- Advertisement -

Η ατμοσφαιρική ρύπανση αποτελεί εδώ και χρόνια αναγνωρισμένο παράγοντα κινδύνου για την καρδιαγγειακή και την αναπνευστική υγεία. Νέα μελέτη έρχεται τώρα να προσθέσει στη μακρά λίστα και την υγεία των ματιών, καθώς τα ευρήματά της δείχνουν ότι η έκθεση σε υψηλότερα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γλαυκώματος και καταρράκτη.
Τα νέα δεδομένα, που παρουσιάστηκαν τη Δευτέρα στο 44ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Χειρουργών Καταρράκτη και Διαθλαστικής Χειρουργικής (ESCRS), προκάλεσαν αίσθηση. Πρόκειται για συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 41 παρατηρητικών μελετών, οι οποίες βασίστηκαν σε δεδομένα εκατομμυρίων ανθρώπων, κυρίως από την Ανατολική Ασία και το Ηνωμένο Βασίλειο, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων από τις μεγαλύτερες βάσεις δεδομένων για την υγεία των ματιών.
Τα ευρήματα. Οι ερευνητές εξέτασαν την έκθεση σε διαφορετικούς ρύπους, μεταξύ των οποίων τα αιωρούμενα σωματίδια PM₂.₅ και PM₁₀, το διοξείδιο του αζώτου, το διοξείδιο του θείου, το όζον και το μονοξείδιο του άνθρακα. Στη συνέχεια συνέκριναν τα επίπεδα ρύπανσης με τις διαγνώσεις γλαυκώματος, καταρράκτη και ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας.
Τα ευρήματα ήταν ιδιαίτερα έντονα για τα μικροσωματίδια PM₂.₅. Οσο υψηλότερη ήταν η έκθεση σε αυτά τόσο μεγαλύτερος εμφανιζόταν ο κίνδυνος γλαυκώματος. Μάλιστα, οι άνθρωποι που ζούσαν στις περισσότερο επιβαρυμένες περιοχές εμφάνιζαν έως και 70% υψηλότερες πιθανότητες να έχουν γλαύκωμα σε σύγκριση με όσους ζούσαν σε περιοχές με χαμηλότερα επίπεδα ρύπανσης.
Ανάλογη συσχέτιση καταγράφηκε και για τον καταρράκτη. Tα άτομα που κατοικούσαν σε περιοχές με μεγαλύτερη ατμοσφαιρική επιβάρυνση εμφάνιζαν σταθερά υψηλότερο κίνδυνο, με τα δεδομένα να δείχνουν ότι ο κίνδυνος αυξανόταν όσο ανέβαιναν τα επίπεδα ρύπανσης.
«Γνωρίζουμε εδώ και χρόνια ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση βλάπτει τους πνεύμονες και την καρδιά, αλλά οι επιπτώσεις της στα μάτια έχουν μελετηθεί πολύ λιγότερο», δήλωσε ο Dr Ahmed Alnabihi από το King Khaled Eye Specialist Hospital and Research Center στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος παρουσίασε τα ευρήματα.
Οι παθήσεις όπως το γλαύκωμα και ο καταρράκτης, ανέφερε πως χαρακτηρίζονται συχνά ως «σχετιζόμενες με την ηλικία», όμως η πιθανότητα ένας περιβαλλοντικός παράγοντας να επιταχύνει την εμφάνισή τους «αλλάζει τον τρόπο σκέψης μας» και δημιουργεί περιθώρια για παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τον κίνδυνο.
Σύμφωνα με την Dr Filomena Ribeir, πρώην πρόεδρο της ESCRS και διευθύντρια του Οφθαλμολογικού Τμήματος στο Hospital da Luz της Λισαβόνας, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, ο καταρράκτης αποτελεί την κύρια αιτία απώλειας όρασης παγκοσμίως και αφορά περίπου 94 εκατομμύρια ανθρώπους. Το γλαύκωμα, από την άλλη, προκαλεί βλάβη στο οπτικό νεύρο και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια όρασης εάν δεν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα, ενώ παγκοσμίως επηρεάζει περίπου 7,7 εκατομμύρια ανθρώπους.
«Και οι δύο παθήσεις γίνονται συχνότερες καθώς γερνάμε, αλλά η μελέτη αυτή υποδεικνύει ότι τα άτομα που εκτίθενται σε υψηλότερα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης διατρέχουν επίσης μεγαλύτερο κίνδυνο», σημείωσε η ίδια, υπογραμμίζοντας ότι η υγεία των ματιών προστίθεται πλέον στον αυξανόμενο κατάλογο των λόγων για τους οποίους η ποιότητα του αέρα αποτελεί ζήτημα δημόσιας υγείας.
Τι ισχύει στην Ελλάδα. Περισσότερες από 5 εκατομμύρια επεμβάσεις καταρράκτη πραγματοποιήθηκαν στην ΕΕ το 2023, όπως προκύπτει από πρόσφατη έκθεση της Eurostat, αριθμός που αντιστοιχεί σε 1.118 εγχειρήσεις ανά 100.000 κατοίκους. Εστιάζοντας, δε, κανείς στην Ελλάδα διαπιστώνει ότι την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκαν περίπου 99.000 επεμβάσεις, καθώς εκτιμάται ότι περίπου επτά στους 10 πολίτες 75 ετών και άνω εμφανίζουν θόλωση του οφθαλμικού φακού.
Αναφορικά, δε, με το γλαύκωμα υπενθυμίζεται ότι αποτελεί τη συχνότερη αιτία μη αναστρέψιμης τύφλωσης παγκοσμίως. Αναλυτικότερα, η συχνότητά του ανέρχεται περίπου στο 2,5% στα άτομα άνω των 45 ετών και αυξάνεται σημαντικά όσο μεγαλώνει η ηλικία. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα δεδομένα της μεγάλης επιδημιολογικής μελέτης Thessaloniki Eye Study, η συχνότητα φτάνει το 5,5% σε ηλικίες άνω των 60 ετών. Συνεπώς, και με βάση τα πληθυσμιακά στοιχεία, εκτιμάται ότι περίπου 170.000 Ελληνες άνω των 60 ετών πάσχουν από γλαύκωμα.
Comments are closed.