- Advertisement -

Εκνευριστικός και αξιαγάπητος

Εκνευριστικός και αξιαγάπητος
2

- Advertisement -

Έχουν περάσει τριακόσια πενήντα χρόνια από τότε που ο Μολιέρος έθεσε, μέσα απ’ τον «Κατά φαντασίαν ασθενή», ζητήματα που έχουν να κάνουν τόσο με τη φοβία του ανθρώπου απέναντι στην αρρώστια, όσο και με την ευκολία του να εξαπατηθεί εν ονόματι της υγείας του. Με τρόπο κωμικό αλλά και βαθιά ψυχογραφικό αναδεικνύει παθογένειες που δύσκολα γιατρεύονται, τις οποίες εντάσσει μέσα στην οικογένεια και το φιλικό περιβάλλον, σχολιάζοντας παράλληλα τις ανθρώπινες σχέσεις.

Παρά τις σπουδές Νομικής, ο Μολιέρος (Jean-Baptiste Poquelin, dit Moliere, 1622-1673) επέλεξε το θέατρο και τη συγγραφή, φτιάχνοντας τον δικό του θίασο, γράφοντας ο ίδιος τα έργα του και ερμηνεύοντας τους κεντρικούς ρόλους. Μαζί με τη μετέπειτα σύζυγό του – ήταν ηθοποιός – και τα αδέλφια της, ξεκίνησε τη θεατρική του πορεία που τον οδήγησε στην αυλή του Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ‘.

Υπηρέτησε το είδος με όρους αντίστοιχους της τραγωδίας, δίχως εκπτώσεις, έχοντας ένα βαθύ φιλοσοφικό υπόβαθρο και ριζοσπαστικές απόψεις. Ανάμεσα στα πολλά έργα που άφησε ως παρακαταθήκη, ξεχωρίζει η «τριλογία» που αποτέλεσαν τα «Ταρτούφος», «Δον Ζουάν» και «Ο Μισάνθρωπος», ενώ με το «Σχολείο Γυναικών» έκανε την επίσημη, επιτυχημένη του είσοδο στον θεατρικό κόσμο.

Ο «Κατά φαντασίαν ασθενής» («Le malade imaginaire», 1673) αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του και μάλιστα μ’ έναν κάπως σημειολογικό τρόπο: ερμηνεύοντας τον ρόλο του Αργκάν ο Μολιέρος κατέρρευσε επί σκηνής και λίγο αργότερα πέθανε στο σπίτι του.

Με το έργο αυτό ουσιαστικά εξέφρασε τη δική του αγωνία μπροστά στην αρρώστια, τον φόβο για την υγεία και τον θάνατο. Διακωμώδησε την αρρωστοφοβία του, μια που αυτός ήταν ουσιαστικά ο τρόπος του να μιλήσει για όσα τον προβλημάτιζαν.

Μαζί όμως έφερε στην επιφάνεια ένα διαχρονικό ζήτημα το οποίο και θέλησε να σχολιάσει: την εκμετάλλευση του ασθενούς απ’ τον γιατρό, το ακριβό τίμημα της ελπίδας με αντάλλαγμα το χρήμα. Γιατί οι επιτήδειοι που πουλάνε θεραπεία και ίαση δεν έχουν πάψει να υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο.

Η παράσταση

Ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου διασκεύασαν το κλασικό έργο υπογράφοντας και τη σκηνοθεσία, με στόχο να αναδείξουν το κωμικό του στοιχείο. Με μια ανάλαφρη διάθεση εστίασαν στο σκηνικό παιχνίδι ανάμεσα στους ήρωες, διατηρώντας ή και τονίζοντας τις υπερβολές του(ς).

Υπηρετώντας το σχήμα της κλασικής κωμωδίας, την μπόλιασαν με ντόπιες ατάκες και συμπεριφορές, συμπυκνώνοντας ή και απλοποιώντας την πλοκή, χωρίς ωστόσο να της στερήσουν τη δομή της. Μέσα στο γουστόζικο, πρακτικό σκηνικό του Γιάννη Μετζικώφ, οι ήρωες του Μολιέρου παραπέμπουν στη γαλλική τους καταγωγή διατηρώντας το ελληνικό τους ταμπεραμέντο.

