- Advertisement -

Δύο σημαντικές αποχαιρετιστήριες συναυλίες διοργανώθηκαν φέτος από το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου στο Ηρώδειο, ενόψει του προγραμματισμένου κλεισίματός του τον Ιούλιο για τριετείς εργασίες συντήρησης. Συγκεκριμένα, στις 15/6, η Χορωδία Δωματίου της Φιλαρμονικής της Εσθονίας και η Ορχήστρα Δωματίου του Ταλίν ερμήνευσαν έργα τού Αρβο Περτ για τα ενενηκοστά γενέθλιά του, ενώ νωρίτερα (3/6) στο ρωμαϊκό ωδείο έδωσε ρεσιτάλ ο περιζήτητος ισλανδός πιανίστας Βίκινγκουρ Ολαφσον.
Παρά την ατυχή απουσία από το φετινό πρόγραμμα μιας μείζονος ξένης συμφωνικής ορχήστρας, οι δύο αυτές μουσικές βραδιές άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις και μετρίασαν την ως άνω φανερή έλλειψη.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από τη γέννηση του – σημαντικότερου ίσως σύγχρονου συνθέτη – Άρβο Περτ, οι εσθονικές χορωδιακές και ορχηστρικές δυνάμεις, υπό τον αρχιμουσικό Τόνου Καλιούστε, εκτέλεσαν έργα του συμπατριώτη τους με απαράμιλλη φυσικότητα και βαθιά κατανόηση του ιδιώματος της γραφής του.
Πρώτα, το σώμα των εγχόρδων έπαιξε με ωραιότατη πλαστικότητα και διαφάνεια το έργο «Für Lennart in memoriam», το οποίο συνέθεσε ο Περτ το 2006, κατά παραγγελία του πρώην προέδρου της Εσθονίας, διανοούμενου και φίλου του, Λέναρτ Μέρι, με σκοπό να παιχτεί στην κηδεία του τελευταίου. Ακολούθως, παρουσιάστηκε το «L’abbé Agathon» (2004), με σολίστ τη σπουδαία εσθονή υψίφωνο Μαρία Λίστρα, η οποία συγκίνησε με το ιδιαίτερα ευαίσθητο τραγούδι της, το σπάνια γλυκό τίμπρο της φωνής της και την αψεγάδιαστη προφορά του αδόμενου λόγου στη γαλλική.
Η μικροφωνική ενίσχυση που επιστρατεύθηκε, ως αντίβαρο στη διάχυτη ακουστική του Ηρωδείου, υπήρξε προσεγμένη και αρκετά διακριτική, στερώντας μεν από την ψαλμωδική φυσικότητα του ακροάματος, αλλά μη αλλοιώνοντας τον έντονα κατανυκτικό χαρακτήρα της βραδιάς. Ενα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά θρησκευτικά έργα τού «ιερού μινιμαλισμού», που ως κίνημα και ως τεχνική σύνθεσης δημιούργησε ο Περτ, είναι το Stabat Mater (1985).
Σε αυτό διακρίθηκε για την ορθοτονικά έξοχη συνεισφορά του ο λευκορώσος κόντρα τενόρος Ντανίλα Φράντο, πλάι στον εξίσου ικανό εσθονό τενόρο Τούμας Τόχερτ, ενώ άριστες εντυπώσεις άφησαν οι ελεγχόμενες δυναμικές διακυμάνσεις και εκλεπτύνσεις που προσέφερε η εικοσαμελής Χορωδία Δωματίου.
Μετά το διάλειμμα, σειρά είχε το σύντομο Magnificat (1989) και, τέλος, το ημίωρης διάρκειας Te Deum (1985) του Αρβο Περτ. Και στις δύο περιπτώσεις, η απόδοση του λατινικού κειμένου από τη σοπράνο και το χορωδιακό κλιμάκιο υπήρξε αβίαστη, ευκρινής και ιλαρά χρωματισμένη, ενώ η παλμώδης κίνηση των εγχόρδων, υπό την έμπειρη διεύθυνση του Καλιούστε, διαμόρφωσε ένα εξαιρετικά ανάγλυφο και ατμοσφαιρικό ηχοτοπίο.
Στο μπιζάρισμα, ανταποκρινόμενοι στις δίκαιες επευφημίες του κοινού, πρότειναν το «Εσθονικό νανούρισμα» του Περτ, που ανέδειξε με τον πιο ευγενή τρόπο τις αέρινες ποιότητες των γυναικείων φωνών.
Μπαχ, Μπετόβεν, Σούμπερτ
Λίγο νωρίτερα, στις 3/6, η πρώτη επίσημη συναυλία κλασικής μουσικής του καλοκαιριού έλαβε χώρα σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο, με τον 42χρονο ισλανδό πιανίστα Βίκινγκουρ Ολαφσον να ερμηνεύει σόλο έργα Μπαχ, Μπετόβεν και Σούμπερτ.
Το πρόγραμμα της συναυλίας υπήρξε πανομοιότυπο με αυτό της πρόσφατης δισκογραφικής έκδοσής του στην εταιρεία Deutsche Grammophon, με τίτλο «Opus 109». Συγκεκριμένα, η βραδιά άνοιξε με το Πρελούδιο σε μι μείζονα (BWV 854) του Γ.Σ. Μπαχ, που έτυχε μιας αρχιτεκτονικά πεντακάθαρης ανάγνωσης, με σωστή στίξη και παραγραφοποίηση, επιτρέποντας την ανάπτυξη και αναπνοή των μουσικών μοτίβων με συνεπή αφηγηματική ροή και λογική αλληλουχία.
Ακολούθησε – άνευ διακοπής! – η εκτέλεση της Σονάτας αρ. 27 (op. 90) του Μπετόβεν, που διέθετε μυώδες φραζάρισμα, αλλά περιορισμένη ευαισθησία ως προς την ανάδειξη των εναλλασσόμενων διαθέσεων της γραφής. Μνημειώδης υπήρξε η ερμηνεία της Παρτίτας αρ. 6 σε μι ελάσσονα (BWV 830) του Μπαχ, όπου η τεχνική τελειότητα συνδυάστηκε με μια βαθιά θεμελιακή θεώρηση του έργου από τον Ολαφσον, ο οποίος έπαιξε με μαθηματικά ρυθμική ακρίβεια και σταθερό τέμπο, αναδεικνύοντας, έτσι, το όλον της δομής του Μπαχ.
Αντίθετα, η Σονάτα σε μι ελάσσονα (D 566) του Σούμπερτ δεν διέθετε την υποδόρια μελαγχολία και τον λυρισμό που αναζητά κανείς στα έργα του αυστριακού συνθέτη. Τέλος, η Σονάτα αρ. 30 (op. 109) του Μπετόβεν εκτελέστηκε με τελειοθηρικό παίξιμο, καλή χρήση των πεντάλ και ωραίες αυξομειώσεις στις δυναμικές, ενώ προσέφερε και ως ανκόρ μερικά ακόμη έργα Μπαχ.
Ο Γιώργος Μαρκογιαννόπουλος είναι κριτικός μουσικής, μέλος της ΕΕΘΜΚ
Comments are closed.