- Advertisement -

Με το κεφάλι κάτω

Με το κεφάλι κάτω
46

- Advertisement -

Κάιρο, 25 Ιανουαρίου 2016. Το θερμόμετρο δείχνει εννέα βαθμούς Κελσίου. Οι δρόμοι είναι σχεδόν άδειοι. Δεν είναι μια συνηθισμένη βραδιά. Ακριβώς πέντε χρόνια νωρίτερα, στις 25 Ιανουαρίου 2011, χιλιάδες Αιγύπτιοι είχαν αρχίσει να κατευθύνονται προς την πλατεία Ταχρίρ, στην καρδιά του Καΐρου.

Ταχρίρ σημαίνει «Απελευθέρωση» και για δεκαοκτώ ημέρες η πλατεία είχε γίνει το κέντρο του κόσμου: σκηνές, οδοφράγματα, συγκρούσεις με την αστυνομία, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που ζητούσαν ψωμί, ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη και το τέλος του καθεστώτος του Χόσνι Μουμπάρακ. Τελικά ο Μουμπάρακ έφυγε.

Πέντε χρόνια αργότερα, στην εξουσία βρισκόταν ο Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι, ο στρατός είχε επιστρέψει στο επίκεντρο και η Ταχρίρ εξακολουθούσε να προκαλεί φόβο. Το Κάιρο βρισκόταν, λοιπόν, εκείνο το βράδυ σε κατάσταση αυξημένης επιτήρησης. Αστυνομικοί, στρατιωτικοί, άνδρες με πολιτικά. Μπλόκα. Ελεγχοι. Ελάχιστος κόσμος στους δρόμους.

Στις επτά το βράδυ, ο Τζούλιο Ρετζένι βρίσκεται μπροστά στον υπολογιστή, στο διαμέρισμά του στο Ντόκι, μια συνοικία του Καΐρου, όπου μένει εδώ και τέσσερις μήνες. Είναι 28 χρόνων, μεγάλωσε στο Φιουμιτσέλο της Ιταλίας, σπούδασε στο εξωτερικό, έμαθε αραβικά, φοίτησε στο Λιντς και το Κέιμπριτζ, εργάστηκε στην Oxford Analytica και στη συνέχεια επέλεξε την έρευνα.

Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, με αντικείμενο μελέτης τα αιγυπτιακά συνδικάτα, και εκείνο το βράδυ πρόκειται να συναντήσει τον Τζενάρο Τζερβάζιο, καθηγητή και ειδικό στην αιγυπτιακή ιστορία, έναν από τους ανθρώπους στους οποίους απευθυνόταν για καθοδήγηση στο Κάιρο.

Στις 19.38 οι δυο τους μιλούν στο τηλέφωνο και κανονίζουν το ραντεβού: είκοσι πέντε λεπτά αργότερα, μπροστά στο εστιατόριο Gad, στην πλατεία Μπαμπ ελ-Λουκ, όχι μακριά από την πλατεία Ταχρίρ. Στις 19.41 ο Τζούλιο στέλνει ένα τελευταίο μήνυμα στη σύντροφό του. Στις 19.51 και 43 δευτερόλεπτα, το τηλέφωνό του συνδέεται για τελευταία φορά με την κυψέλη G1326 του μετρό Ντόκι. Επειτα σβήνει. Ο Τζενάρο Τζερβάζιο τον περιμένει. Ο Τζούλιο δεν φτάνει.

Το κατακρεουργημένο του σώμα θα βρεθεί στις 3 Φεβρουαρίου 2016 στην άκρη του αυτοκινητόδρομου Καΐρου-Αλεξάνδρειας. Αναγνωρίζεται από τον ιταλό πρέσβη, έπειτα από τη μητέρα του, που έχει σπεύσει στο Κάιρο. Χρόνια αργότερα, η Πάολα Ρετζένι θα χρησιμοποιήσει μια φράση που έγινε σύμβολο αυτής της υπόθεσης: «Σε εκείνο το πρόσωπο, είδα όλο το κακό του κόσμου».

Η νεκροψία γίνεται στη Ρώμη. Δείχνει κατάγματα, εγκαύματα, τομές, σπασμένα δόντια, κακώσεις στα χέρια και στα πόδια, έναν σπασμένο καρπό, ωμοπλάτες, βραχιόνιο οστό, περόνες. Οι ειδικοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα τραύματα προκλήθηκαν σε διάστημα αρκετών ημερών, με περιόδους βίας να εναλλάσσονται με διαστήματα παύσης.

