- Advertisement -

Τα μυστήρια του καλοκαιριού: Οι ψίθυροι της Αμφιτρίτης

Τα μυστήρια του καλοκαιριού: Οι ψίθυροι της Αμφιτρίτης
3

- Advertisement -

Πέμπτη 19 Ιουνίου

Οι διακοπές είναι σαν τους πολιτικούς. Καλλιεργούν προσδοκίες, τις πληρώνεις ακριβά και στο τέλος απογοητεύεσαι.

Είχα φτάσει στην Αίγινα τρεις μέρες νωρίτερα αναζητώντας αυτό που οι τουριστικοί οδηγοί αποκαλούν γαλήνη και οι ψυχίατροι βιοχημική αναζωογόνηση εγκεφάλου.

Μαζί μου είχα τον Μάρλοου. Ο Μάρλοου είναι ένας ημίαιμος σκύλος ακαθόριστης καταγωγής αλλά απολύτως ξεκάθαρου χαρακτήρα. Δεν συμπαθεί τους μουσάτους, τους παπάδες και τα περιστέρια. Ειδικά αυτά.

Το ξενοδοχείο λεγόταν Αμφιτρίτη και ήταν ένα ανακαινισμένο τριώροφο πάνω στο λιμάνι φτιαγμένο μάλλον επί χούντας αλλά σίγουρα με την αισθητική της. Ο ιδιοκτήτης του, Σπύρος Καρανίκας, ήταν εβδομήντα χρονών, κακόκεφος και καχύποπτος. Ηταν ο τύπος που αν κέρδιζε το λαχείο θα παραπονιόταν για το χρώμα του λαχνού.

Το βράδυ της τρίτης μέρας καθόμουν στο μπαλκόνι διαβάζοντας και πίνοντας μπίρα.

Η ζέστη είχε υποχωρήσει. Από κάπου ακούγονταν μουσικές.

Κάποιοι άλλοι τσακώνονταν.

Υπάρχουν άνθρωποι που στις διακοπές κάνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα με την καθημερινότητα. Απλώς τα κάνουν φορώντας λινά ρούχα και σαγιονάρες. Κατέβηκα για μια βόλτα στη μικροσκοπική παραλία που βρισκόταν στα αριστερά της Αμφιτρίτης. Ο Μάρλοου ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου. Η αίσθηση της νοτισμένης άμμου ήταν αναζωογονητική. Μισή ώρα μετά επικρατούσε απόλυτη σιωπή.

Οταν τον είδα να σηκώνεται απότομα και να ορθώνει τα αυτιά, κατάλαβα ότι κάποιος είχε έρθει. Μάλλον καθόταν στο παγκάκι στο πάνω επίπεδο σε έναν χώρο που είχε διαμορφώσει ο Καρανίκας για τους πελάτες. Ξεχώρισα έναν ψίθυρο. Μετά έναν δεύτερο.

«Σήμερα;».

«Ετσι δεν είπαμε;».

«Και αν στραβώσει;» .

Μετά ειπώθηκε κάτι ακατάληπτο.

«…… επτά».

«Δεν τον εμπιστεύομαι».

Ο Μάρλοου γάβγισε την πιο ακατάλληλη στιγμή. Πρόλαβα μόνο να δω δύο σκιές να ανεβαίνουν βιαστικά τα κρυμμένα, πίσω από τις τεράστιες ομπρέλες, σκαλιά.

Δεν πέτυχα κανέναν στο ανέβασμα παρά μόνο τον Καρανίκα να προσπαθεί να χουφτώσει την Μαρίζα, μια πενηντάχρονη Γεωργιανή που δούλευε στο ξενοδοχείο μαζί με την κόρη της και φαινόταν να δυσανασχετεί. Μούγκρισε κάτι μέσα από τα δόντια του καθώς περνούσα. «Εχω παρά εγώ» συνέχισε την προσπάθεια. Ηταν τύφλα.

***

Παρασκευή 20 Ιουνίου

 Το επόμενο πρωί ήταν νεκρός. Τον βρήκε η Μαρίζα στην αποθήκη πίσω από τη ρεσεψιόν με ένα μαχαίρι μπηγμένο στην καρδιά να κολυμπάει στο αίμα. Από πάνω του έχασκε ορθάνοικτη η πόρτα του άδειου χρηματοκιβωτίου.

