- Advertisement -

Στο «Φιόρδ» της αδικίας – Οι ταινίες της εβδομάδας

Στο «Φιόρδ» της αδικίας – Οι ταινίες της εβδομάδας
2

- Advertisement -

Είναι αλήθεια, από πλευράς περιεχομένου, το «Φιόρδ» (Fjord, Ρουμανία/ Γαλλία/ Νορβηγία/ Σουηδία/ Δανία, 2026) του Κριστιάν Μουντζιού, στην κυριολεξία σε τσακίζει. Εκ πρώτης όψεως, θέμα της ταινίας δείχνει να είναι η ενδοοικογενειακή βία. Ομως αυτό θα το αποκαλούσες περισσότερο αφορμή γιατί ουσιαστικό θέμα εδώ είναι άλλο.

Είναι η ευκολία με την οποία στους καιρούς μας, ένας άνθρωπος μπορεί να βρει τον μπελά του και να κατηγορηθεί για κάτι για το οποίο είναι εντελώς αθώος. Γιατί το ερώτημα εδώ είναι τι κάνεις όταν είσαι αθώος και δεν μπορείς με τίποτα να βρεις το δίκιο σου, αν πρώτα δεν περάσεις από έναν κυριολεκτικό Γολγοθά (που ακόμα και αν αυτό γίνει, δεν είναι βέβαιο ότι θα δικαιωθείς). Σε αυτήν ακριβώς τη θέση θα βρεθεί ένα παντρεμένο ζευγάρι (Σεμπάστιαν Σταν, Ρενάτε Ρέινσβε) από τη στιγμή που μαζί με τα πέντε παιδιά του αποφασίζει να ζήσει στη γενέτειρα χώρα της γυναίκας, τη Νορβηγία (ο σύζυγος είναι Ρουμάνος). Το ζευγάρι θα κατηγορηθεί για ενδοοικογενειακή βία όταν στο σχολείο παρατηρηθεί ένας μώλωπας στον λαιμό ενός από τα παιδιά του.

Αυτή η μικρή υποψία, σιγά σιγά θα αρχίσει να εξαπλώνεται, σαν μόλυνση, σε όλη την περιοχή. Ολοι αλλάζουν στάση απέναντι στο ζευγάρι και κανείς δεν δείχνει να ενδιαφέρεται ότι το παιδί λαμβάνει μαθήματα πάλης, άρα φυσικό είναι να έχει τραυματιστεί. Η κοινότητα θέλει να πιστεύει ότι κάποια σχέση θα πρέπει να έχει με την υπόθεση το ότι ο ρουμάνος πατέρας είναι φανατικός θρησκόληπτος.

Με βάση αυτή τη συνθήκη, ο Κριστιάν Μουντζιού αποπειράται μια σχεδόν ντοκουμενταρίστικη καταγραφή όλων όσα θα μεσολαβήσουν μέχρι το ξεκαθάρισμα της υπόθεσης. Ο ρουμάνος σκηνοθέτης πλέκει τέλεια έναν καφκικό κυκεώνα με βάση τη σκληρή νομοθεσία με την οποία το ζευγάρι θα βρεθεί αντιμέτωπο. Τα γεγονότα σε αφήνουν άναυδο, καθώς η αδικία που βλέπεις να ξεδιπλώνεται απροκάλυπτα μπροστά στα μάτια σου, είναι τόσο εμφανής που σχεδόν τη γεύεσαι.

Εδώ, το ύφος της ταινίας θυμίζει αρκετά εκείνο της ταινίας «Το κυνήγι» του Τόμας Βίντερμπεργκ με τον Μαντς Μίκελσεν στον ρόλο του παιδαγωγού που χωρίς βάσιμα στοιχεία θεωρείται ύποπτος για κακοποίηση ανηλίκου. Αυτό γίνεται ακόμα πιο έντονο όταν αρχίζει το δικαστήριο, με τον Μουντζιού να καλύπτει προσεκτικά κάθε λεπτομέρεια της υπόθεσης, χωρίς να αφήσει τίποτα στον αέρα. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά δυσάρεστη αλλά συγχρόνως ειλικρινής ταινία, που σου θυμίζει ότι στις μέρες μας το αδιέξοδο μπορεί να αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση.

