- Advertisement -

Στην ιστορία των ιδεών, το «Υψηλό» (Sublime) αναφέρεται σε μία αισθητική εμπειρία υποδηλώνοντας κάτι βαθύ, πραγματικά εξαιρετικό. Το οποίο οι καλλιτέχνες επιδιώκουν από την εποχή του ρομαντισμού να απεικονίσουν ή να περιγράψουν, ως μία συνθήκη που σου μεταφέρει το τοπίο στη μεταφυσική του διάσταση.
Οι εικόνες της φωτογράφου Εριέτας Αττάλη από τη Δήλο και τη θάλασσα των Κυκλάδων, άθροισμα διαδρομών στον χρόνο και τις εποχές, διαπραγματεύονται αυτή τη συνάντηση πνευματικής έξαρσης και αισθητικής συγκίνησης. Η φωτογράφος τοπίου και αρχιτεκτονικής, ακαταπόνητη, πολυταξιδεμένη και με ακλόνητη θέληση παρουσιάζει το σκεπτικό της έκθεσής τους στη Δήλο και τη Μύκονο με τίτλο «Αρχιπέλαγος της Μνήμης. Από τη Δήλο στο Αιγαίο».
Στη συνάντησή μας στο καφέ του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης στην Αθήνα, η Εριέτα Αττάλη εξηγεί ότι δεν περιόρισε τη φωτογράφιση της Δήλου στην επιστημονική καταγραφή των αρχαιοτήτων ενός από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς τόπους της Ελλάδας. Το ενδιαφέρον της βρισκόταν στη σχέση των ερειπίων με το τοπίο που τα περιβάλλει, στη θάλασσα που ένωνε τα νησιά και, κυρίως, στην ιδέα της Δήλου ως κέντρου ενός ευρύτερου κόσμου που απλωνόταν στις Κυκλάδες και στο Αιγαίο. «Η αποστολή μου δεν είναι η τεκμηρίωση. Πρόκειται, λοιπόν, για εννοιολογική φωτογραφία βασισμένη στην αφήγηση. Και έτσι προσεγγίζω τη Δήλο και το Νότιο Αιγαίο. Οι εικόνες μου λένε ιστορίες», λέει.
Ιερά τοπία του σήμερα
Στην έκθεση «Αρχιπέλαγος της Μνήμης | Από τη Δήλο στο Αιγαίο», η Αττάλη φεύγει από τα άκρα των χαρτών και τα όρια του γνωστού κόσμου και αναζητά το συμβολικό του κέντρο. Εστιάζει στο νησί της Δήλου στις Κυκλάδες (Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, 1990) για να αποτυπώσει με τον φακό το πνεύμα του τόπου, το Genius loci που έκανε το Αιγαίο κοιτίδα πολιτισμού από την προϊστορία μέχρι τον 21ο αιώνα.
Θαλασσογραφίες, νυχτερινές λήψεις και λήψεις μεγάλης διάρκειας έκθεσης, εναλλαγές του φωτός του ήλιου και του σεληνόφωτος, αρχιτεκτονικά θραύσματα, αρχαία σπαράγματα και μωσαϊκά αποκαλύπτουν μέσα από την τέχνη της φωτογράφου τα ιερά του παρελθόντος και τα μεταμορφώνουν σε ιερά τοπία του σήμερα. Η προσέγγιση αυτή έχει βαθιές ρίζες στη διαδρομή της φωτογράφου. Η Αττάλη ξεκίνησε από την επιστημονική και αρχαιολογική φωτογραφία, καταγράφοντας μεταξύ άλλων σχεδόν όλους τους μακεδονικούς τάφους και δουλεύοντας επί πέντε χρόνια στη Βεργίνα. Εκπαιδεύτηκε στο Βρετανικό Μουσείο και στο Victoria and Albert Museum, ενώ αργότερα στη Νέα Υόρκη στράφηκε στη σύγχρονη αρχιτεκτονική και στην καλλιτεχνική φωτογραφία.
Η επιθυμία να επιστρέψει στην αρχαιότητα υπήρχε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Σε ένα ταξίδι στη Μήλο το 1999, βλέποντας αρχαίους οικισμούς, είχε σκεφτεί ότι θα ήθελε κάποτε να φωτογραφίσει αρχαίες πόλεις και κατάλοιπα «ενσωματωμένα στο αρχικό τους τοπίο». Το σχέδιο εκείνο δεν πραγματοποιήθηκε τότε. Η ίδια μετακόμισε στη Νέα Υόρκη συνεχίζοντας τις σπουδές της, και εργάστηκε πάνω στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, γνωρίζοντας όμως, όπως λέει, ότι θα επέστρεφε στην αρχική της επιθυμία είκοσι χρόνια αργότερα.