Οι ψίθυροι της χθεσινής νύχτας στριφογύριζαν στο μυαλό μου.

Μερικές ώρες αργότερα η Αμφιτρίτη είχε γεμίσει αστυνομικούς. Επικεφαλής ήταν κάποιος Λουκίδης, ένας ψηλόλιγνος μυστακοφόρος αστυνόμος που είχε έρθει από τα κεντρικά και έμοιαζε ξύπνιος. Μαζί του ήταν άλλοι δύο, ο ένας διοικητής του τοπικού τμήματος και το κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών που έπιασε αμέσως δουλειά. Ερυθρόλευκες κορδέλες, φωτογραφίες, μετρήσεις, αποτυπώματα, σακούλες.

Η ανάκριση γινόταν στο καθιστικό. Δεν προέκυψε τίποτα χρήσιμο. Κανείς δεν είχε δει ή ακούσει τίποτα, κανείς δεν γνώριζε τον Καρανίκα ή την ύπαρξη χρηματοκιβωτίου μέχρι να το δει ανοικτό. Η ξανθιά, που μιλούσε σπάνια προτιμώντας συνήθως την παρέα ενός αστυνομικού βιβλίου και ενός μαρτίνι, είπε ότι την πήρε ο ύπνος αργά αλλά δεν θυμόταν ώρα, «διακοπές είμαστε, διάολε», οι δύο φωτογράφοι βεβαίωσαν ότι έπιναν μπίρες έως τη μία σχεδιάζοντας το πρόγραμμα της επομένης, ο ευγενής γενειοφόρος συμβολαιογράφος, πρώτη φορά στο νησί, δήλωσε ότι συνηθίζει να κοιμάται πριν από τις δέκα, ακόμα και στις διακοπές του. Η Μαρίζα, δεν αναφέρθηκε στο χθεσινοβραδινό σκηνικό και εγώ δεν είχα καμία διάθεση να τη διαψεύσω. Είχε φύγει κατά τις δωδεκάμισι από το ξενοδοχείο, ενώ η κόρη της είχε σχολάσει από τις έντεκα. Το ζευγάρι, που έμενε δίπλα μου και τσακωνόταν συνέχεια ακόμα και σε δημόσια θέα, δεν πρόσφερε τίποτα πέραν της σιγουριάς τους για την ώρα που κοιμήθηκαν βλέποντας ταινία.

Οταν τελείωσε η παράσταση των καταθέσεων, βγήκα έξω να πάρω αέρα.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει πάνω από το λιμάνι. Τα νερά έλαμπαν σαν τσαλακωμένο αλουμινόχαρτο και ένα μικρό καΐκι περνούσε αργά μπροστά από τις ψαρόβαρκες. Ολα έμοιαζαν βγαλμένα από τουριστικό φυλλάδιο. Ολα εκτός από τον νεκρό.

Κατέβηκα στην παραλία.

Ο Μάρλοου με ακολούθησε νωχελικά. Η ζέστη τον έκανε νωθρό. Κάθισα στο παγκάκι ενώ εκείνος έσκαβε μανιασμένα προσδοκώντας να βρει δροσερό έδαφος. Το αριστερό του πόδι αποκάλυψε ένα διπλωμένο χαρτί. Το διάβασα. Εγραφε «317». Μόνο αυτό. Το έβαλα στην τσέπη μου. Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι καθόμουν στο σημείο από όπου είχα ακούσει τους ψιθύρους το προηγούμενο βράδυ.

«…επτά».

«Δεν τον εμπιστεύομαι».

Εμεινα κάμποσο να χαζεύω τη θάλασσα, πετώντας βότσαλα και προσπαθώντας να βάλω μια σειρά στις σκέψεις μου. Δεν συνάντησα κανέναν ανεβαίνοντας στο ξενοδοχείο, μόνο τον ουρανό που είχε αρχίσει να σπάει σε πορτοκαλί και βαθύ μπλε, σαν να δυσκολευόταν να αποφασίσει.

Το κλίμα είχε χαλάσει και οι ένοικοι περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους απομονωμένοι στα δωμάτιά τους. Κανείς δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες, όπως κανείς δεν ένιωθε πια πως έκανε διακοπές. Το μόνο που υπήρχε ήταν μια αίσθηση αναμονής.

