- Advertisement -

Γιαγιόι Κουσάμα: Ποπ φαινόμενο και με τη… βούλα 

Γιαγιόι Κουσάμα: Ποπ φαινόμενο και με τη… βούλα 
2

- Advertisement -

Η Γιαγιόι Κουσάμα, η ακτιβίστρια καλλιτέχνις της γενιάς των παιδιών των λουλουδιών, η οποία αντιμετώπισε τα ζητήματα ψυχικής υγείας της μετατρέποντάς τα σε τέχνη, για να εξελιχθεί χάρη στα δωμάτια – καθρέφτες της και τις πολύχρωμες βούλες της σε φαινόμενο της ποπ κουλτούρας, πέθανε στα 97 της χρόνια. Το Μουσείο Yayoi Kusama και το Ιδρυμα Yayoi Kusama ανακοίνωσαν χθες τον θάνατό της αναφέροντας ότι απεβίωσε στις 14 Αυγούστου σε νοσοκομείο του Τόκιο, χωρίς να διευκρινίζεται η αιτία θανάτου της.

Γεννήθηκε στην Ιαπωνία, στο Νατσουμότο, το 1929, σε μια εύπορη οικογένεια αλλά με αυστηρές παραδοσιακές αντιλήψεις που απαγόρευαν την ενασχόλησή της με τη ζωγραφική. Σε ηλικία δέκα ετών είχε την πρώτη της παραίσθηση, όταν είδε τις βιολέτες στο οικογενειακό χωράφι να της μιλάνε. Οι παραισθήσεις συνεχίστηκαν και, αναζητώντας έναν τρόπο να επεξεργαστεί τον τρόμο της, η Κουσάμα αφοσιώθηκε στο σχέδιο.

Το 1957 είχε μετακομίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε μόλις 18 μήνες οι μεγάλοι καμβάδες της, «Infinity Nets», καλυμμένοι απ’ άκρη σ’ άκρη με γραμμές και κουκκίδες, της είχαν εξασφαλίσει μια θέση στην πρωτοπορία της Νέας Υόρκης.

Το 1962, αναφέρουν οι «New York Times», παρουσίασε σε μια γκαλερί μια εγκατάσταση που αποτελείτο από υφασμάτινους φαλλούς. Το έργο αυτό, το οποίο μάλιστα δεν μπορούσε να αναφερθεί στον Τύπο της εποχής, αποτέλεσε μία από τις πρώτες μεγάλες προκλήσεις της δεκαετίας του 1960. Με τίτλο «Accumulations» οι φαλλικές συσσωρεύσεις της πολλαπλασιάστηκαν, κάλυψαν μια βάρκα με κουπιά, μια σιδερώστρα και παπούτσια και θεωρήθηκαν από τα πρώτα παραδείγματα φεμινιστικής τέχνης, απεικονίζοντας έναν κόσμο που έχει μολυνθεί από την αρρενωπότητα, της εποχής εκείνης.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, η Κουσάμα διοργάνωσε στη Νέα Υόρκη happenings ζωγραφίζοντας βούλες πάνω στα γυμνά σώματα των χίπις. Τα βάφτισε «Anatomic Explosions» και η πρώτη ανατομική έκρηξη με συμμετοχή γυμνών χορευτών πραγματοποιήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1968 απέναντι από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Στο κείμενό της η Γιαγιόι Κουσάμα ανέφερε: «Τα χρήματα που κερδίζονται από αυτές τις μετοχές επιτρέπουν στον πόλεμο να συνεχίζεται. Διαμαρτυρόμαστε ενάντια σε αυτό το σκληρό, άπληστο εργαλείο του πολεμικού κατεστημένου». Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ίδρυσε την Kusama Enterprises, παράγοντας τη δική της σειρά φορεμάτων και υφασμάτων και τη δημιουργία της προσωπικής της εικόνας, βασισμένης στις κουκκίδες για τις οποίες ήταν ήδη γνωστή.

Η Κουσάμα συνειδητοποίησε ότι μέσω της μόδας θα μπορούσε να προσεγγίσει πολύ περισσότερο κόσμο από τα παιδιά των λουλουδιών. Η επιστροφή της στο Τόκιο στις αρχές του 1970 συμπίπτει με υποτροπή της ψυχικής ασθένειας και τον εγκλεισμό της με δική της πρωτοβουλία στο ιδιωτικό ψυχιατρικό ίδρυμα, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος του δεύτερου μισού της ζωής της, χτίζοντας εκεί το στούντιό της και γράφοντας τόμους ποίησης. Ο διεθνής κόσμος της τέχνης δεν άκουσε νέα της για τουλάχιστον 15 χρόνια. Μέχρι που το 1989 η Κουσάμα εμφανίστηκε σαν να είχε επινοήσει ξανά τον εαυτό της.

Τα «Infinity Rooms»

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, επέστρεψε στη δημιουργία ολοκληρωμένων εγκαταστάσεων. Είναι τα πρωτοποριακά «Infinity Rooms» (δωμάτια προς το άπειρο), εγκαταστάσεις που αξιοποιούν τις αποπροσανατολιστικές ιδιότητες των καθρεφτών για να δημιουργήσουν την αίσθηση της αδιάκοπης αναπαραγωγής. Από τη δεκαετία του 2000, οι εκδοχές των «Infinity Rooms» που κατασκεύασε είναι σκοτεινοί χώροι με πολλά μικρά φώτα, που παραπέμπουν σε έναν γαλαξία αστεριών και ενισχύουν την αίσθηση ότι μεταφέρεται κανείς σε έναν φυσικό κόσμο πέρα από την ατμόσφαιρα της Γης.

Η ιδέα των κατοπτρικών δωματίων τοποθετεί την Κουσάμα στη μακραίωνη πορεία της ιστορίας της τέχνης, θα επισημάνει η Katy Wan, επιμελήτρια της έκθεσης «Infinity Mirrored Rooms» (2021-2024) στην Tate Modern: «Αν σκεφτούμε τους καλλιτέχνες από την εποχή της Αναγέννησης και μετά, οι οποίοι ασχολούνταν με την προοπτική και τις φιλοσοφίες της φαινομενολογίας, αυτή η ιδέα του καθρέφτη σε κάνει πραγματικά να αμφισβητήσεις την αίσθηση του εαυτού σου, την αίσθηση του χώρου». Η Ιαπωνία, έστω και με καθυστέρηση, εκτίμησε το έργο της και την επιβράβευσε με εκθέσεις και υψηλές διακρίσεις. Εκπροσώπησε τη χώρα της στην Μπιενάλε της Βενετίας του 1993 (είχε εμφανιστεί στην Μπιενάλε του 1966 εκπροσωπώντας τον εαυτό της, φορώντας ένα χρυσό κιμονό και τοποθετώντας ασημένιες σφαίρες μπροστά από το ιταλικό περίπτερο). Το 2006, της απονεμήθηκε το Praemium Imperiale για τη ζωγραφική, ένα διεθνές βραβείο που χορηγείται από την αυτοκρατορική οικογένεια της Ιαπωνίας εκ μέρους της Ιαπωνικής Ενωσης Τεχνών.

«Ας έρθει ο Πικάσο, ας έρθει ο Ματίς», έγραψε στην αυτοβιογραφία της. «Ας έρθει οποιοσδήποτε! Θα αντιστεκόμουν σε όλους με μία μόνο κουκκίδα. Ετσι το έβλεπα. Πόνταρα τα πάντα σε αυτό και ύψωσα το επαναστατικό μου λάβαρο ενάντια σε όλη την Ιστορία».

- Post Down -

Comments are closed.