Καθοριστικό βήμα προς τη Δήλο υπήρξε ένα προηγούμενο μεγάλο έργο της, το βιβλίο της «Periphery: Archaeology of Light». Το οποίο πήρε το μεγάλου κύρους Χρυσό Βραβείο στον διαγωνισμό German Photo Book Prize 2019/2020. Σε αυτό μελέτησε ανθρωπογενείς κατασκευές στις άκρες του κόσμου, από την Αρκτική και την Ανταρκτική έως την Ιαπωνία και την Αυστραλία, αναζητώντας τη σχέση της περιφέρειας με το κέντρο. Και το «κέντρο», στη δική της σκέψη, ήταν ήδη η αρχαία Ελλάδα. Ακόμη και στο εξώφυλλο του βιβλίου, εξηγεί, ένας κύκλος συμβόλιζε την περιφέρεια, ενώ στο κέντρο βρισκόταν η Δήλος.
Επιστροφή στο κέντρο
Επειτα από χρόνια φωτογραφίζοντας ωκεανούς, ερήμους και απομακρυσμένα τοπία, ήρθε η στιγμή να αντιστρέψει το βλέμμα: να επιστρέψει στο κέντρο και από εκεί να κοιτάξει προς την περιφέρεια.
Η ουσιαστική γέννηση του πρότζεκτ συνέβη σχεδόν τυχαία, τον Οκτώβριο του 2022. Η Αττάλη είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στη Μύκονο για τη δεύτερη φωτογραφική αποστολή της στη Δήλο, όμως η κακοκαιρία καθήλωσε πλοία και αεροπλάνα. «Για δύο ημέρες δεν μπορούσα να περάσω απέναντι. Από τη Μύκονο κοιτούσα τη Δήλο μέσα από τα κύματα, ακούγοντας τον δυνατό άνεμο, και συνειδητοποίησα το παράδοξο: είμαι τόσο κοντά και τόσο μακριά».
Η εμπειρία αυτή επέδρασε στη σύλληψη του έργου. Η φωτογράφος άρχισε να σκέφτεται όχι μόνο πώς βλέπουμε σήμερα τη Δήλο, αλλά πώς την αντίκριζαν όσοι πλησίαζαν το νησί στην αρχαιότητα. «Πώς έβλεπαν το νησί καθώς έπλεαν, καθώς έφθαναν; Και, αντίστροφα, πώς έβλεπαν οι ίδιοι οι Δήλιοι τα υπόλοιπα νησιά από τη θέση τους στο κέντρο του Αιγαίου;».
Η θάλασσα έπαψε έτσι να είναι απλώς το φόντο των αρχαιοτήτων. Εγινε βασικό στοιχείο της αφήγησης. Στην αρχαιότητα, επισημαίνει η Αττάλη, η ναυσιπλοΐα, το εμπόριο και η μετακίνηση συνέδεαν τα νησιά μεταξύ τους. «Η Δήλος δεν υπήρχε απομονωμένη: αποτελούσε μέρος ενός δικτύου στο οποίο οι θαλάσσιες διαδρομές καθόριζαν την οικονομική και κοινωνική ζωή. Από τα ψηλότερα σημεία του νησιού, σε καθαρό καιρό, διακρίνονται η Μύκονος, η Τήνος, η Σύρος, η Πάρος και η Νάξος, με τα ψηλά βουνά της να κυριαρχούν στον ορίζοντα. Αλλά και ακόμη πιο μακρινά νησιά. Αυτές οι οπτικές συνδέσεις δεν είναι λεπτομέρεια του τοπίου αλλά ουσιαστικό τμήμα της ιστορίας», λέει η ίδια.
Γι’ αυτό και φωτογραφίζει ολόκληρο το νησί περπατώντας το, αντιμετωπίζοντας τη Δήλο ως αρχαιολογικό τοπίο όπου συνυπάρχουν «ερείπια, αρχιτεκτονική, αρχιπέλαγος, θαλάσσιο τοπίο, στρώματα ιστορίας, πολιτισμός και τοπογραφία. Δεν ήθελα να απομονώσω ένα άγαλμα, έναν κίονα ή ένα οικοδόμημα από τον χώρο του, αλλά να αποδώσω τη σχέση της αρχαίας πόλης με τη γεωγραφία που την έκανε αυτό που ήταν».
