- Advertisement -

Θα έπρεπε κάποτε να μελετηθεί γιατί συζητώντας κανείς μ’ έναν άνθρωπο του λόγου, θεατρικό συγγραφέα, ποιητή, πεζογράφο, αλλά και γενικότερα μ’ έναν καλλιτέχνη, οποιαδήποτε τέχνη κι αν ασκεί, ενδιαφέρεται απεράντως περισσότερο να μάθει ποια υπήρξε η αφετηρία, το έναυσμα, για να καταπιαστεί μαζί της, απ’ ό,τι θα ενδιαφερόταν να μάθει γιατί κάποιος αποφάσισε να γίνει γιατρός, δικηγόρος, ή πολιτικός. Σάμπως να πρόκειται να σου αποκαλυφθεί ένα μυστικό που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση να γίνεται κάτι, αν όχι αδιάφορο, πάντως κάθε άλλο παρά περιέργεια να προκαλεί.
«Θα χαρακτήριζα ως αφετηρία μια συνδιαμόρφωση πραγμάτων που μέσα της καταχωρούνται κυρίως το ραδιοφωνικό θέατρο και η ραδιοφωνική βιβλιοθήκη», λέει ο Γιάννης Τσίρος. «Εδινα μεγάλη μάχη με την οικογένειά μου, παιδάκι όπως ήμουν, για να κρατάω το ραδιοφωνάκι δίπλα στο αφτί, ενώ οι άλλοι κοιμόντουσαν. Σχεδόν δεν υπήρχε μέρα που να μη μεταδίδεται από το ραδιόφωνο ένα θεατρικό έργο, Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή, ενώ κάθε Παρασκευή υπήρχε η ραδιοφωνική βιβλιοθήκη. Μεγαλώνοντας, το διάβασμα των βιβλίων έγινε κομμάτι της ζωής μου, ήταν μια πραγματική απόλαυση. Στα παλαιοβιβλιοπωλεία του Μοναστηρακίου βρήκα όλα τα θεατρικά έργα που είχαν μεταφραστεί σε παλαιότερα χρόνια, εκτός από αυτά που εξέδιδε η “Δωδώνη”.
Οι πρώτες μου βιβλιοθήκες σχηματίστηκαν από παλιά βιβλία, σπάνιες εκδόσεις που θα ήταν αδύνατον να τις βρεις σήμερα. Για το ίδιο το θεατρικό έργο θα έλεγα, πως δεν είναι μια ιδέα αυτή που οδηγεί στην τελική μορφή, όσο ένα συναισθηματικό απόθεμα που έχει δημιουργηθεί και το κρατάς μέσα σου για χρόνια. Αν και δεν μπορείς να το ερμηνεύσεις, το ίδιο μέσα στον χρόνο αποκτά μια οντότητα. Η οντότητα αυτή μεταμορφώνεται σε πρόσωπα, σε καταστάσεις, που χρησιμοποιώντας τες μπορείς να γράψεις θέατρο. Ασχολήθηκα όμως και μ’ ένα άλλο αγαπημένο μου είδος, τον κινηματογράφο.
Από μικρός, όλο μου το χαρτζιλίκι το έτρωγα στους κινηματογράφους. Επειδή μάλιστα είχα σκληραγωγηθεί στην ζωή, μπορούσα να μπαίνω και στα “ακατάλληλα“, αν και ήμουν δεκατεσσάρων χρόνων, φαινόμουν το λιγότερο για δεκαεπτά, ήταν το όριο για να μπορείς να παρακολουθήσεις μια ακατάλληλη ταινία. Αν και παρατηρούμε να έχει – ο κινηματογράφος – τις ίδιες δραματουργικές παραβολές με το θέατρο, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές τέχνες. Σταθεροποιήθηκε αυτή η γνώση μέσα μου όταν αποφάσισα να παρακολουθήσω το νεοσύστατο τμήμα Θεάτρου στη Φιλοσοφική Σχολή στο πλαίσιο του Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Τότε μου δόθηκε η ικανότητα να φτιάξω έναν καμβά με όλες αυτές τις θεωρητικές γνώσεις που είχα αποκτήσει με τις μελέτες μου. Ή μάλλον για να είμαι ακριβέστερος, κατόρθωσα όλη αυτή την πανσπερμία των πληροφοριών που είχε συσσωρευτεί, να τη μετουσιώσω σε γνώση».
