- Advertisement -

«Μου ‘κλεψες τη λέξη γιατί εγώ θα σου έλεγα πρώτος ότι είναι μεταφυσική η σχέση που έχει αποκτήσει αυτή η ταινία με τον κόσμο» μού λέει ο Γιάννης Ζουγανέλης όταν κάνω το λάθος και του αναφέρω πρώτος ότι η διασημότερη, ίσως, κινηματογραφική ταινία του, η «Ας περιμένουν οι γυναίκες» του Σταύρου Τσιώλη, έχει αποκτήσει μια σχεδόν μεταφυσική σχέση με το κοινό.
Και μάλιστα δεν μιλάμε μόνο για ένα σταθερό, πιστό κοινό αλλά για ένα κοινό της που διαρκώς ανανεώνεται. Γενιές και γενιές την έχουν ανακαλύψει εδώ και κοντά 30 χρόνια, από τότε που παίχτηκε στους κινηματογράφους, το 1998.
Αφορμή εξάλλου για αυτή την τηλεφωνική κουβέντα είναι η επανακυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες από την ερχόμενη Πέμπτη. Ο ηθοποιός και τραγουδιστής μίλησε στo «Νσυν» τηλεφωνικά από την Κρήτη όπου αυτή την εποχή περιοδεύει με την παράσταση «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ, από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη.
«Η μεταφυσική στηρίζεται στη φυσική και είναι πάρα πολύ φυσικό αυτό που συμβαίνει με την ταινία “Ας περιμένουν οι γυναίκες”» συνέχισε ο Ζουγανέλης. «Πρώτον έχει μεγάλη αλήθεια, δεύτερον έχει λόγο εκφρασμένο με έναν ιδιότυπο χαρακτήρα – έτσι όπως κάνουν οι Ελληνες. Τρίτον βρέθηκε στα χέρια αυτού του σκηνοθέτη, του Σταύρου Τσιώλη, με τον οποίο χάρηκα τόσο πολύ που δούλεψα – κάναμε και μια ακόμη ταινία μαζί το “Φτάσαμεεε! ” – που θα δεις και αυτή θα ευοδωθεί».
Η ιστορία της ταινίας «Ας περιμένουν οι γυναίκες» θέλει δύο βιοτέχνες μπατζανάκηδες, τον Πάνο (Ζουγανέλης) και τον Μιχάλη (Αργύρης Μπακιρτζής), να ξεκινούν γεμάτοι ενθουσιασμό, από τη βιομηχανική ζώνη Θεσσαλονίκης με προορισμό τη Θάσο όπου παραθερίζουν οι οικογένειές τους. Κατά τη διαδρομή όμως, ο Πάνος ερωτεύεται μια κοπέλα, καταρρέει ψυχολογικά και επιχειρεί να αυτοκτονήσει.
Ανήσυχος, ο Μιχάλης καλεί τον Αντώνη (Σάκη Μπουλά), τον τρίτο μπατζανάκη και πολιτευτή του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος έχει αναλάβει τη φροντίδα των τριών οικογενειών στη Θάσο. Κι έτσι ξεκινά ένα ταξίδι γεμάτο χιούμορ, αμηχανίες και απρόσμενες αλήθειες, καθώς οι τρεις άνδρες προσπαθούν να ξεφύγουν από τη ρουτίνα και τα βάρη της καθημερινότητας, και κυνηγούν για λίγο το όνειρο. Ενώ οι γυναίκες εξακολουθούν να τους περιμένουν στη Θάσο…
Ο σκηνοθέτης
Ο Σταύρος Τσιώλης, ένας σκηνοθέτης του οποίου η καριέρα είχε ξεκινήσει στη δεκαετία του 1960 από τη Finos Film, ύστερα από τεράστιες εμπορικές επιτυχίες όπως οι «Η ζούγκλα των πόλεων», «Κατάχρηση εξουσίας», σταμάτησε να σκηνοθετεί για μία περίπου δεκαετία, του 1970.
Επέστρεψε στα eighties ως εκπρόσωπος ενός εντελώς διαφορετικού, πολύ προσωπικού κινηματογράφου («Ερωτας στη χουρμαδιά», «Ακατανίκητοι εραστές» κ.ά.) και μέχρι τον θάνατό του το 2019, αυτό το σινεμά υπηρέτησε. Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» παραμένει η πιο δημοφιλής ταινία της δεύτερης περιόδου του και είναι η δεύτερη μιας άτυπης γυναικείας τριλογίας, που αρχίζει το 1992 με το «Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε» και ολοκληρώνεται το 2017 με το «Γυναίκες που πέρασαν από δω» που είναι και το κύκνειο άσμα του.
«Ο Τσιώλης βρίσκεται στην καρδιά μου ακόμα και για τις αδυναμίες του» είπε ο Ζουγανέλης.