Η Δήλος, στη φωτογραφική της αφήγηση, μετατρέπεται ξανά σε κέντρο. Οχι σε ένα ακίνητο αρχαιολογικό μνημείο, αλλά σε σημείο αναφοράς ενός θαλάσσιου κόσμου. Το βλέμμα δεν σταματά στα ερείπια: περνά ανάμεσά τους και συνεχίζει προς τον ορίζοντα, προς τα άλλα νησιά που επί αιώνες βρίσκονταν απέναντι.
Η ιδανική διαδρομή θέασης
Από τη Δημοτική Πινακοθήκη Μυκόνου, στο Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκόνου και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Δήλου, οι φωτογραφίες της Αττάλη εμφανίζονται ως μεταφορά του Αρχιπελάγους. Η επιλογή των τεσσάρων χώρων δεν είναι τυχαία για να παρουσιαστούν τα έργα. Εξηγεί ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη εννοιολογική σύνδεση μεταξύ τους την οποία η φωτογράφος θέλησε να μεταφέρει και στον θεατή της έκθεσης.
Σε επιμέλεια της Εριέτας Αττάλη και του Γιάννη Τουρνικιώτη, η έκθεση περιλαμβάνει εκτυπώσεις μεγάλης κλίμακας του έργου της. Ο συντονισμός της παραγωγής της έκθεσης έγινε από τον Λάμπρο Παπανικολάτο, σε συνεργασία με την Κατερίνα Ζουγανέλη εκ μέρους του Δήμου Μυκόνου, και ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός από τον Τάσο Ροΐδη. Τον σχεδιασμό και την παραγωγή του οπτικοακουστικού υλικού ανέλαβαν η Ελισάβετ Τσουχτίδη και ο Αρης Μπαφαλούκας, ενώ τη χαρτογράφηση ο Αρης Καφαντάρης.
«Φυσικά, δεν είναι απαραίτητο να επισκεφθεί κανείς και τους τέσσερις χώρους. Η κάθε παρουσίαση λειτουργεί από μόνη της και είναι απολύτως ολοκληρωμένη. Η βασική ιδέα είναι αυτή της γεφύρωσης, της δημιουργίας συνδέσεων. Με αυτόν τον τρόπο προτείνω στον θεατή, στον επισκέπτη, να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή – όχι όμως να του την επιβάλλω» εξηγεί. Και προσθέτει ότι στη Δημοτική Πινακοθήκη Μυκόνου, υπάρχει ένα σώμα από δεκαοκτώ φωτογραφίες, «που αφορούν το νησί και τη σχέση της Δήλου με τα άλλα νησιά, αλλά και την αντίστροφη σχέση – το πώς, δηλαδή, τα άλλα νησιά συνδέονται με τη Δήλο. Στο Ναυτικό Μουσείο έχουμε επτά φωτογραφίες, οι οποίες θα εκτεθούν στο αίθριο. Η σύνδεσή τους με τα εκθέματα του μουσείου είναι πολύ όμορφη, γιατί το ίδιο το μουσείο σχετίζεται με τη θάλασσα. Γι’ αυτό και επέλεξα θαλασσινά τοπία για την έκθεση».
Και στα δύο αρχαιολογικά μουσεία Δήλου και Μυκόνου η Εριέτα Αττάλη εγκαθιστά δύο πολύ σημαντικές φωτογραφίες της που προέρχονται όπως λέει από το «χαμένο νησί». Για να προσθέσει ότι «όλα συνδέονται μεταξύ τους. Αυτή είναι, άλλωστε, μια βασική μου πεποίθηση στη ζωή: ότι όλα όσα κάνουμε συνδέονται. Δεν υπάρχει καμία πράξη που να είναι πραγματικά αποκομμένη από τις υπόλοιπες».
Info: Η έκθεση της Εριέτας Αττάλη «Αρχιπέλαγος της Μνήμης | Από τη Δήλο στο Αιγαίο» εγκαινιάζεται στη Δημοτική Πινακοθήκη Μυκόνου «Μαρία Ιγγλέση» στις 23 Αυγούστου υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα
Comments are closed.