Ο Τζούλιο ήταν ένας άγνωστος, διαβεβαιώνουν οι αιγυπτιακές Αρχές. Η αστυνομία δεν τον είχε συλλάβει ποτέ, δεν υπήρχε καμία έρευνα σε βάρος του. Στη συνέχεια αρχίζουν να διατυπώνονται σενάρια. Τροχαίο. Ληστεία. Σεξουαλικά ζητήματα. Ναρκωτικά. Τέλη Μαρτίου 2016, οι αιγυπτιακές Αρχές εμφανίζουν τους πέντε δολοφόνους. Είναι μια εγκληματική συμμορία που ειδικευόταν στη ληστεία αλλοδαπών, εξηγούν· είχαν σκοτωθεί λίγες ώρες νωρίτερα σε ανταλλαγή πυρών με τις δυνάμεις ασφαλείας. Στο σπίτι του ενός, βρίσκεται μια τσάντα με το διαβατήριο του Τζούλιο, τη φοιτητική ταυτότητα, το πορτοφόλι του.

Για να μην πολυλογούμε, πέντε άνδρες σκοτώθηκαν και παρουσιάστηκαν ως οι δολοφόνοι του.

Υστερα από δέκα χρόνια σιωπής, παραπλανητικών ενεργειών, εγγράφων που δεν δόθηκαν και ανθρώπων που εξαφανίστηκαν, η ιταλική Δικαιοσύνη έκρινε την Τρίτη ενόχους τρεις άνδρες, όλοι πράκτορες της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας της Αιγύπτου, για την απαγωγή του Τζούλιο Ρετζένι, καταδικάζοντάς τους σε δέκα χρόνια φυλάκιση τον καθένα. Οχι για τη δολοφονία ή τα βασανιστήρια, για την απαγωγή. Δύσκολο να αποδειχθεί τι έγινε πίσω από τις κλειστές πόρτες των κρατικών υπηρεσιών, όταν το ίδιο το κράτος δεν συνεργάζεται. Οι κατηγορούμενοι, οι τρεις που καταδικάστηκαν, ένας ακόμα που αθωώθηκε, δικάστηκαν ερήμην. Οι αιγυπτιακές Αρχές δεν έδωσαν ποτέ ούτε καν τις διευθύνσεις κατοικίας τους.

Υπάρχει, όμως, πια μια δικαστική απόφαση. Η Ρώμη μπορεί να ζητήσει την έκδοση των τριών, καθώς και την καταβολή των 500.000 ευρώ που το δικαστήριο έκρινε άμεσα εκτελεστά, ως μέρος μιας συνολικής αποζημίωσης δύο εκατομμυρίων ευρώ.

Αλλά ο υπουργός Εξωτερικών, Αντόνιο Ταγιάνι, που έγινε δεκτός πριν από μόλις λίγες εβδομάδες από τον πρόεδρο Αλ-Σίσι, έσπευσε να δηλώσει πως «δεν καταδικάστηκε η Αίγυπτος, αλλά τρία πρόσωπα» και η πρωθυπουργός, Τζόρτζια Μελόνι, να υπενθυμίσει πως η απόφαση είναι ακόμα πρωτόδικη, επομένως «όλα θα πρέπει να γίνουν με τον τρόπο και στον χρόνο που θα είναι αναγκαίος». Σύμβουλοί της επισημαίνουν τη σημασία του Καΐρου στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, στο λιβυκό μέτωπο, στη Γάζα και στο Σουδάν, στον τομέα της ενέργειας και του πετρελαίου, στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, στην προσπάθεια να ανοίξει ξανά ο θαλάσσιος διάδρομος μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.

«Πώς συμβιβάζεται – αναρωτιόταν χθες στη “Repubblica” ο Μάσιμο Αντινόλφι – η εθνικιστική ρητορική που επί χρόνια αντηχεί αδιάκοπα στα αφτιά των Ιταλών, και τώρα ακούγεται πιο δυνατά από ποτέ, με μια τόσο φοβισμένη και υποτακτική σιωπή;». Μα το βλέπουμε συχνά: πατριωτισμός στα λόγια, σκυμμένο κεφάλι μπροστά σε ισχυρούς και δικτάτορες.

- Post Down -

Comments are closed.