Στον κόσμο των πλουσίων

Με αφορμή ένα πραγματικό σκάνδαλο που συντάραξε την κοινή γνώμη της Γαλλίας πριν από αρκετά χρόνια, ο σκηνοθέτης Τιερί Κλιφά στην «Πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο» (La femme la plus riche du monde, Γαλλία, 2025) θέλησε να φτιάξει το πορτρέτο της ηρωίδας του τίτλου: της πάμπλουτης επιχειρηματία Μαριάν Φαρέρ, την οποία υποδύεται σε μια ακόμη πολύ καλή στιγμή της η κορυφαία γαλλίδα ηθοποιός Ιζαμπέλ Iπέρ, μια μορφή πανίσχυρης εξουσίας τόσο στην ιστορία του έργου όσο και στην οθόνη.

Οταν γνωρίζουμε τη Φαρέρ αντιλαμβανόμαστε ότι είναι μια γυναίκα με αρκετά απωθημένα γιατί έχει τα πάντα εκτός από την ελευθερία να υλοποιήσει τις πραγματικές, εσωτερικές επιθυμίες της. Τα πράγματα θα αλλάξουν μετά τη γνωριμία της με τον Πιερ-Αλέν Φαντέν (Λοράν Λαφίτ), έναν εκκεντρικό, ομοφυλόφιλο και εξαιρετικά φιλόδοξο φωτογράφο. Ανάμεσά τους θα δημιουργηθεί μια παράξενη φιλία μέσω της οποίας σιγά σιγά βγαίνουν στην επιφάνεια σκοτεινά μυστικά που έχουν τις ρίζες τους στο μακρινό παρελθόν και αφορούν την οικογένεια της Φαρέρ.

Ο Κλιφά δίνει έμφαση στην αντίθεση των δύο κεντρικών χαρακτήρων και στο πώς ο ένας καταφέρνει να «γεμίσει» τα κενά του άλλου. Αυτό το στοιχείο, συχνά δίνει στην ταινία μια κωμική χροιά, κυρίως από πλευράς Λαφίτ στην πιο απρόβλεπτη, μέχρι σήμερα, κινηματογραφική ερμηνεία του. Ο Φαντέν θα προσφέρει στη Μαριάν μια διέξοδο από τη «χρυσή φυλακή» της και συγχρόνως θα μπει στο μάτι του περίγυρου που ζηλεύει βλέποντας την έλξη και την εξάρτηση μεταξύ τους να μεγαλώνουν.

Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία εντάσεων που μαζί με μια ποικιλία ηρώων σε δεύτερους ρόλους εξυπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας μιας κοσμοπολίτικης ταινίας, που συγχρόνως μιλά για τη βαθιά υποκρισία στη μεγαλοαστική τάξη της Γαλλίας. Γι’ αυτό και τούτη η βουτιά στον κόσμο των πλουσίων μπορεί να γίνει ακόμα και συναρπαστική παρότι ο παλμός της καρδιάς της «Πιο πλούσιας γυναίκας στον κόσμο» δεν διαφέρει και τόσο από εκείνον της τηλεοπτικής σαπουνόπερας «Δυναστεία».

One night stand

Η νύχτα του τίτλου της ταινίας «Για μια νύχτα μόνο» (One night only, ΗΠΑ, 2026) είναι η νύχτα της σεξουαλικής ελευθερίας ακόμα και σε παντρεμένα ζευγάρια, η οποία θεσπίζεται από το αμερικανικό Κογκρέσο με νόμο που λέει ότι το εξωσυζυγικό σεξ είναι νόμιμο μόνο για μία νύχτα τον χρόνο.

Ο σκηνοθέτης Γουίλ Γκλακ και ο σεναριογράφος Τράβις Μπρον θέλησαν να φτιάξουν μια ρομαντική κωμωδία πάνω σε αυτή την ιδέα υποστηρίζοντας (όπως η συνταγή αυτών των ταινιών ορίζει) ότι ακόμα και μέσα σε αυτή την one night stand συνθήκη, ένας αληθινός έρωτας μπορεί να ανθήσει. Βέβαια, όλη η ταινία δεν είναι παρά μια συρραφή επιδερμικών επεισοδίων ανάμεσα στους δύο κεντρικούς ήρωες, τον Οουεν (Κάλουμ Τέρνερ) και τη Μία (Μόνικα Μπαρμπάρο) που γνωρίζονται κάτω από παράξενες συνθήκες και κατά τη διάρκεια της ίδιας μέρας, με έναν καρμικό τρόπο, πέφτουν συνέχεια ο ένας πάνω στον άλλο.

