- Advertisement -

Δεν πιστεύεις στα μάτια σου καθώς περπατάς στην οδό Βαλαωρίτου. Ενα αερόπλοιο σχεδόν έξι μέτρα μήκος, και με γύρω στα δύο και κάτι διάμετρο, δεσπόζει στον κεντρικό χώρο της γκαλερί «έκφραση – Γιάννα Γραμματοπούλου». Ο αλουμινένιος κορμός του, δίχως πανί, με τους άξονες και τους συνδέσμους προβάλλει σε κοινή θέα. Δίπλα του ένα κομμάτι ξύλο από ράγα τρένου παίζει τον ρόλο του αντίβαρου με ένα μεταλλικό χερούλι από καρότσα φορτηγού. Τεράστιοι αμερικανικοί προβολείς ρίχνουν φως, δημιουργώντας την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε ένα εργαστήριο με μια κατασκευή που έχει μείνει ημιτελής.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για τη νέα εγκατάσταση του Απόλλωνα Γλύκα, που αποφάσισε να καταπιαστεί με ένα σπάνιο αντικείμενο το οποίο για δεκαετίες βρισκόταν στο υπόγειο του πατρικού του: ένα διαφημιστικό αερόπλοιο των χρόνων του ’50-’60. Οι γονείς τού καλλιτέχνη, φωτογράφοι που ζούσαν από την τουριστική φωτογραφία, το φούσκωναν, σπανίως είναι η αλήθεια, με ήλιο, το έδεναν και κρεμούσαν από κάτω ένα πανό. Εμοιαζε, εξηγεί, πιο κοντά σε μπαλόνι παρά σε Ζέπελιν: χωρίς κινητήρα, χωρίς ταξίδια, μόνο ένα σημείο στον ουρανό να διαφημίζει κάτι.
Οταν ο ίδιος προσπάθησε να το ξαναστήσει, το αερόπλοιο δεν φούσκωσε ποτέ. Ετσι αποφάσισε να φτιάξει έναν σκελετό με πρώτη ύλη κυρίως μπανέλες αντίσκηνου, που επιτρέπουν στην κατασκευή να διατηρήσει τον πτυσσόμενο χαρακτήρα της και παράλληλα να είναι εύκολη η μεταφορά της. Με βάρος μόλις 20-25 κιλά, αποσυναρμολογείται και χωράει σε έναν μπλε σάκο, με κεντημένη τη λευκή επιγραφή Airborne: το όνομα της εταιρείας κατασκευής του αερόπλοιου που έδωσε και τον τίτλο της έκθεσης. Στο εσωτερικό του τα λευκά πανιά περιμένουν τη δική τους ευκαιρία να αποκαλυφθούν.
Γύρω από τον σκελετό, δεκατρία κάδρα. Εικόνες από την Αρεόπολη, τα Τζουμέρκα, την Ερμιόνη, την Ουρανούπολη, τα Μέθανα, το Παρίσι, όλες λήψεις τις τελευταίας 20ετίας. Ολες λήψεις από ψηλά, που συνειρμικά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έγιναν από το Ζέπελιν. Τα φιλμ τα σκανάρει, επεμβαίνει ψηφιακά, τα τυπώνει ξανά σε φιλμ και τα περνά τελικά από τον σκοτεινό θάλαμο, πάνω σε ληγμένα φωτογραφικά χαρτιά, κάποια από τη δεκαετία του ’70. Τα κάδρα, που ταιριάζουν στο χρώμα με την πατίνα των χαρτιών, έχουν όλα το ίδιο μέγεθος, 50×60 εκ., για να μπαίνουν κι αυτά στον σάκο. Τη σύνθεση συνοδεύουν κοκκινωπά σχέδια με σαγκουίνι, αλλά κι ένας «σκοτεινός θάλαμος» στον υπόγειο χώρο τής γκαλερί, όπου ο καλλιτέχνης έχει συγκεντρώσει πολλές αποτυχημένες απόπειρες εκτύπωσης φωτογραφικών καρέ σε χαρτιά που δεν παράγονται πια, μερικά από τα οποία δεν βρίσκονται πλέον ούτε σε διαδικτυακές δημοπρασίες.
Στόχος το άχρονο: «Να μην καταλαβαίνεις αν η εικόνα είναι του 1940 ή του 2040», λέει ο Απόλλων Γλύκας. Οι φωτογραφίες γίνονται έτσι ίχνη από ταξίδια που το αερόπλοιο δεν έκανε ποτέ, ένα μεταφορικό οδοιπορικό, πάνω σε μια οικογενειακή ιστορία τριών γενιών φωτογράφων: ο παππούς του, οι γονείς του και ο ίδιος.
Σε αυτή την έκθεση ό,τι έπρεπε να είναι ψηλά είναι κάτω, ό,τι έπρεπε να είναι έξω είναι μέσα. Ο εικαστικός δουλεύει συχνά με ready – made αντικείμενα που τα μεταλλάσσει. Τα αφήνει να προκαλούν το βλέμμα και τη σκέψη του θεατή με την αμφισημία που επισημαίνει ο Ηράκλειτος ότι χαρακτηρίζει τους δελφικούς χρησμούς. Ο,τι θα περίμενε δηλαδή κάποιος από έναν Απόλλωνα.
Comments are closed.