- Advertisement -

«Οταν με πήραν τηλέφωνο και μου το είπαν, άρχισα να τρέμω. Οι φοβίες επανήλθαν». Με αυτά τα λόγια η Μαρία Καραγιάννη περιγράφει τη στιγμή που πληροφορήθηκε τις πρόσφατες συλλήψεις για τον εμπρησμό της τράπεζας Marfin τον Μάιο του 2010. Μιλώντας στα «ΝΕΑ» ανακαλεί τις δραματικές εκείνες ώρες που στοίχισαν τη ζωή σε τρεις συναδέλφους της, ενώ αναφορικά με στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες, λέει πως «δεν την πείθουν».
Η Καραγιάννη εργαζόταν στο κατάστημα της τράπεζας στη Σταδίου από το 1998. Το μοιραίο πρωινό της 5ης Μαΐου πραγματοποιούνταν στο κέντρο της Αθήνας μία από τις μαζικότερες διαδηλώσεις κατά της ψήφισης του πρώτου μνημονίου. Η έμπειρη υπάλληλος θυμάται σήμερα ότι υπήρχε μια ανησυχία των εργαζομένων της Marfin, διότι ήταν φρέσκες οι μνήμες από πρόσφατες επεισοδιακές πορείες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Σύμφωνα με την ίδια μάλιστα, το συγκεκριμένο υποκατάστημα είχε δεχτεί άλλες δύο φορές επίθεση πριν από τον Μάιο του 2010, σε μία από τις οποίες είχε επιχειρηθεί και πάλι να καεί όσο βρίσκονταν μέσα υπάλληλοι.
Οι δραματικές ώρες της επίθεσης
Η περιγραφή της Καραγιάννη είναι γλαφυρή. Θυμάται ότι ήδη από τις δύο παρά δέκα το μεσημέρι η κατάσταση «μύριζε μπαρούτι». «Βλέπαμε από τον ημιώροφο παρατεταγμένα τα ΜΑΤ από κάτω και χαμός μπροστά στη Σταδίου», λέει. Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφάσισε μαζί με συναδέλφους της να ασφαλίσουν στο υπόγειο κάποιες επιταγές που υπήρχαν. «Και εκείνη την ώρα ακούω πολύ δυνατά να σπάει η τζαμαρία στο ισόγειο. Και μετά τα ουρλιαχτά των συναδέλφων που τους παρακαλούσαν να μην το ρίξουν: “Μη ρίχνεις τη φωτιά, είμαστε άνθρωποι μέσα”».
Εκείνη την ημέρα στο κτίριο ήταν συνολικά 23 άτομα. Τρία από αυτά έχασαν τη ζωή τους: η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών, έγκυος, ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών και η Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών. Η Μαρία Καραγιάννη ήταν η τελευταία που απεγκλωβίστηκε. Είχε καταφέρει να βγει σε ένα από τα μπαλκόνια του τρίτου ορόφου μαζί με μια συνάδελφό της. «Αρχισε να είναι ακόμα πιο έντονος ο καπνός και ας ήμασταν έξω. Δεν βλέπαμε πού να πατήσουμε», λέει και θυμάται τα τσούξιμο στα μάτια και τη δυσκολία στην αναπνοή. «Ο οισοφάγος ένιωθες ότι έχει φράξει, σαν να έχεις μαύρη πίκρα μέσα σου. Ημασταν έξω και η κατάσταση ήταν ανυπόφορη, απάνθρωπη. Πόσο μάλλον οι άλλοι που ήταν μέσα στο κτίριο».
Από εκείνες τις στιγμές υπάρχει και ένα χαρακτηριστικό φωτογραφικό καρέ που δείχνει την Καραγιάννη στο μπαλκόνι να φωνάζει έντρομη, όσο πίσω της έβγαιναν μαύροι καπνοί. Με τη βοήθεια των πυροσβεστών, που στο μεταξύ έφτασαν στο σημείο, μπόρεσε και βγήκε τελικά από το κτίριο – περνώντας και πάλι από το εσωτερικό του. Οι εικόνες που θυμάται είναι συγκλονιστικές: «Μου έβαλαν αντιασφυξιογόνα μάσκα. Δύο πυροσβέστες μου φώτιζαν στα πόδια μου και εγώ περπατούσα. Μέσα ήταν ένα πράγμα σαν να είχε γίνει σεισμός. Ηταν μπάζα ακόμα και στον τρίτο όροφο. Δηλαδή τα σκαλιά με δυσκολία τα κατέβηκα και πάντα στη δέσμη φωτός που μου έδειχναν οι πυροσβέστες πού να πατήσω. Μέσα ήταν πίσσα, σκοτάδι· ο καπνός σαν να τον κόβεις με το μαχαίρι».
