- Advertisement -

Η Σκιάθος, ο Πολάνσκι, η Γκόλντι Χόουν

Η Σκιάθος, ο Πολάνσκι, η Γκόλντι Χόουν
1

- Advertisement -

Ανθια (Γιαννακούρος) Σίλμπερτ: μια αμερικανίδα ενδυματολόγος και παραγωγός στα χολιγουντιανά στούντιο της Warner Bros που η ελληνική καταγωγή της την έφερε το 2004 στη Σκιάθο. Ο έμπειρος των εικόνων μόδας Σάκης Λάλας παρουσιάζει την ιστορία της στο ντοκιμαντέρ «My Life in 3 Acts» που θα προβάλλεται στην πλατφόρμα της Cosmote TV. Η δυναμική και ταλαντούχα Ανθια Σίλμπερτ έφυγε σε ηλικία 84 ετών τον Ιούνιο του 2024 και δεν πρόλαβε να το δει ολοκληρωμένο. Προβάλλει μέσα από συνεντεύξεις και αρχειακό υλικό άλλοτε ως φίλη και συνεργάτις της Γκόλντι Χόουν, άλλοτε ως δημιουργικό μέλος της ομάδας συντελεστών που συνέβαλαν στα γυρίσματα ορισμένων από τις πιο σημαντικές ταινίες της δεκαετίας του ’70, όπως «Το μωρό της Ρόζμαρι», «Chinatown», «Shampoo», «Julia».

«Η πρώτη μου συνάντηση με την Ανθια Σίλμπερτ (Γιαννακούρος) ήταν το 2018, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας docuseries που σκηνοθετούσα εκείνη την περίοδο, το “Meet the Hollywood Costume Designers”, σε σενάριο της συζύγου μου Valentina de Giorgi, ιταλίδας σεναριογράφου και σταθερής συνεργάτιδάς μου σε πολλά projects. Η σειρά ήταν αφιερωμένη στους σημαντικότερους ενδυματολόγους του Χόλιγουντ», εξηγεί ο Σάκης Λάλας, ο οποίος με έδρα του Μιλάνο και αφού κινήθηκε μέσα στο διεθνές απαιτητικό περιβάλλον της μόδας, άλλοτε φωτογραφίζοντας στυλιστικές ατμόσφαιρες και άλλοτε προβάλλοντας πρωταγωνιστές και επαγγελματίες, αλλάζει μέσο καταγραφής και στρέφεται στην κινούμενη εικόνα.

«Θυμάμαι πως, όταν κάναμε γυρίσματα στο Λος Αντζελες, όλα τα μεγάλα ονόματα μας μιλούσαν για τη θρυλική Ανθια Σίλμπερτ, όμως κανείς δεν γνώριζε πού ζούσε. Την αναζήτησα σε όλη την Αμερική και ύστερα από έρευνα σχεδόν “ντετέκτιβ” τη βρήκα στη Σκιάθο. Το πρώτο μας ραντεβού εκεί ήτανε καθοριστικό για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη της. Τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της, ο ηθοποιός Ρίτσαρντ Ρομάνους (σ.σ.: ο τοκογλύφος Μάικλ Λόνγκο στους “Κακόφημους δρόμους” του Μάρτιν Σκορσέζε και μία από τις φυσιογνωμίες στη σειρά “Σοπράνος”) ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στο νησί. Ολοι τους γνώριζαν, τη φώναζαν Ανθούλα και τους χαιρετούσαν στον δρόμο. Χάρη στην Ανθια, η Γκόλντι Χόουν γνώρισε τη Σκιάθο. Η στενή φιλία τους έφερνε τα καλοκαίρια στο νησί τη Χόουν, τον Κερτ Ράσελ και την οικογένειά τους. Μετά από εκείνη την πρώτη συνάντηση, κάτι άρχισε να γυρίζει συνεχώς στο μυαλό μου. Εγινε σχεδόν εμμονή η ιδέα ότι έπρεπε να αφιερώσω ένα ολόκληρο ντοκιμαντέρ στη ζωή της. Ετσι αποφάσισα να μην την εντάξω τελικά στη σειρά και ξεκίνησα να προετοιμάζω το αυτόνομο βιογραφικό ντοκιμαντέρ μιας ώρας. Ακολούθησαν νέα γυρίσματα στη Σκιάθο και στο Λος Αντζελες, όπου συναντήσαμε την Γκόλντι Χόουν στο σπίτι της, καθώς και την Ντέμπορα Ναντούλμαν Λάντις – σύζυγο του σκηνοθέτη Τζον Λάντις, υποψήφια για Οσκαρ ενδυματολόγο, ιστορικό κινηματογραφικού κοστουμιού και καθηγήτρια στο UCLA. Γνώριζαν την Ανθια πολύ καλά και φωτίζουν ουσιαστικά τη ζωή και την πορεία της μέσα στο ντοκιμαντέρ. Παρότι η Ανθια είχε μια σύντομη πορεία ως ενδυματολόγος – περίπου μία δεκαετία –, άφησε σημαντικό αποτύπωμα στον κινηματογράφο. Αναγνώρισαν τη δυναμική και το ταλέντο της και πέρασε σε υψηλόβαθμες θέσεις ως studio executive, αρχικά στη Warner Bros και στη συνέχεια στη United Artists. Αργότερα δραστηριοποιήθηκε και ως producer, ιδρύοντας εταιρεία παραγωγής μαζί με την Γκόλντι Χόουν».