Σάββατο 21 Ιουνίου, πρωί

Κατέβηκα στο καθιστικό πιο αργά από ό,τι συνήθως κουβαλώντας έναν σάκο με τα έγγραφα. Κόντευε έντεκα αλλά εγώ είχα κοιμηθεί σκάρτες τρεις ώρες. Αυτό που αντίκρισα ήδη από το κεφαλόσκαλο ήταν τους δύο φωτογράφους με βραχιολάκια στα χέρια να ετοιμάζονται να φύγουν από το ξενοδοχείο συνοδεία τεσσάρων γεροδεμένων και καλά οπλισμένων αστυνομικών. Ο Λουκίδης στεκόταν στη μέση του καθιστικού.

«Τι έχουμε εδώ, αστυνόμε;», ρώτησα φτάνοντας κοντά του. Στον χώρο ήταν μόνο η ξανθιά που παρατηρούσε με ενδιαφέρον πίνοντας καφέ.

«Ρωτάτε από επαγγελματική διαστροφή, κύριε Δανέζη;».

«Ας το πούμε και έτσι».

«Το μαχαίρι είχε καθαριστεί. Αλλά τα σαΐνια του εργαστηρίου ταυτοποίησαν γενετικό υλικό του ενός πάνω στο χείλος του χρηματοκιβωτίου και μισό αποτύπωμα του άλλου στο τραπεζάκι. Ηταν απρόσεκτοι. Κάναμε έρευνα στα πράγματά τους αλλά δεν βρήκαμε τίποτα. Ευτυχώς, με έναν ανιχνευτή μετάλλων εντοπίσαμε θαμμένο, λίγα μέτρα από την παραλία, ένα μεταλλικό κουτί με διαρρηκτικά εργαλεία και τα κλεμμένα χρήματα».

«Ομολόγησαν;».

«Αντεξαν λιγότερο από τρεις ώρες. Παραδέχθηκαν τη διάρρηξη. Οχι όμως τον φόνο. Λένε ότι δεν είδαν πουθενά τον ξενοδόχο».

Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω.

«Μετά άρχισαν κάτι παλαβά ότι κάποιος τους έβαλε να το κάνουν. Οταν τους ρώτησα ποιος ήταν αυτός, μου απάντησαν ότι δεν είχαν δει το πρόσωπό του. Ασυναρτησίες, σου λέω. Ο τύπος τους έβαλε, λέει, να ληστέψουν τον Καρανίκα, τους εξήγησε όλες τις λεπτομέρειες και το μόνο που ήθελε ήταν κάτι χαρτιά. Εχω ακούσει βλακείες στη ζωή μου αλλά αυτό…».

Παρασκευή 20 Ιουνίου, βράδυ

 

Ηταν περίπου μεσάνυχτα όταν κατέβηκα στην έρημη ρεσεψιόν. Ξεκρέμασα το κλειδί του 317 από τον γάντζο και προχώρησα προς την άκρη του άδειου διαδρόμου.

Η Αμφιτρίτη είχε ησυχάσει με έναν τρόπο σχεδόν αφύσικο, σαν να κρατούσε την ανάσα της.

Το δωμάτιο μύριζε κλεισούρα και υγρασία.

Στην αρχή δεν είδα τίποτα. Ξεκίνησα να ψάχνω παντού χωρίς να ξέρω στην πραγματικότητα τι ψάχνω. Μερικά λεπτά αργότερα άρχισα να συμβιβάζομαι με τη σκέψη ότι είχα κάνει λάθος.

Βαδίζοντας προς την πόρτα ένιωσα το πάτωμα να έχει υποχωρήσει σε ένα σημείο.

Εσκυψα. Ενας φάκελος ήταν κρυμμένος κάτω από μια χαλαρή σανίδα. Τον τράβηξα προσεκτικά.

Μέσα υπήρχαν έγγραφα. Συμβόλαια, σχέδια, εξουσιοδοτήσεις. Εβαλα τον φάκελο κάτω από τη μασχάλη και ανέβηκα στο δωμάτιο. Ανοιξα μια μπίρα και άναψα τσιγάρο. Η νύχτα προβλεπόταν μακριά. Οταν ξάπλωσα είχε αρχίσει να χαράζει. Τα μάτια μου έκλειναν από την κούραση, αλλά το μυαλό συνέχιζε να γυρίζει τις ίδιες σελίδες ξανά και ξανά.