Είναι πολύ λίγα τα έργα – σε παγκόσμιο επίπεδο – με μια πληθώρα ηρώων πάνω στη σκηνή. Μετρημένα τα πρόσωπά τους συνήθως στα πέντε δάχτυλα του ενός χεριού, έστω και με μερικά ακόμη δάχτυλα από το δεύτερο χέρι, επόμενο είναι να αναρωτιέσαι τι γίνεται με τον σημερινό φιλοξενούμενό μας με τρία μόνον πρόσωπα (στον «Αγριο σπόρο» τουλάχιστον, που θα συνεχιστεί για δεύτερο χρόνο από 1η Οκτωβρίου στο Θέατρο Μικρό Χορν) και σ’ ένα απομονωμένο μέρος, – μια παραλία – να έχεις την αίσθηση, όσον αφορά την ανατομία των κοινωνικών συνθηκών, ότι βρίσκεσαι στο κέντρο μιας μεγαλούπολης, μ’ ένα πλήθος ανθρώπων να κινούνται μέσα του; «Για μένα προσωπικά αυτό που προέχει είναι να δω πώς συμπεριφέρονται τα υποκείμενα, οι ήρωές μου, τα πρόσωπα, οι άνθρωποι εν γένει σε σχέση με ένα γεγονός που έχει συντελεστεί. Βλέπω λοιπόν κάθε μου έργο, όχι πάντα, αλλά τις περισσότερες φορές, σαν την τελευταία πράξη ενός έργου.
Ξεκινώ δηλαδή το γράψιμο από το τελευταίο κομμάτι του έργου, όταν όλα έχουν συντελεστεί. Με αυτή ακριβώς τη βάση προσπαθώ να δω πώς θα κινηθούν οι ήρωές μου, που έχουν βιώσει με τον τρόπο του ο καθένας τα γεγονότα, πώς θ’ αντιδράσουν σ’ όλα αυτά. Στον “Αγριο σπόρο”, το γεγονός που έχει συντελεσθεί, είναι μια εξαφάνιση, κάτι που το καταλαβαίνουμε από την πρώτη στιγμή, αλλά που δεν φαίνεται να έχει επιδράσει ιδιαίτερα στους τρεις χαρακτήρες του έργου. Εχει όμως ως συνέπεια να δημιουργείται ένας περιβάλλων κόσμος, που αν και έχει πολλή μεγάλη σημασία για μένα – για τον συγγραφέα –, δεν κρίνεται αναγκαίο να υπάρξει στη σκηνή. Αν είχαμε στη σκηνή και τον γερμανό ερευνητή που έχει εξαφανιστεί, και τους ανθρώπους του χωριού, και τους Γάλλους και τους Αγγλους που παρεπιδημούν σ’ αυτή την παραλία, όλο δηλαδή αυτό τον συρφετό, θα μας αποσπούσαν από την ουσία που είναι το τι συμβαίνει στους τρεις αυτούς ανθρώπους, τους ήρωες του έργου. Κυρίως το τι συμβαίνει στον βασικό ήρωα, τον ώριμο ιδιοκτήτη της καντίνας που αγωνίζεται για την επιβίωσή του.