Τι λέει στην κάμερα ως ενδυματολόγος στις εξαιρετικές ταινίες «Chinatown», «Shampoo», «Rosemary’s Baby»;

Για το «Chinatown», η ίδια μου είχε πει ότι ο Τζακ Νίκολσον της έκανε ίσως το σημαντικότερο κομπλιμέντο που άκουσε ποτέ ως ενδυματολόγος: «Οταν η Ant αναλαμβάνει τα ρούχα σου, δεν χρειάζεται να υποκριθείς και πολύ» (Ant ήταν το χαϊδευτικό της από το Anthea.). Για το «Shampoo», θυμάται η Γκόλντι Χόουν μέσα στο ντοκιμαντέρ μας πως εκεί γνωρίστηκαν για πρώτη φορά και πως η Ανθια ήταν εξαιρετικά αυστηρή – πολύ «bossy», όπως λέει χαρακτηριστικά – και έκανε καταπληκτική δουλειά στα κοστούμια. Οσο για το «Rosemary’s Baby», την πρώτη της χολιγουντιανή ταινία, η ίδια και ο Πολάνσκι πήραν μια πολύ ιδιαίτερη δημιουργική απόφαση: να ντύσουν τους «κακούς» της ταινίας με μια παλέτα από ζωηρά και χρωματιστά κοστούμια – κάτι εντελώς ασυνήθιστο για villain characters, που συνήθως τους βλέπουμε με σκούρα και μαύρα ρούχα. Ηθελαν να δημιουργήσουν ένα αίσθημα ανησυχίας μέσα από κάτι που ο θεατής δεν περιμένει, κάνοντας το κακό να μοιάζει φαινομενικά οικείο και καθησυχαστικό.

Πώς βρέθηκε στην Ελλάδα;

Οταν αποφάσισαν με τον σύζυγό της να αποσυρθούν από το Χόλιγουντ, αρχικά σκέφτηκαν να εγκατασταθούν στην Ιταλία. Η ίδια όμως, ως ιδιαίτερα πρακτικός άνθρωπος, είπε πως έπρεπε να επιλέξουν ένα μέρος όπου τουλάχιστον ο ένας από τους δύο θα μπορούσε να μιλά τη γλώσσα. Ετσι άρχισαν να εξετάζουν διάφορα ελληνικά νησιά, όμως η Σκιάθος τούς κέρδισε αμέσως την καρδιά. Οπως έλεγε χαρακτηριστικά η Ανθια, «δεν ήταν ένας άσπρος βράχος, αλλά ένα καταπράσινο νησί, με ζωή και αεροδρόμιο». Φυσικά, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η ελληνική της καταγωγή. Οι γονείς της ήταν έλληνες μετανάστες στην Αμερική· η ίδια γεννήθηκε εκεί, όμως όταν πάτησε το πόδι της στην Ελλάδα, ήταν σαν να ξύπνησε κάτι βαθιά μέσα της. Ελεγες πραγματικά πως το αίμα νερό δεν γίνεται – στο DNA της υπήρχε πάντα κάτι βαθιά ελληνικό.

Η επαγγελματική σας εμπειρία στη φωτογραφία μόδας πώς συνδυάστηκε σε αυτό το ντοκιμαντέρ;

Εζησα μόνιμα στο Μιλάνο για είκοσι χρόνια και, από την περίοδο της πανδημίας και μετά, μοιράζω τη ζωή μου ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία. Το Λος Αντζελες έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα έχω δημιουργήσει δύο ντοκιμαντέρ με πρωταγωνιστές σπουδαίους ενδυματολόγους συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη μου αγάπη για το σινεμά όσο και για τη μόδα – κόσμος που έζησα και ζω πολύ έντονα μέσα από την καθημερινότητά μου στο Μιλάνο. Να σας εκμυστηρευτώ επίσης ότι αυτή την περίοδο δουλεύω πάνω στο τρίτο μου project: ένα νέο ντοκιμαντέρ αφιερωμένο αυτή τη φορά στους μεγάλους ιταλούς ενδυματολόγους που έγραψαν Ιστορία, από την εποχή της «Dolce Vita» και το φαινόμενο του «Χόλιγουντ στον Τίβερη» στη Ρώμη μέχρι και τη σύγχρονη διεθνή επιτυχία της σειράς «The Leopard».

