- Advertisement -

Όταν γνώρισα τον… Μπάμπη Κλάρα: Μια στοργική αγκαλιά για νέους συγγραφείς

Όταν γνώρισα τον… Μπάμπη Κλάρα: Μια στοργική αγκαλιά για νέους συγγραφείς
2

- Advertisement -

Υπάρχουν κάποιοι ποιητές, συγγραφείς, δημοσιογράφοι αλλά και καλλιτέχνες που λογαριάζουν τη δουλειά τους (οι ίδιοι δεν τολμούν να τη χαρακτηρίσουν ως «έργο»), ως ένα είδος «επισκεπτηρίου» που πολύ σύντομα μάλιστα θα πάψει να λέει κάτι – χωρίς ωστόσο να τους ενοχλεί. Δεν αισθάνονται πως ήρθαν στον κόσμο αυτό για να παραμείνουν στη μνήμη των άλλων περισσότερο απ’ ό,τι άνθρωποι που καθώς υπήρξαν εστιάτορες, λαχειοπώλες, υφασματέμποροι, ή τσαγκάρηδες, δεν φιλοδόξησαν για τον εαυτό τους καμιά μορφή διάρκειας. Κι αν η αγωνία για να υπάρξει κανείς μετά τον θάνατό του, ό,τι κι αν έχει επιχειρήσει, παραμένει μια μορφή αρρώστιας, σίγουρα συνιστά μια ανεξαγόραστη υγεία να έχει συμφιλιωθεί, και μάλιστα χωρίς να έχουν προηγηθεί μελαγχολίες και αγωνίες, ότι δεν είναι παρά μόνον οι οικείοι του που θα τον θυμούνται – όσο ζουν και αυτοί.

Δεν ξέρω γιατί ακόμη και στα χρόνια της μέγιστης απόδοσής του (ανάμεσά τους η δεκαετία του ’60) παρατηρώντας τη συμπεριφορά του πολύ γνωστού πεζογράφου και ιδιαίτερα επιδραστικού δημοσιογράφου στην εποχή του, Μπάμπη Κλάρα, αισθανόμουν πως θα μπορούσε να έχει ως μότο του δυο συγκινητικούς στίχους μιας άδικα λησμονημένης ποιήτριας (πέθανε στα 1996), της Διαλεχτής Ζευγώλη – Γλέζου που λένε: «Τι σημασία έχει αν κάποιος ξεχαστεί | πάντα στα νέα κλωνιά και νέοι καρποί». Παρών αλλά χωρίς θόρυβο, απόμακρος αλλά ευγενέστατος και προσηνής ταυτόχρονα, σου έδινε την εντύπωση πως συμπτωματικά διατηρούσε τη θέση του αρχισυντάκτη μιας μεγάλης εφημερίδας της εποχής, της «Βραδυνής», κι ότι συνέχιζε να παραμένει χρεωμένος στους άλλους οτιδήποτε κι αν έκανε γι’ αυτούς ή οτιδήποτε κι αν του είχαν ζητήσει.

Κριτικός βιβλίου και θεάτρου στην ομώνυμη εφημερίδα, εξίσου σημαντικό ως έργο οφείλει να του αναγνωριστεί η δημιουργία και η διατήρηση μιας φιλολογικής σελίδας που με τον τίτλο «Φιλολογική Βραδυνή» κάθε Δευτέρα (ο δαιμόνιος ερευνητής και αρχειοθέτης Γιώργος Ζεβελάκης έχει εκτιμήσει ότι ο αριθμός των σχετικών σελίδων της έχει αγγίξει τις χίλιες), φιλοξένησε με ποιήματα, πεζογραφήματα και σύντομα δοκιμιογραφικά κείμενα μια απειρία πρωτοεμφανιζόμενων νέων δημιουργών. Και όταν λέμε πρωτοεμφανιζόμενων το εννοούμε στην κυριολεξία, αφού η σελίδα αυτή παρέμενε «απαγορευμένη» για δόκιμους συγγραφείς. Κάθε άλλο όμως παρά αποκλεισμένους από τις στήλες της σελίδας αυτής, αφού τα βιβλία τους τα «διεξέρχονταν» κριτικά ο ίδιος ο Κλάρας με ένα μακροσκελέστατο συνήθως κείμενο.

Και αν σήμερα δεν θα υπάρχουν πολλά ή έστω και λίγα ονόματα που να έχουν γίνει διακριτά και αναγνωρίσιμα στον χώρο της λογοτεχνίας, ενώ αφετηρία τους υπήρξε η «Φιλολογική Βραδυνή», δεν έχει καμιά απολύτως σημασία ώστε η ύπαρξή της να μην πιστώνεται ως ένα μεγάλο έργο στον Μπάμπη Κλάρα. Ακόμη κι αν λειτούργησε ως ένα είδος «προθάλαμου» ώστε να δημιουργηθεί ένα πλήθος συνειδητών και παθιασμένων αναγνωστών της λογοτεχνίας, ή ως «προζύμι» προκειμένου να «φουσκώσουν» με τη μορφή των συγκοινωνούντων δοχείων, αξετίμητα συγγραφικά «καρβέλια», η συμβολή της «Φιλολογικής Βραδυνής» παραμένει τόσο πιο σημαντική όσο πιο δύσκολα μπορεί να αποτιμηθεί το μέγεθός της.