Η ταινία έχει αρκετό χιούμορ ακολουθώντας το παραπάνω μοτίβο, αλλά δεν έχει την απαραίτητη «τρέλα» που θα την έκανε ξεχωριστή (στο μυαλό έρχεται το μικρό αριστούργημα «Μετά τα μεσάνυχτα» του Μάρτιν Σκορσέζε). Δεν έχει όμως ούτε και τη γλύκα της light ρομαντζάδας μιας αισθηματικής κομεντί όπως η «Οταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι» (1988). Γι’ αυτό και είναι καταδικασμένη, σύντομα, να ξεχαστεί.

Εκδίκηση εν πλω

Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων ταινιών όπως οι «Δύο καπνισμένες κάννες», «Snatch», «Ενας οργισμένος άντρας εκδικείται» και «The bank job» οι περισσότερες ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστεί ο Τζέισον Στέιθαμ είναι πανομοιότυπες περιπέτειες στις οποίες το βασικό μοτίβο είναι συνήθως η εκδίκηση ενός μοναχικού ανθρώπου – και ο στόχος πάντα επιτυγχάνεται.

Το πλαίσιο είναι αυτό που συνήθως αλλάζει και στην «Ανταρσία» (Mutiny, ΗΠΑ/ Αγγλία, 2026), τη νέα αυτή περιπέτεια του Στέιθαμ που γύρισε ο Ζαν Φρανσουά Ρισέ, το σκηνικό φόντο είναι ένα καράβι, πάνω στο οποίο ο πρώην στρατιωτικός, νυν αρχι-security πάμπλουτου επιχειρηματία ο οποίος δολοφονήθηκε θα προσπαθήσει, πρώτον, να πάρει την εκδίκησή του και, δεύτερον, να καθαρίσει το όνομά του καθότι θεωρείται βασικός ύποπτος για τη δολοφονία. Η δεξιοτεχνική χρήση του περιορισμένου χώρου του καραβιού πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας είναι το βασικό ατού της, σε μια ταινία που έχει σασπένς, παρότι ο θεατής γνωρίζει ακριβώς τι θα γίνει στο τέλος.

Προβάλλονται επίσης

Αρκετές «επιστροφές» αυτή την εβδομάδα. Η παιδική περιπέτεια κινουμένων σχεδίων του Πιερ Κοφέν «Minions και τέρατα» (Minions and Monsters, HΠA, 2026) με πρωταγωνιστές τα Minions, τα συμπαθέστατα κίτρινα πλασματάκια με την ακαταλαβίστικη φωνή που πρωτογνωρίσαμε στη σπουδαία ταινία κινουμένων σχεδίων «Εγώ, ο απαισιότατος» (2010) και που από τότε έχουν κάνει θραύση σε όλες τις ταινίες της σειράς, με αποκορύφωμα πρόπερσι, στην τέταρτη περιπέτεια του «Εγώ ο απαισιότατος» (στην πρωτότυπη αγγλόφωνη κόπια της ταινίας ακούγονται εκτός άλλων οι φωνές των Τζορτζ Λούκας, Τζεφ Μπρίτζες, Αλισον Τζένεϊ και Τζέσι Αϊζενμπεργκ).