Με εξαίρεση τον Αργκάν του Βλαδίμηρου Κυριακίδη, ο υπόλοιπος θίασος υπηρετεί το πνεύμα του έργου και του ρόλου του, χωρίς εκπλήξεις: Η Σοφία Βογιατζάκη (σύζυγος) και η Παρθένα Χοροζίδου (υπηρέτρια) με τη χαριτωμένη τους υπερβολή, ο Πάνος Σταθακόπουλος (γιατρός) με την κωμική του άνεση.

Ο Θάνος Μπίρκος (γαμπρός με το ζόρι) δεν καταφέρνει να ξεφύγει απ’ την περσόνα που έχει δημιουργήσει ο ίδιος, όπως και η Αντιγόνη Νάκα (κόρη του Αργκάν απ’ τον πρώτο του γάμο) απ’ την εικόνα που έχει αποδεχθεί για τον εαυτό της. Ο Ιωάννης Απέργης (αγαπημένος της κόρης) ξεχώρισε αποφεύγοντας την τυποποίηση.

Ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης, αυτός ο συμπαγής, στέρεος ηθοποιός, ξέρει πώς να κουμαντάρει τον εαυτό του και στην κωμωδία και στο δράμα. Δίνει στον ήρωά του τα χαρακτηριστικά της υπερβολής και της γελοιότητας που διαθέτουν οι εμμονικοί και φαινομενικά αφελείς άνθρωποι, την ίδια στιγμή που τον περικλείει μ’ ένα βαθύ συναίσθημα φόβου και μοναξιάς. Ο Αργκάν του είναι και εκνευριστικός και αξιαγάπητος.

Το θέατρο και ο Θωμάς

Έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε που ο Θωμάς Μοσχόπουλος έκανε το πρώτο «μπαμ» στο ελληνικό θέατρο με το «ιστορικό» πλέον ανέβασμα του «Shopping an fucking» στον Εξώστη του Αμόρε.

Είχε ήδη δώσει δείγματα της δουλειάς του στη σκηνή αλλά η παράσταση με το έργο του Μαρκ Ρέιβενχιλ ανέδειξε αυτό που η 30ετία που μεσολάβησε έκτοτε, το επιβεβαίωσε: Τη σκηνική του τόλμη μαζί με μια ματιά που δεν εγκλωβίζεται σε στερεότυπα ούτε υποκύπτει σε «μοντέρνες» αναγνώσεις. Ο Μοσχόπουλος κάνει θέατρο στην εποχή του για την εποχή του αλλά με το βλέμμα σ’ αυτό που έρχεται. Δεν αποδομεί, συνθέτει.

Ακολουθεί μια δική του πρωτοπορία, προσωπική, παρεμβατική αλλά βαθιά θεατρική, που κρύβει γνώση, μελέτη, ταλέντο. Απ’ το Αμόρε στο ελεύθερο θέατρο και από εκεί στο Πόρτα, όπου η συνεργασία του με την Ξένια Καλογεροπούλου στη Μικρή Πόρτα είχε ήδη μπει σε δημιουργική τροχιά, ο Θωμάς Μοσχόπουλος συνεχίζει με τις παραστάσεις του – και για μεγάλους και για μικρούς.

Με την ίδια επιθυμία και αφοσίωση, αναδεικνύοντας έργα και ηθοποιούς, δουλεύει συστηματικά – τον τελευταίο καιρό κυρίως με νέους κάθε ηλικίας, ενώ μαζί με τη σκηνοθεσία πέρασε από τη διασκευή και στη συγγραφή. Από τον πρόσφατο Μπέκετ («Περιμένοντας τον Γκοντό») στον δικό του Στρίντμπεργκ («Ο κύριος Ζυλ» – θα συνεχιστεί και του χρόνου) και από εκεί στον καλοκαιρινό «Ιωνα» του Ευριπίδη (28-29/8) που ετοιμάζει με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου για την Επίδαυρο (μεσολάβησε ο «Επιθεωρητής» του Γκόγκολ με τον ΘΟΚ, στην Κύπρο) ενώ ακολουθεί, την προσεχή χειμερινή σεζόν, ο Σαίξπηρ («Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας») στην Πόρτα, ο Θωμάς Μοσχόπουλος εξελίσσεται διαρκώς. Και μαζί εξελίσσει και το θέατρο που βλέπουμε.

Σκηνοθέτης της γενιάς του «ανάμεσα», «μαθητής» του Μαυρίκιου, συνεργάτης του Χουβαρδά, έμαθε πώς να παίρνει, να κρατά αλλά και να δίνει τη σκυτάλη. Ενας σκηνοθέτης που ξέρει να κάνει τη δουλειά του.

- Post Down -

Comments are closed.