- Advertisement -

Πώς θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια; Ποιο ήταν το κλίμα μέσα στο οποίο μεγαλώσατε;
Μεγάλωσα σε μια πολύτεκνη οικογένεια με σπάνια αλληλεγγύη. Παρόλο που διανύαμε μια εξαιρετικά δύσκολη δεκαετία, η αγάπη που εισπράτταμε ήταν απεριόριστη. Ο πατέρας μου ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος – όταν ξέσπασαν οι σεισμοί στην Κεφαλονιά το ’53, επέστρεψε στο νησί για έξι χρόνια και συγκρότησε συνεταιρισμό με φίλους του, για να τροφοδοτεί με φτηνά τρόφιμα, ώστε να προστατεύσει τους πληγέντες από την εκμετάλλευση των εμπόρων. Οσο για τη μητέρα μου, ακόμη απορούσα πώς κατάφερνε καθημερινά να εξασφαλίζει τη σίτιση μιας ολόκληρης στρατιάς παιδιών, αφού οι γυναίκες διαχειρίζονταν τότε τα οικονομικά!
Πώς γεννήθηκε η αγάπη σας για τη συλλογή τεκμηρίων;
Σπουδάσαμε σχεδόν όλοι: δύο στο Πολυτεχνείο, Φαρμακευτική, Δημοσιογραφία, και Οικονομικά (Εμπορική). Μέσα σε αυτό το υποστηρικτικό περιβάλλον καλλιεργήθηκε και το πάθος μου για το διάβασμα και τη συλλογή τεκμηρίων. Εμαθα ανάγνωση σε ηλικία πέντε ετών και απορροφούσα καθετί στο σπίτι. Ετσι ανακάλυψα τη «Μάσκα» του Απόστολου Μαγγανάρη το 1946. Ημουν μόλις τριών ετών όταν έπιασα το τεύχος 29, «Εν ονόματι της Πολιτείας του Τέξας» – κι επειδή αγνοούσα τη λέξη «ονόματι», διάβαζα «Ενα μονοπάτι της πολιτείας του Τέξας»! Εκεί γεννήθηκε ο συλλέκτης. Ακολούθησαν τα Κλασικά Εικονογραφημένα το ’51, οι παρτιτούρες από το Μοναστηράκι, τα 2.000 προγράμματα κινηματογράφου.
Ποιο ήταν το δικό σας όπλο επιβίωσης;
Ενα αδιανόητο θράσος, που τροφοδοτούνταν από τη σιγουριά που μου χάρισε η οικογένειά μου. Αυτό το θράσος με έσωσε, αν και συχνά με έφερνε στο χείλος του γκρεμού. Θυμάμαι τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πολυτεχνείο. Στο φροντιστήριο ήμουν πρωτοκλασάτος, ενώ στο Βαρβάκειο και στο Πολυτεχνείο ήμουν μαθητής του 14-15. Οι καθηγητές έλεγαν στους άλλους: «Να βλέπετε τον Παναγιώτη, γιατί αν δεν περάσει αυτός, δεν θα περάσει κανείς σας». Το ίδιο θράσος, σε συνδυασμό με απίστευτες συμπτώσεις, με γλίτωσε και στη χούντα. Στις 21 Απριλίου 1967 είχα προγραμματίσει την πρώτη μου ομιλία για το ρεμπέτικο στον Σύλλογο Φοιτητών Νέας Φιλαδέλφειας. Είχα ετοιμάσει 20-30 σελίδες, αλλά το πρωί το τηλέφωνο ήταν νεκρό και το ραδιόφωνο παιάνιζε «περνάει ο στρατός». Πήγα αμέσως στο Πολυτεχνείο. Εκεί συνάντησα τον συμφοιτητή μου, τον Χρήστο Παπαδόπουλο – τον γιο του δικτάτορα – ένα πολύ καλό παιδί. Ηρθε, μου έβαλε κρυφά ένα χαρτάκι στην τσέπη και μου είπε: «Πάρε αυτό το τηλέφωνο, είναι του σπιτιού, να το έχεις γιατί θα σε πιάσουν».
Το χρησιμοποιήσατε;
Παρ’ όλο που παρέμεινα κρυμμένος για έναν μήνα, τελικά με συνέλαβαν και με οδήγησαν στη Γενική Ασφάλεια, στον ανακριτή Καραπαναγιώτη, εκεί που βαθμολογούσαν τους κρατούμενους. Αρνιόμουν να απαντήσω στις ερωτήσεις και τους έλεγα: «Εγώ δεν μιλάω αν δεν τηλεφωνήσω στον Παπαδόπουλο!». Εβγαλα το χαρτάκι με το τηλέφωνο που μου είχε δώσει ο Χρήστος, ενώ παράλληλα πήραμε και στην εφημερίδα για να μιλήσει ο αδελφός μου στον Σάββα Κωνσταντόπουλο, τον θεωρητικό της χούντας, για να με αφήσουν. Η οριστική μου απελευθέρωση όμως συνέβη για έναν απίθανο λόγο: ο Κραβαρίτης, αυτός ο σκληρός βασανιστής, είχε υπηρετήσει στον στρατό υπό τις διαταγές του αδελφού μου, του Βαγγέλη! Μάλιστα, ο ίδιος ο Κραβαρίτης ήταν εκείνος που μου έβγαλε το διαβατήριο για να φύγω έξω.