Προβάλλεται επίσης η τελευταία ταινία του franchise μεταφυσικού  τρόμου Insidious, «Insidious: Εξω από το απώτερο» (ΗΠΑ, 2026) που σκηνοθέτησε ο Τζέικομπ Τσέις με τους Αμελί Ιβ, Μπράντον Περέα και Λιν Σέι να βρίσκονται στους κεντρικούς ρόλους, όπως και η ισπανική ταινία «Τορέντε για πρόεδρος» (Torrente Presidente, Ισπανία, 2025, 102′) που φέρνει και πάλι στη μεγάλη οθόνη τον Χοσέ Λουίς Τορέντε, τον αντιήρωα τον οποίο δημιούργησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ο Σαντιάγκο Σεγκούρα (που επίσης τον υποδύεται) πλάθοντας ένα κατακάθι της εξουσίας – ακροδεξιός, ρατσιστής και φαλλοκράτης – με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του σε ό,τι αφορά το μέλλον της πατρίδας του. Εδώ, ο Τορέντε, απολύτως πεπεισμένος πως μόνο αυτός μπορεί να σώσει την Ισπανία, βάζει υποψηφιότητα για πρόεδρος (στην ταινία εμφανίζεται σε ρόλο-έκπληξη και ο Αλεκ Μπάλντουιν).

Τέλος, από αυτή την εβδομάδα, στις αθηναϊκές αίθουσες συνεχίζεται η προβολή του αδιάφορου ιταλικού δράματος συζυγικής απιστίας «Οσα δεν λέγονται» (2026) που άνοιξε την περασμένη εβδομάδα μόνο στη Θεσσαλονίκη.

Στην ταινία του Γκαμπριέλε Μουτσίνο (γνωστού κυρίως από την αμερικανική επιτυχία «Το κυνήγι της ευτυχίας» με τον Γουίλ Σμιθ) ένας ευγενικός καθηγητής πανεπιστημίου (Στέφανο Ακόρσι), παντρεμένος με μια πανέμορφη γυναίκα που τον λατρεύει (Μίριαμ Λεόνε), πέφτει στην παγίδα της όμορφης φοιτήτριάς του (Μπεατρίς Σαβινιάνι) που τον πιέζει απαιτώντας επισημότητα στη ζωή του. Και να θες πιο κοινότοπο δεν γίνεται.

Από τον Πάνα μέχρι τον δρα Καλιγκάρι

«Ο λαβύρινθος του Πάνα» (El laberinto del Fauno, Ισπανία / Μεξικό / ΗΠΑ, 2006). Ισπανία, 1944. Ο ισπανικός εμφύλιος έχει λήξει. Ενας απάνθρωπος αξιωματικός (Σέρχι Λόπεζ) εγκαθίσταται στην επαρχία για να «καθαρίσει» την περιοχή από τους αντάρτες. Τον συνοδεύει η σύζυγος και η κόρη της από προηγούμενο γάμο (Ιβάνα Μπακέρο). Ξεφεύγοντας από την εφιαλτική πραγματικότητα της καινούργιας ζωής της, η μικρή θα ανακαλύψει έναν υπόγειο κόσμο δίπλα στο νέο της σπίτι με φρουρό τον Πάνα, τον αρχαίο έλληνα θεό των βοσκών και των κοπαδιών, ο οποίος θα της ανοίξει την πόρτα σε ένα γοητευτικό μα επικίνδυνο βασίλειο…

Το βλέμμα της μικρής Οφέλια, παρατηρητικό, γεμάτο απορία και έκπληξη και φόβο και παιδικότητα, είναι ο σιωπηλός αλλά σταθερός ξεναγός μας μέσα στο μυστηριώδες σκοτεινό υπόγειο σύμπαν που πλάθει μοναδικά ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο και στο οποίο το τρομακτικό βασίλειο της μαγείας ανθεί κάτω από τον αληθινό, τον ρεαλιστικό επίγειο εφιάλτη, τον τρόμο του φασισμού. Υποψήφια για έξι Οσκαρ, η καλύτερη ταινία του Ντελ Τόρο απέσπασε τρία – φωτογραφίας, σκηνικών και μακιγιάζ.

«Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου» (All the president’s men, ΗΠΑ, 1976). Αμέσως μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου Watergate που είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση του προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον, ο Μπομπ Γούντγουορντ και ο  Καρλ Μπέρνστιν, οι δύο δημοσιογράφοι της «Washington Post» που ξεσκέπασαν την υπόθεση, εξέδωσαν τις εμπειρίες τους στο μπεστ σέλερ «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου». Ο Αλαν Τζ. Πάκουλα (1928-1998) δεν άργησε να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη δίνοντας μεγάλη σημασία στη χημεία των Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Ντάστιν Χόφμαν στους ρόλους των δύο δημοσιογράφων, η οποία είναι κυριολεκτικά μοναδική. Το ίδιο μπορείς να πεις και για την όλη καταγραφή των λεπτομερειών λειτουργίας μιας εφημερίδας σε άλλες, μακρινές πλέον εποχές. Η ταινία ήταν υποψήφια σε οκτώ κατηγορίες των βραβείων Οσκαρ (ανάμεσα στις οποίες και της καλύτερης ταινίας του 1976) και κέρδισε στις κατηγορίες σεναρίου βασισμένου σε ξένο υλικό (Γουίλιαμ Γκόλντμαν), σκηνογραφίας, ήχου και β’ ανδρικού ρόλου για τον Τζέισον Ρόμπαρντς που δίνει μια μαγνητική ερμηνεία στον ρόλο του σκληρού αλλά δίκαιου διευθυντή της εφημερίδας Μπεν Μπράντλι.

«Trainspotting» (Αγγλία, 1996). «Διάλεξε ζωή, διάλεξε καριέρα, διάλεξε οικογένεια, διάλεξε αυτοκίνητο, διάλεξε το μέλλον σου. Διάλεξε ζωή. Μα γιατί να θέλω κάτι τέτοιο;». Αυτό αναρωτιέται ο Μαρκ Ρέντον (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ), ο κεντρικός ήρωας της ταινίας του Ντάνι Μπόιλ, ένας νέος της σκωτσέζικης πραγματικότητας στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο οποίος μαζί με τους φίλους του – μια παρέα από ψεύτες, ψυχοπαθείς, κλέφτες και ναρκομανείς – ζει το τώρα για το τώρα. Ολοι τους απέχουν από οποιαδήποτε μορφή φυσιολογικής ζωής, αλλά ο Μαρκ είναι ο μόνος που μοιάζει ικανός να ξεφύγει. Θέλει όμως να «διαλέξει ζωή»; Αποδομώντας πλήρως το «βρετανικό όνειρο» της δεκαετίας του 1990, τούτο το γρήγορο, φευγάτο, ακραίο, αστείο αλλά και βαθιά τραγικό φιλμ, που στηρίζεται στο underground μπεστ σέλερ του Ιρβινγκ Γουέλς με τον ίδιο τίτλο, έγινε παγκόσμιο φαινόμενο στην εποχή του και έβαλε τον δημιουργό του στον χάρτη των νέων ταλέντων εκείνης της εποχής. Τα υπόλοιπα μέλη της παρέας υποδύονται οι Τζόνι Λι Μίλερ, Ρόμπερτ Κάρλαϊλ και Γιούαν Μπρέμνερ.

«Το εργαστήρι του δρος Καλιγκάρι» (Das kabinett des Doktor Caligari, Γερμανία, 1920). Στην εισαγωγή της κλασικής αυτής ταινίας που σκηνοθέτησε ο γερμανός δημιουργός Ρόμπερτ Βίνε (1873-1938), παρακολουθούμε έναν άντρα (Φρίντριχ Φρέχερ) ενώ θυμάται τις φρικτές εμπειρίες που έζησε προσφάτως μαζί με την αρραβωνιαστικιά του (Λιλ Νατγακόβερ). Πυρήνας του κακού ο Καλιγκάρι (Βέρνερ Κράους), ένας μοχθηρός υπνωτιστής σε περιοδεύον καρναβάλι, ο οποίος στην παράστασή του χρησιμοποιεί έναν υπνοβάτη (Κόνραντ Βέιντ). Γυρισμένη στην περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όταν ο πληθωρισμός και η ανεργία έπιασαν κόκκινο στη Γερμανία αλλά συγχρόνως οι τέχνες είχαν εκπληκτική άνθηση, αυτή η αρχετυπική ταινία του γερμανικού εξπρεσιονισμού είναι μια αξέχαστη κοινωνική αλληγορία αλλά και μία από τις πιο επιδραστικές που γέννησε ο βωβός κινηματογράφος (μία από τις πιο πρόσφατες ταινίες με σαφείς επιρροές από αυτήν είναι το νουάρ «Nightmare alley» του Γκιγέρμο ντελ Τόρο).

- Post Down -

Comments are closed.