- Advertisement -

Όλα αρχίζουν με ένα όνομα πάνω σε μια απόδειξη κατασχεθέντων αντικειμένων. Το 2017, ψάχνοντας στοιχεία για μια μεγάλη ομοσπονδιακή υπόθεση της δεκαετίας του ’90, η Ταρίν Σάιμον πέφτει τυχαία πάνω στο όνομα ενός ομοσπονδιακού πράκτορα.
Τον αναζητά, τον συναντά σε εστιατόρια και πάρκινγκ, αρχίζει να ακούει τις ιστορίες του και σύντομα αντιλαμβάνεται ότι έχει μπροστά της έναν άνθρωπο που, χωρίς ποτέ να βρίσκεται στο επίκεντρο, έχει περάσει από δεκάδες σκοτεινές σελίδες της αμερικανικής Ιστορίας: την πτώση του αεροπλάνου της TWA που εξερράγη και συνετρίβη στον Ατλαντικό Ωκεανό στις 17 Ιουλίου 1996, με 230 νεκρούς.
Την 11η Σεπτεμβρίου, την έκρηξη στην αμερικανική πρεσβεία στο Ναϊρόμπι, την επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη του δημάρχου της Ουάσιγκτον Μάριον Μπάρι, το ανθρωποκυνηγητό των ελεύθερων σκοπευτών της Ουάσιγκτον, μια έρευνα για τον αποκεφαλισμό Αμερικανού στη Σαουδική Αραβία. Μόνο που η Σάιμον δεν ενδιαφέρεται απλώς για τα εγκλήματα και τις επιχειρήσεις. Θέλει να μάθει τι απέγιναν οι άνθρωποι και τα αντικείμενα που έμειναν πίσω.
Ποιος κράτησε το φιλμ μιας γυναίκας που φωτογράφισε το φλεγόμενο Πεντάγωνο; Τι απέγιναν τα συντρίμμια του αεροπλάνου της TWA; Τι συνέβη στο παιδί ενός ζευγαριού που κατηγορήθηκε για κατασκοπεία υπέρ της Ρωσίας; Και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένα γεγονός που, στην αρχή, μοιάζει να αφορά μόνο λίγους;
Αυτή η σχεδόν αστυνομική έρευνα είναι η αφετηρία της έκθεσης «Πατρίδα, σε αγαπώ» (Father Country I Do Love You) της Ταρίν Σάιμον στο Γκούγκενχαϊμ της Νέας Υόρκης, ενός έργου που χρειάστηκε σχεδόν δέκα χρόνια για να ολοκληρωθεί και καταλαμβάνει ολόκληρη τη σπειροειδή ροτόντα του μουσείου.
Πρόκειται για την πρώτη μονογραφική έκθεση καλλιτέχνη που έχει ως κύριο μέσο έκφρασης τη φωτογραφία στον συγκεκριμένο χώρο του κτιρίου και τη μεγαλύτερη παρουσίαση νέων έργων στην ιστορία του Γκούγκενχαϊμ, με περισσότερες από 1.000 φωτογραφίες, βίντεο, γλυπτά και κείμενα.
Η Σάιμον οργανώνει την αφήγηση σε 42 κεφάλαια, ακολουθώντας τη σταδιοδρομία του ανώνυμου πράκτορα και, κυρίως, τις παράπλευρες διαδρομές των υποθέσεων στις οποίες ενεπλάκη. Ο ίδιος λειτουργεί ως ένας «μεσάζων» της Ιστορίας: ένας άνθρωπος με την εξουσία που του δίνουν το σήμα και η υπηρεσία του, αλλά με πρόσβαση κάθε φορά μόνο σε ένα μικρό κομμάτι της συνολικής εικόνας. Η Σάιμον ακολουθεί αυτά τα κομμάτια σαν νήματα μιας υπόθεσης, ώσπου η μια έρευνα οδηγεί στην επόμενη και ο ένας άνθρωπος στον άλλον.
Στο Ναϊρόμπι, για παράδειγμα, ο πράκτορας βρίσκεται μετά τις βομβιστικές επιθέσεις του 1998 στην αμερικανική πρεσβεία. Η καλλιτέχνις αναζητά 36 ανθρώπους που τυφλώθηκαν ή έχασαν μέρος της όρασής τους από τα θραύσματα των τζαμιών και τους φωτογραφίζει χρόνια αργότερα, καταγράφοντας μαζί τη μνήμη τους για την τελευταία εικόνα που είδαν πριν από την έκρηξη.
Σε άλλη ιστορία, ο πράκτορας είχε αναλάβει να προσέχει δύο παιδιά σε ξενοδοχείο, την ώρα που η μητέρα τους συμμετείχε σε επιχείρηση παγίδευσης που οδήγησε στη σύλληψη του δημάρχου Μάριον Μπάρι. Δεκαετίες αργότερα, η Σάιμον εντοπίζει την αδελφή της γυναίκας, η οποία έχει εταιρεία ρούχων γυναίκας και επιστρέφει στο ίδιο ξενοδοχείο για να φωτογραφίσει εκεί τον εταιρικό της κατάλογο, όπως αναφέρει η βρετανική εφημερίδα «Guardian». Οι ιστορίες δεν τελειώνουν εκεί. Συνεχίζουν να διακλαδίζονται.
Αλυσιδωτές συνέπειες
Κάπως έτσι λειτουργεί και η ίδια η έκθεση. Ο θεατής ανεβαίνει τη σπείρα του Γκούγκενχαϊμ, περνώντας από τη μία ιστορία στην άλλη, ενώ οι προηγούμενες παραμένουν ορατές από διαφορετικές οπτικές γωνίες.
Στην κορυφή ένας μηχανισμός απελευθερώνει μπάλες του μπιλιάρδου, οι οποίες κυλούν σε ολόκληρη τη σπειροειδή διαδρομή, συγκρούονται μεταξύ τους και καταλήγουν στη βάση της σπείρας: μια απλή εικόνα για το πώς μια πράξη μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές συνέπειες που κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει, σημειώνεται στο περιοδικό των «New York Times». Και ενώ το έργο μοιάζει να είναι η Ιστορία της Αμερικής μέσα από έναν πράκτορα που βρέθηκε στις παρυφές της, οδηγεί εν τέλει σταδιακά τον θεατή προς μια διαφορετική κατεύθυνση: στον πατέρα της Σάιμον, έναν άνθρωπο που εργάστηκε για την αμερικανική κυβέρνηση, έζησε στην Ταϊλάνδη και γνώριζε τον Τζιμ Τόμσον, τον αμερικανό επιχειρηματία και πρώην πράκτορα που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς το 1967. Οταν η Σάιμον, ήταν εννέα ετών, πατέρας και κόρη αναδημιούργησαν στο σπίτι τους στο Λονγκ Αϊλαντ το σαλόνι του Τόμσον, ένα δωμάτιο με ξύλινη επένδυση.
Το ίδιο δωμάτιο ανακατασκευάζει τώρα η καλλιτέχνις στην είσοδο του μουσείου. Η έκθεση είναι αφιερωμένη στον πατέρα της, ο οποίος διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ το 2020. Και η έρευνα που ξεκίνησε από έναν άγνωστο πράκτορα καταλήγει, σχεδόν σαν την ανατροπή που συμβαίνει στο φινάλε μιας αστυνομικής ιστορίας: στην οικογενειακή μνήμη, στις χιλιάδες έγχρωμες διαφάνειες του πατέρα της και σε όλα όσα εκείνος της είπε, αλλά και όσα δεν της είπε ποτέ.
Comments are closed.