«Διότι πρέπει να καταλάβουμε, ότι οι άνθρωποι δεν κρινόμαστε από τις δυναμικές μας. Από τις αδυναμίες μας κρινόμαστε. Να και πάλι η ισχύς της ελληνικής γλώσσας. Η αδυναμία είναι ισχυρότερη της δυναμικής γιατί έχει την αδράνεια. Γι’ αυτό και η ευφυέστερη των γλωσσών στον κόσμο, την οποία δεν τιμούμε, λέει “έχω αδυναμία στον Γιάννη και όχι δυναμική”. Ο Τσιώλης πάντως ήταν ένας άνθρωπος ισορροπημένος, τρομερής καλλιέργειας· μια ανθρώπινη εγκυκλοπαίδεια ο ίδιος γιατί παρθενογεννούσε. Και δεν είχε μόνιμο χαρακτήρα. Ηξερε τις μουσικές και για το καλό αλλά και για το κακό τους. Είχε την ικανότητα να διακρίνει την αλήθεια στον στίχο. Δεν είχε παθογένειες. Ηταν auteur και έκανε επίσης πολύ καλό θέατρο. Ενας παρατηρητής της ζωής που ενδιαφερόταν να την αποτυπώσει με αλήθεια».
Σε αυτό το σημείο ο Ζουγανέλης αναφέρεται σε ένα εξαιρετικό πλάνο ηλιοβασιλέματος στο «Ας περιμένουν οι γυναίκες», το οποίο ο Τσιώλης έκοψε τελικά στο μοντάζ.
«Ήταν τόσο ωραίο που το ‘κοψε γιατί δεν του άρεσε η λογική του καρτ ποστάλ στο σινεμά. Ο Τσιώλης πήγαινε στην ουσία. Εκανε τέχνη με πάρα πολύ χαμηλά μπάτζετ. Αγαπούσε πάρα πολύ το περιθώριο, προσπαθούσε να το αναλύσει γράφοντας – και το ανέλυσε. Τελικά, μόνο με την αλήθεια γελάς, όχι με την υπερβολή αλλά με την αλήθεια της ψυχής, την αλήθεια της ζωής. Ο Τσιώλης ήθελε να συμπορεύεται με τη ζωή και να μπορεί να προσθέτει, γιατί αυτός τελικά είναι ο ρόλος του ανθρώπου. Ηταν πραγματικά μια μεγάλη προσωπικότητα».
Περί κουλτούρας
Για τον Γιάννη Ζουγανέλη «η Ιστορία γράφεται με έναν ιδιότυπο τρόπο. Κουλτούρα είναι αυτό που συμβαίνει. Στο θέατρο, στις μουσικές σκηνές, ακόμα και στα μπουζούκια. Κάποιοι λοιπόν οι οποίοι αυτοχρίστηκαν ελίτ, δημιούργησαν ένα κοινωνικό σύμπλεγμα: υποτιμούσαν όλο το άνθος της έκφρασης των κωμικών και των συγγραφέων του καλού ελληνικού κινηματογράφου, που κακώς τον αποκαλούσαν εμπορικό. Και αναφέρονταν σε μεγάλους συγγραφείς. Στον Αλέκο Σακελλάριο που για μένα δεν χρίστηκε αλλά είναι ακαδημαϊκός. Φανταστείτε πώς θα ήταν η ζωή χωρίς τις καταγραφές του Σακελλάριου. Ή του Κώστα Πρετεντέρη αργότερα. Δεν μπορούσαν να τους φτάσουν, γι’ αυτό και τους υποτιμούσαν».
Μάλιστα, γύρω στο 1981, 1982, ο Ζουγανέλης είχε γράψει ένα μεγάλο κείμενο «για τους μεγάλους έλληνες κωμικούς και πόσο μέσα στο DNA μας βρίσκονται». Το κείμενο είχε δημοσιευτεί σε έκδοση της εφημερίδας του Μετσοβίου Πολυτεχνείου.
Από εκεί δε, προέκυψε και μια μεγάλη έρευνα (δυστυχώς το κείμενο αυτό δεν υπάρχει πλέον διότι εξαιτίας μιας πυρκαγιάς πέρυσι, το αρχείο του Ζουγανέλη καταστράφηκε). Την εποχή της δημοσίευσης αυτού του κειμένου ο Ζουγανέλης είχε δεχθεί επίθεση από σπουδαίες προσωπικότητες των Γραμμάτων (Δεκαβάλλας, Εγγονόπουλος κ.ά.). «Και τότε συνειδητοποίησα όλο αυτό το ψέμα. Μπορεί πολλοί να έχουν αναθεωρήσει πλέον, όμως το χειρότερο πράγμα δεν παύει να είναι ο αυθορμητισμός και ο εμπειρισμός, κάτι στην Ελλάδα που συμβαίνει κατά κόρον – και κυρίως στις σπουδές. Δεν έχουμε Ακαδημία Τεχνών και αυτό είναι ενδεικτικό από τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν και λειτουργούν οι κυβερνήσεις σε μια χώρα την οποία μισούν. Επομένως υπάρχει μια ψευδοσοβαρότητα που είναι πολύ χειρότερο από τη σοβαροφάνεια».
Comments are closed.