Η ενδυματολογική δουλειά της Ανθια Σίλμπερτ έχει αφήσει ίχνη και στη μόδα της εποχής 1965-1975;

Η Ανθια μας το είπε πολλές φορές κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων: όταν σχεδίαζε κοστούμια για μια ταινία, δεν αντλούσε έμπνευση από περιοδικά μόδας, αλλά κυρίως από εφημερίδες, περιοδικά επικαιρότητας, οικογενειακές φωτογραφίες, φίλους, συγγενείς και απλούς ανθρώπους της καθημερινότητας. Την ενδιέφεραν η αλήθεια και η παρατήρηση της πραγματικής ζωής. Η δουλειά του ενδυματολόγου στον κινηματογράφο είναι εξαιρετικά απαιτητική και απορροφά τεράστιο μέρος της ζωής του – ατελείωτες ώρες δουλειάς, συνεχής πίεση και, μόλις ολοκληρωθεί μία ταινία, ξεκινά αμέσως το επόμενο project, με νέους χαρακτήρες και καινούργια κινηματογραφικά σύμπαντα. Ετσι, πολλές φορές οι ίδιοι οι ενδυματολόγοι δεν συνειδητοποιούν καν πόσο έχουν επηρεάσει τη μόδα μέσα από το έργο τους. Το «Rosemary’s Baby» επηρέασε βαθιά τη μόδα της εποχής. Οι baby-doll σιλουέτες με τα κοντά φορέματα, τα παστέλ παλτά και η νεανική φιγούρα της Μία Φάροου με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά έγιναν εμβληματικές εικόνες της μόδας στο τέλος της δεκαετίας του 1960. Στο «Chinatown», η Ανθια επαναπροσδιόρισε τη neo-noir κομψότητα μέσα από αυστηρή αλλά εκλεπτυσμένη ραπτική και μια εξαιρετικά ρεαλιστική προσέγγιση της εποχής. Στο «Shampoo», αποτύπωσε τη σεξουαλική και πολιτισμική ελευθερία του Μπέβερλι Χιλς της δεκαετίας του ’70, επηρεάζοντας βαθιά όχι μόνο τις φωτογραφίσεις μόδας εκείνης της εποχής αλλά και ολόκληρη την οπτική κουλτούρα εκείνων των χρόνων.

Κατά τη γνώμη σας, τι λείπει σήμερα από τη μόδα που στο παρελθόν την έκανε ξεχωριστό φαινόμενο;

Νομίζω ότι με την εμφάνιση του φαινομένου των influencers χάθηκε ένα μεγάλο μέρος από τη μαγεία της μόδας. Ξεκίνησε μια ασταμάτητη κούρσα για περισσότερα likes, καθημερινή προβολή και συνεχή υπερέκθεση. Πιστεύω πως όλο αυτό, μακροπρόθεσμα, αποδυνάμωσε το μυστήριο και την ιδιαίτερη γοητεία που είχε κάποτε ο χώρος της μόδας. Θυμάμαι την εποχή που φωτογράφιζα για το αμερικανικό «Women’s Wear Daily» (WWD) στο Μιλάνο. Στα παρασκήνια των fashion shows του Armani ήμασταν το πολύ δύο ή τρεις φωτογράφοι. Υπήρχε μια αίσθηση αποκλειστικότητας, αναμονής και πραγματικής εμπειρίας της στιγμής, που σήμερα δύσκολα συναντάς. Γι’ αυτό και με χαροποιεί ιδιαίτερα που βλέπω να επιστρέφει σιγά σιγά μια τάση για λιγότερη εξάρτηση από τα smartphones, λιγότερη έκθεση στα social media και γενικότερα μια ανάγκη επιστροφής σε κάτι πιο αυθεντικό και ανθρώπινο. Παράλληλα, βλέπω με ενδιαφέρον και το revival των δεκαετιών του ’80 και του ’90 – μιας εποχής που, κατά τη γνώμη μου, μας δίδαξε την αξία της πραγματικής επικοινωνίας και της ισορροπίας. Νομίζω πως η υπερβολική ψηφιακή ζωή αρχίζει πλέον να κουράζει και να βλάπτει. Ισως τελικά χρειάζεται να κάνουμε ένα βήμα πίσω, ώστε να μπορέσουμε πραγματικά να προχωρήσουμε μπροστά.

- Post Down -

Comments are closed.