Σαφέστατα η ποίηση και η λογοτεχνία είναι μια υπόθεση κριτηρίων και η αξιολόγησή τους ως μιας υπόθεσης αισθηματικής υπονομεύει το κύρος τους, όμως μέσα στη στοργική αγκαλιά της «Φιλολογικής Βραδυνής» ισορροπούσαν θα έλεγες θαυμαστά οι πρωτόλειες προσπάθειες των νέων δημιουργών, με την επιείκεια την απαραίτητη προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι τελευταίοι στις επιλογές τους, σε βαθμό που ο συγκερασμός τους να μεταβάλλει το οποιοδήποτε αποτέλεσμα, σε συγγραφικό επίπεδο, σε κάτι άξιο να προσεχθεί.

Αν και ομόζυγος ιδεολογικά με τον αδελφό του, τον Αρη Βελουχιώτη (που το πραγματικό του όνομα ήταν Θανάσης Κλάρας) έμενες άφωνος με την πραότητα ενός ανθρώπου που ενώ στοιχιζόταν με τον αδερφό του (ιδεολογικά εννοείται), όπως το καταδεικνύει ένα έξοχο δοκίμιό του με τον τίτλο «Δεν υπάρχει μεταφυσική, υπάρχει μόνον υποτίμηση της τεχνικής» (πρόδρομος θα έλεγες με τις σχετικές θέσεις του κάθε άλλο παρά κομμουνιστή αστροφυσικού Δημήτρη Νανόπουλου), ταυτόχρονα αναγνώριζες στον ίδιο τον πολέμιο κάθε είδους εξτρεμισμού ή πολιτικής ακρότητας. Η θέα του έφιππου Αρη Βελουχιώτη με τους συντρόφους του στα βουνά της Ρούμελης, σε συνδυασμό με την σχεδόν ασάλευτη, γαλήνια παρουσία, του Μπάμπη Κλάρα στο γραφείο του στη «Βραδυνή» στην οδό Πειραιώς, αφού είχες ήδη πληροφορηθεί τη συγγένειά τους, σε έκανε να αναρωτιέσαι για το ποιος πραγματικά μπορεί να είναι ο ήρωας.

Με μια ανάλογη συνείδηση, όπως αυτή της «αναλωσιμότητάς» του ως δημιουργού, αν και με το σύνολο των βιβλίων του συνθέτει την τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του («έφυγε» τον Δεκέμβριο του 1986), μοιάζει σχεδόν σαν να έχει υποστεί μια ολική έκλειψη από το αδιάκοπα αναδιαμορφούμενο τοπίο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. (Δεν είναι βέβαια ο μόνος, αφορά σε ένα κενό που περιλαμβάνει πολλούς ακόμη συγγραφείς, όπως για παράδειγμα οι ποιητές Γιώργος Γεραλής, Κώστας Στεργιόπουλος, Λέων Κουκούλας, οι πεζογράφοι Μόνα Μητροπούλου, Ιουλία Ιατρίδη, Κώστας Σούκας). Και είτε μιλάμε για το πρώτο του βιβλίο (1954) με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Το πιστεύω ενός απλού ανθρώπου» (ένα σύνολο δοκιμίων με μια έντονη κριτική τόσο του μακαρθισμού όσο και του λενινισμού) ως το προτελευταίο του (1983) «Ο αδερφός μου ο Αρης» (μια μυθιστορηματική βιογραφία του Βελουχιώτη χαρακτηρισμένη από τον Μπάμπη Κλάρα ως «αντιμυθιστόρημα»), αναγνωρίζει ακόμη και ο πιο δύσπιστος ότι η «Ιστορία» αποτελεί, την κάθε στιγμή, ένα άθροισμα γεγονότων σχεδόν αδύνατον να ταξιθετηθούν ακόμη και αν έχει επιτευχθεί η ιδεωδέστερη σύνθεσή τους.

Για να κλείσουμε όμως, με μια άλλη διατύπωση, αν για κάτι ακόμη παραμένει άξιος θαυμασμού ο Μπάμπης Κλάρας, είναι πως όποια προαίρεση για ένα έργο υπήρχε από πλευράς του, δεν έπαυε να συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως ένα περίτριμμα όπως το έχουν αλέσει οι μυλόπετρες της Ιστορίας.

- Post Down -

Comments are closed.