Πώς καταφέρατε να φύγετε για το εξωτερικό υπό αυτές τις συνθήκες;
Αναχώρησα για το Παρίσι την τελευταία μέρα προτού παρουσιαστώ στον στρατό. Είχα εν τω μεταξύ παντρευτεί με την Ελισάβετ, το κορίτσι μου, διότι διαφορετικά δεν θα ερχόταν μαζί μου, ενώ εκεί ήταν ο αδελφός μου, ο Ζάκης, και έπρεπε να γραφτώ σε μια σχολή για να πάρω αναβολή λόγω σπουδών. Ταξιδέψαμε από τον Πειραιά με το κρουαζιερόπλοιο «Μεσόγειος», όπου μαρκόνης ήταν ο Νίκος Καββαδίας. Ξανάδα έτσι τον Καββαδία, που όταν έφτανε στην Αθήνα κάναμε βραδιές μαζί του και με τον Ρήγα Καπάτο. Βγήκαμε σε ένα λιμάνι στην Ιταλία και με ένα εμπορικό τρένο φτάσαμε στο Παρίσι μέσα στον Μάη του ’68! Ο αδελφός μου και κάτι άλλοι είχαν καταλάβει τότε το Ελληνικό Περίπτερο και κοιμηθήκαμε κι εμείς εκεί. Εκεί έγινε και η πρώτη ομιλία για το ρεμπέτικο· ήταν ο Κώστας Φέρρης, θυμάμαι, ο Θεοφίλου, ο Στάθης Δαμιανάκος, που έγραψε την «Κοινωνιολογία του ρεμπέτικου».
Πώς, όμως, αυτή η συλλεκτική μανία διοχετεύτηκε τελικά στην έρευνα του ρεμπέτικου;
Καθοριστικός ήταν ο αδελφός μου, ο Γιάννης. Δημοσιογράφος, άνθρωπος της πιάτσας, χρόνια μπροστά. Ο Γιάννης είχε πάρει τις πρώτες συνεντεύξεις από τη Σωτηρία Μπέλλου και τον Βασίλη Τσιτσάνη. Η Μπέλλου έγινε κολλητή του. Οταν το 1953 διάβασα δύο άρθρα του Γιάννη να υπερασπίζεται το ρεμπέτικο απέναντι στις επιθέσεις της Αριστεράς, κάτι συγκλονίστηκε μέσα μου. Είδα ένα είδος κατατρεγμένο και ξεκίνησα να ψάχνω.
Αυτή η ευαισθησία σας συνδέεται και με τον τρόπο που βλέπετε τις γυναίκες; Στο ρεμπέτικο συχνά κατηγορούν τους συνθέτες για μισογυνισμό.
Μεγάλο λάθος! Η πλειονότητα των συνθετών έγραφε τραγούδια για να υμνήσει τη γυναίκα. Εγώ ευτύχησα να ζήσω πολύ καλά με τις γυναίκες μου, πράγμα πάρα πολύ σημαντικό. Και οι εννέα σοβαρές σχέσεις που είχα στην ζωή μου έπαιξαν σπουδαίο ρόλο, ενώ πάντα η πρώτη κίνηση γινόταν από τη γυναίκα προς εμένα. Οταν, δε, γεννήθηκε η κόρη μου στο Παρίσι, παρακολούθησα μαθήματα για να είμαι μέσα στον τοκετό και να βοηθώ την αναπνοή της συζύγου μου. Εκεί καταλαβαίνεις το μεγαλείο του γυναικείου σώματος.
Η διαμονή σας στη Γαλλία αποδείχθηκε καρποφόρα για την κατοπινή σας πορεία;
Συνδεθήκαμε με όλους τους Ελληνες και με όλες τις οργανώσεις και είχαμε και μια ομάδα ισχυρή με την οποία κάναμε συναντήσεις γύρω από το ρεμπέτικο. Οταν επέστρεψα, είχα αγοράσει πεντακόσιους δίσκους και τους έφερα μαζί με ένα Σιτροέν «βάτραχο» και μια κόρη, την Ελίτα.
Κοιτάζοντας πίσω, ποιο είναι το απόσταγμα αυτής της διαδρομής;
Εζησα μια γεμάτη και ωραία ζωή, δεν μπορώ να πω όχι! Από τα νεανικά μου χρόνια μέχρι σήμερα. Δεν φοβήθηκα ποτέ, αγάπησα, ερεύνησα, κράτησα μνήμες ζωντανές. Αυτό το θράσος να διεκδικώ την αλήθεια και να διασώζω την Ιστορία… ναι, αυτή ήταν η σωτηρία μου.
Comments are closed.