***

Πέμπτη 12 Ιουνίου

Ο άντρας με το λινό σακάκι και το σταχτί μούσι άναψε τσιγάρο χωρίς να κοιτάζει τους άλλους δύο. Ο καπνός στάθηκε πάνω από το τραπέζι τους σαν μικρό σύννεφο. Το φως του πορτατίφ, το μοναδικό στο δωμάτιο, ήταν γυρισμένο με τέτοιο τρόπο που έκρυβε τα χαρακτηριστικά του.

«Υπάρχουν καλά λεφτά μέσα».

Οι άλλοι δύο αντάλλαξαν βλέμματα.

«Είσαι σίγουρος;».

«Απολύτως».

«Και πού το ξέρεις;».

Ο άντρας με το μούσι χαμογέλασε. Του άρεσαν αυτοί οι τύποι.

«Εχω τον τρόπο μου».

Εσπρωξε ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα στο τραπέζι.

«Η αποθήκη είναι εδώ».

Ο δείκτης κινήθηκε στο χαρτί.

«Το χρηματοκιβώτιο εδώ».

«Και το κλειδί;».

«Το έχει ο γέρος στην αρμαθιά με τα κλειδιά. Μόνο όταν κοιμάται τα αφήνει».

«Αν μας δει;».

Ο τύπος με το λινό σακάκι μόρφασε.

«Κοιμάται σαν αρκούδα σε χειμερία νάρκη».

Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή.

«Και εσύ τι βγάζεις από όλο αυτό;».

«Τα είπαμε αυτά. Εγώ θα πάρω αυτό που μου ανήκει».

Ο κοντοκουρεμένος έβγαλε έναν περίεργο ήχο.

«Χαρτιά αντί για λεφτά. Πολύ περίεργος είσαι, φίλε».

«Θα σε συμβούλευα να κοιτάς τη δουλειά σου. Λοιπόν…».

***

Σάββατο 20 Ιουνίου, πρωί

Εβγαλα τον φάκελο από τον σάκο και τον ακούμπησα στο τραπεζάκι.

«Θες να ρίξεις μια ματιά πριν φύγεις, αστυνόμε;».

Ο Λουκίδης έδειξε να ξαφνιάζεται. Ανοιξε τον φάκελο. Αρχισε να ξεφυλλίζει.

Στην τρίτη σελίδα σταμάτησε. Στην πέμπτη σήκωσε το βλέμμα.

«Σαν να αλλάζει το πράγμα, ε;», είπε κλείνοντάς μου το μάτι. Στράφηκε στον αρχιφύλακα που στεκόταν πίσω μου.

«Ρεμούνδο, φέρτε μου τον Βελή».

***

Ο συμβολαιογράφος είχε την ηρεμία του νεκρού. Εμοιαζε παραδομένος. Το βλέμμα του δεν άφηνε τον φάκελο. Ξεκίνησε χωρίς να ερωτηθεί.

«Πριν από τριάντα χρόνια έμπλεξα σε ένα κύκλωμα. Ακίνητα αγνώστων ιδιοκτητών, πλαστά συμβόλαια, ψεύτικες χρησικτησίες. Ο Καρανίκας ήταν από αυτούς που ωφελήθηκαν, δούλευε για μένα τότε. Κράτησε αντίγραφα. Από όλα. Για ασφάλεια. Οταν κατάλαβα τι είχε στα χέρια του, ήταν ήδη αργά. Με κρατούσε δεμένο».

Εσκυψε το κεφάλι.

«Οι φωτογράφοι ήταν οι χρήσιμοι ηλίθιοι της ιστορίας;», τον ρώτησα.

«Ηταν κτήνος. Δεν θα σταματούσε ποτέ. Ημουν εδώ για να του δώσω πάλι λεφτά», απάντησε λες και δεν με άκουσε.

«Τον σκότωσες πριν ή μετά την κλοπή;», ρώτησε ο Λουκίδης.

«Μετά».

Κανείς δεν μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα.

Από το ανοιχτό παράθυρο ακούστηκε ένα καράβι να σφυρίζει αφήνοντας το λιμάνι.

Ενα περιστέρι προσγειώθηκε στο περβάζι. Ο Μάρλοου πετάχτηκε γρυλίζοντας.

Κάποια πράγματα, δεν αλλάζουν ποτέ.

Το τελευταίο βιβλίο του Αντυ Βρόσγου είναι «Ο μαύρος γάτος», Αλεξάνδρεια 2024

- Post Down -

Comments are closed.