- Advertisement -

«Οι λέξεις μύθος και πλάνη που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας θα έλεγα ότι είναι υπερβολικές, αν όχι προκλητικές», λέει στα «ΝΕΑ» ο αρχιτέκτων, ακαδημαϊκός, πρόεδρος της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως και ο πλέον αναγνωρισμένος μελετητής των μνημείων της Ακρόπολης και δη του Παρθενώνα, Μανόλης Κορρές. Και επισημαίνει ότι το θέμα των εκλεπτύνσεων του Παρθενώνα συνδέεται κυρίως με τον τρόπο που βλέπει ο καθένας μας. «Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την οπτική ικανότητα να βλέπουν αυτό ακριβώς που έχουν απέναντί τους. Υπάρχουν κι εκείνοι που βλέπουν εγκεφαλικά, την ιδέα αυτού που έχουν απέναντί τους. Δεν βλέπουμε όλοι τα ίδια», εξηγεί, ενώ προσθέτει – με μια δόση χιούμορ – ότι οι μαθηματικοί δεν είναι οι πλέον κατάλληλοι για να συζητούν τέτοια θέματα καθώς είναι προτιμότερο να μη βλέπουν καλά για να μην αποσπάται η προσοχή τους, καθώς δουλεύουν με ένα αφηρημένο αντικείμενο.
«Ο τίτλος της μελέτης “Η ψευδαίσθηση των ψευδαισθήσεων: δεν υπάρχουν οπτικές διορθώσεις στον Παρθενώνα” δεν δημιουργεί μεγάλη αντιπαράθεση, δεδομένου ότι είναι σωστή αυτή η θέση: δεν υπάρχουν πλην των αετωμάτων. Δεν λέει όμως ότι δεν υπάρχουν εκλεπτύνσεις.
Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι για να φτιάξει ένας καλλιτέχνης έναν τέλειο κύκλο ή μια παραβολή, δεν χρειάζεται να ξέρει μαθηματικά. Λειτουργεί με το συναίσθημα. Το αναφέρει άλλωστε και ο Ηλιόδωρος ο Λαρισαίος (σ.σ. μαθηματικός του 1ου αι. π.Χ.) ότι απόκειται στον αρχιτέκτονα να σχεδιάζει όχι ως προς το τι είναι, αλλά κατά πως φαίνεται.
Είναι μία μελέτη καλύτερη από κάποιες άλλες που έχουμε διαβάσει, αλλά ουσιαστικά δεν κομίζει κάτι καινούργιο. Ο πρώτος όμως που είδε τις εκλεπτύνσεις του Παρθενώνα είναι ο βαυαρός αρχιτέκτονας Γιόζεφ Χόφερ το 1838, ο οποίος εξήγησε ότι οι εκλεπτύνσεις δεν γίνονται ως απάντηση σε μια απάτη, αλλά συνειδητά για να δώσει στο μνημείο τον παλμό και το σφρίγος των έμβιων όντων. Και όλοι όσοι έχουν μελετήσει τον Παρθενώνα θεωρούν ότι οι εκλεπτύνσεις έχουν καθαρά αισθητικό χαρακτήρα και δεν συνδέονται με την απορροή υδάτων.
Αλλωστε οι εκλεπτύνσεις δεν εμφανίζονται μόνο στον Παρθενώνα, αλλά ο Ικτίνος επέλεξε να τις κάνει κατά 80% πιο έντονες σχετικά με τον προπαρθενώνα, ενώ στα Προπύλαια ο Μνησικλής επέλεξε να τις κάνει ακόμη πιο έντονες, διότι ήθελαν το κάθε κτίριο να έχει μυϊκό τόνο, να γίνει είναι αγαλματικό, να προκαλεί δηλαδή αγαλλίαση», καταλήγει ο Μανόλης Κορρές.
Comments are closed.