Θα έλεγα ότι ο “Αγριος σπόρος” είναι αυτή η δύναμη που φυτρώνει μέσα στον καθένα μας ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Πρόκειται για μια δύναμη που δεν αναστέλλεται ούτε εν μέρει ούτε στο σύνολό της. Υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό στη χώρα μας – μπορεί να είναι και εκατοντάδες χιλιάδες – που αν και δεν φαίνονται, χρειάζεται να ζουν, προκειμένου να επιβιώσουν στις παρυφές του νόμου. Δεν μπορούν να έχουν σχέση με τον νόμο. Οι νόμοι ισχύουν για ανθρώπους που έχουν θεμελιώσει έναν τρόπο ζωής στον “επάνω κόσμο”. Υπάρχει όμως κι ένας “κάτω κόσμος”, λούμπεν, όπως τον χαρακτηρίσατε, κύριε Νιάρχο, που αν δεν παραβεί τον νόμο, δεν μπορεί να ζήσει. Δεν τους λένε τίποτε όλες αυτές οι διατάξεις και οι αποχρώσεις των νόμων που κάθε φορά βλέπουμε να ψηφίζονται στο κοινοβούλιο, αυτά τα “πρέπει έτσι” και “πρέπει αλλιώς”. Για να το πω μ’ έναν τρόπο λαϊκό, “τους έχουν γραμμένους” τους νόμους. Και καλά κάνουν, θα έλεγα, αφού οι νομοθέτες αναφέρονται πάντα σ’ ένα άλλο είδος ανθρώπων, που έχουν, αν όχι υποταχθεί, αποδεχτεί, μια σύμβαση ζωής. Είναι όμως πολύ ελκυστικό αυτό το μέρος της κοινωνίας, γιατί με τις πράξεις του προκειμένου να επιβιώσει και με το βίωμά του, έρχεται να μας θυμίσει κάτι που εμείς, όσοι προσπαθούμε να είμαστε πάντα σύμφωνοι με το γράμμα του νόμου – ακόμη κι όταν ο νόμος αυτός είναι άδικος – το έχουμε χάσει».
Αποδιοπομπαίος τράγος
Είναι κάτι καταπληκτικό να παρακολουθείς ένα θεατρικό έργο που ενώ δέχεσαι κατά πρόσωπο την ανάσα μιας απερίγραπτης υπαρξιακής οιμωγής, μια μικρή «διευκρίνιση» πως ο ήρωας του «Αγριου σπόρου» συνιστά ενός είδους «αποδιοπομπαίου τράγου» όχι γιατί έχει φταίξει ο ίδιος, αλλά γιατί μόνον έτσι μπορεί να λειτουργήσει το «σύστημα», σε φέρνει αντιμέτωπο μ’ ένα ακραιφνώς πολιτικό έργο. «Πρόκειται για μια “τακτική” που τη συναντάμε σε πάρα πολλές εποχές μέσα στην ιστορία. Σίγουρα ο “αποδιοπομπαίος τράγος” δεν είναι ένα εντελώς αγαθό πρόσωπο, έχει συμβάλλει και ο ίδιος με τον τρόπο του να χαρακτηριστεί ως “αποδιοπομπαίος“. Το ζήτημα όμως είναι ότι φορτώνεται ή μάλλον κατηγορείται για πράγματα που τα φέρουμε και όλοι οι υπόλοιποι. Αλλά αισθανόμαστε με τον τρόπο αυτό να “εξευμενιζόμαστε”. Ενας αποδιοπομπαίος τράγος υπήρξε αναμφισβήτητα ο Χριστός, η Εκκλησία το λέει καθαρά πως ήρθε για να φορτωθεί τα δεινά και τις αμαρτίες των άλλων. Πρόκειται για ένα στοιχείο σύμφυτο με την κοινωνία μας. Πάντα δηλαδή θα παράγονται αποδιοπομπαίοι τράγοι, γιατί μόνον με τον τρόπο αυτό μπορεί να εκτονώνεται ένα σύστημα που δεν έχει και πολλές βαλβίδες σε σχέση με τα μέσα που χρειάζεται να διοχετεύσει την αρνητικότητά του. Θα έλεγα πως ο αποδιοπομπαίος τράγος επειδή ακριβώς συνιστά μια βαλβίδα που το σύστημα εκτονώνει το δικό του πρόβλημα, γίνεται και ο λυτρωτής του συστήματος».
