρισιού, στη μελέτη της «Τουρκικές σαπουνόπερες: Η ήπια δύναμη στην υπηρεσία των πολιτικών φιλοδοξιών μιας ανερχόμενης Δύναμης».
Για τους μουσουλμάνους, τα οικογενειακά δράματα made in Turkey, έγιναν μια ευκαιρία χαλάρωσης μπροστά στη μικρή οθόνη, αφού στις σκηνές τους δεν περιλαμβανόταν αλκοόλ, το σεξ υπονοούνταν και ποτέ δεν εμφανιζόταν, ενώ η βία ήταν εξαιρετικά λίγη. Οσο για τους πρωταγωνιστές; Αυτοί ήταν μετρημένοι, χωρίς ιδιαίτερα φανατικές θρησκευτικές ιδέες.
Για τους λατινοαμερικάνους τηλεθεατές, από την άλλη, οι παραγωγές που είχαν έρθει για να αντικαταστήσουν τις δικές τους σαπουνόπερες, ήταν επί της ουσίας μελοδράματα με φόντο συντηρητικά κοινωνικά ήθη που τους φαίνονταν οικεία. Για τους Ευρωπαίους, ήταν σχεδόν εξωτικά προϊόντα, με πλούσια σκηνικά, φανταχτερά κοστούμια και εύπεπτες ιστορίες που τους κρατούσαν παρέα, χωρίς να απαιτούν τη μεγάλη προσοχή τους.
Για τους τηλεοπτικούς φορείς, βέβαια, ήταν μια καλή λύση στη σπαζοκεφαλιά του προγράμματός τους, αφού το κόστος αγοράς των δικαιωμάτων προβολής ήταν εξαιρετικά χαμηλό και οι επιδόσεις τους στην τηλεθέαση αρκετά καλές. Κάπως έτσι, γέμισε και ο ελληνικός τηλεοπτικός αέρας με τις περιπέτειες ηρώων από τη γείτονα χώρα, τη δεκαετία κυρίως του 2010, όταν η κρίση έδειχνε τα δόντια της στην εγχώρια παραγωγή.
Comments are closed.