Το τραύμα που μένει
Εκτοτε, έχουν περάσει 16 χρόνια. Το 2013 καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό τρία στελέχη της τράπεζας για τους θανάτους και τους τραυματισμούς των υπαλλήλων και για έλλειψη μέτρων ασφαλείας. Επειτα, το 2016 το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας αθώωσε ομόφωνα δύο άτομα που είχαν παραπεμφθεί σε δίκη για την υπόθεση – ο ένας κατηγορούνταν για την επίθεση στην τράπεζα.
Για τους ανθρώπους που έζησαν από πρώτο χέρι την τραγωδία, όπως και για τους συγγενείς των θυμάτων, η πληγή μένει ανοιχτή. Η Καραγιάννη έκανε να βγει από το σπίτι της έναν μήνα. «Εγώ δεν ήθελα να αντικρίσω την τράπεζα. Η παραμικρή εικόνα της μου προκαλούσε τρόμο. Είχε συνδεθεί μέσα στο μυαλό μου ότι η αιτία που πήγαν να με δολοφονήσουν ήταν, επειδή δουλεύω σε τράπεζα», ανακαλεί και προσθέτει ότι για δύο εβδομάδες έκανε μπάνιο και έβγαινε μαύρο νερό.
Στην πιο πρόσφατη εξέλιξη της υπόθεσης, στις 10 Ιουλίου, συνελήφθησαν δύο άτομα, τα οποία αργότερα προφυλακίστηκαν, ενώ τις επόμενες ημέρες αναμένεται να εκδοθεί και μια γυναίκα από τη Μεγάλη Βρετανία. Βασικό στοιχείο για να ξανανοίξει ο φάκελος των ερευνών από τις Αρχές φέρεται να αποτέλεσε ένα ανώνυμο email. Η Καραγιάννη, παρόλο που αναγνωρίζει ότι υπάρχουν ικανότατα στελέχη στην ΕΛ.ΑΣ., συνεχίζει να διατηρεί την αίσθηση ότι «το κράτος δεν ασχολήθηκε μαζί μας» και ότι «υποτιμούν τη νοημοσύνη μας». «Ετσι όπως άκουσα το περιεχόμενο του email, όπως διαβάστηκε στις ειδήσεις», λέει στα «ΝΕΑ», «δεν μου στέκεται για κάτι σοβαρό. Τώρα τον έπιασαν οι τύψεις αυτόν που ήξερε και αποφάσισε και έστειλε το email;», αναρωτιέται.
Η άποψή της είναι ξεκάθαρη: «Η εξιχνίαση του εγκλήματος είναι υποχρέωση του κράτους όχι μόνο απέναντί μας και στη μνήμη και τις οικογένειες των θυμάτων, αλλά απέναντι στην κοινωνία, γιατί αποτελεί συλλογικό τραύμα».
Και βέβαια, αυτό που μένει εντονότερα χαραγμένο στη μνήμη τόσα χρόνια μετά αφορά τους συναδέλφους της που χάθηκαν: «Την ώρα που κατέβηκα, ήμουν η τελευταία, βλέπω τους συναδέλφους να χτυπάνε το κεφάλι τους και να μου λένε η Αγγελική δεν βρέθηκε και ο Νώντας και η Παρασκευή. Δεν ξέραμε ακόμα μετά βεβαιότητας και ψίθυροι λέγανε ότι υπάρχουν νεκροί. Εγώ δεν ήθελα να το πιστέψω. Ελεγα όχι, θα έχουν πάει σε πελάτες, δεν μπορεί. Δεν μπορείς αυτό το τόσο τραγικό ενδεχόμενο να το πιστέψεις. Οταν τους είδα και τραβούσαν τα μαλλιά τους και χτυπούσαν το κεφάλι τους και κοπανιόντουσαν, αυτή τη στιγμή δεν θα την ξεχάσω».
Comments are closed.