Παραμένει μια μόνιμη διαπίστωση ή και παράπονο πολλών ηθοποιών του θεάτρου τα τελευταία χρόνια πως αναγκάζονται να καταφεύγουν σε έργα κυρίως ξένα, αλλά και ελληνικά, που έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί γιατί υπάρχει παγκοσμίως «κρίση ρεπερτορίου». Εχουν όμως έτσι τα πράγματα; «Κάθε φορά που γράφεται ένα έργο και είναι ένα έργο καλό, παραμένει ως μια παρακαταθήκη στις κοινωνίες των ανθρώπων. Αυτά τα έργα, τα καλά έργα εννοείται, έρχονται και συσσωρεύονται μέσα στους αιώνες, δημιουργώντας έναν όγκο που πολύ δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Βέβαια το γεγονός ότι οι περισσότεροι σκηνοθέτες θέλουν να αναμετρηθούν με τα σπουδαία έργα που έχουν γραφεί μέσα στους αιώνες και όχι με τα αντίστοιχα έργα που γράφονται στην εποχή τους, δημιουργεί ένα πρόβλημα. Ενα πρόβλημα, ωστόσο, που δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι το θέατρο σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες τέχνες είναι η τελευταία ανάγκη των ανθρώπων. Θα τολμούσα να πω ότι το θέατρο είναι ο ουραγός των τεχνών. Το θέατρο δεν υπήρξε ποτέ πρωτοπορία και ιστορικά ακόμη.
Πρωτοπορία υπήρξε η ποίηση γιατί έχει μια αμεσότητα, υπήρξε η μουσική, υπήρξε η ζωγραφική. Γενικά οι εικαστικές τέχνες μπορεί να έχουν έναν πρωτοποριακό χαρακτήρα που να μας ξαφνιάζει, γιατί συμβαίνει συχνά να είναι πιο μπροστά από μας. Αν και το θέατρο συγκεντρώνει όλες τις άλλες τέχνες, για να υπάρξει χρειάζεται τα πράγματα να έχουν καταλαγιάσει, να έχουν ωριμάσει. Χρειάζεται όλα αυτά που έχουν συμβεί, να έχουν μετουσιωθεί σε μια γνώση που θα μπορεί να εκφραστεί προς τα έξω μ’ έναν λόγο οικείο και άμεσο.
Ο,τι κάνει σπουδαία την τέχνη του θεάτρου, είναι ακριβώς ότι έρχεται τελευταία μεταφέροντας όλα τα γεγονότα που έχουν στο μεταξύ διαδραματιστεί στον δημόσιο χώρο, σε σχέση πάντα με την υπαρξιακή τους συνεκδοχή. Διαφορετικά θα θεωρούσαμε ως θεατρική τέχνη μόνο την επιθεώρηση που μπορεί να μας μιλάει για γεγονότα σημερινά. Θα ήταν αδύνατον να καθίσει να γράψει κανείς ένα θεατρικό έργο με γεγονότα που συμβαίνουν σήμερα, αν δεν έχει δει το ωστικό τους κύμα, τι έχουν φέρει, τι έχουν δημιουργήσει, πού έχουν καταλήξει.
Αναπόφευκτα έχουν δημιουργηθεί κάποια δράματα και το θεατρικό έργο οφείλει να τα περιλάβει καθώς το θέατρο είναι μια τέχνη ολοκλήρωσης. Χρειάζεται να εμπεριέχει μια ιστορία που αρχίζει και τελειώνει. Το γεγονός αυτό την καθιστά μια τέχνη δύσκολη όσο απλό πράγμα κι αν φαντάζει η γραφή μιας πρόζας, ενός διαλόγου. Για ν’ αποκτήσει βαρύτητα αυτός ο λόγος, αυτός ο διάλογος, χρειάζεται να μεταφέρει πραγματικές ανάγκες, όχι τρέχοντα προβλήματα και τρέχουσες σκέψεις. Δεν θα έλεγα ότι δεν γράφονται θεατρικά έργα, αντίθετα γράφονται πάρα πολλά και αυτή η συσσώρευση όπως αυξάνει την ευχέρεια των επιλογών, κάνει πολύ δύσκολο να ζήσει κανείς αποκλειστικά από το θέατρο. Προσωπικά δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ ν’ αποκτήσω χρήματα. Ηθελα να έχω τόσα ώστε να μπορώ να συντηρούμαι. Εχω όμως τη χαρά να κάνω κάτι που το αγαπάω και θα το έκανα ακόμη κι αν δεν πληρωνόμουν».
Comments are closed.