- Advertisement -

Διδάσκων στο Τμήμα Φιλολογίας, Τομέας Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αλλά βασικά ένας λαμπρός χαρτογράφος της Ιστορίας των Ιδεών στη νεότερη Ελλάδα, ο Κώστας Καραβίδας αποτελεί έναν προνομιακό συνομιλητή για να κατανοήσουμε τις μεταβολές των ιδεολογικών ρευμάτων από τη Μεταπολίτευση ως σήμερα και την επίδρασή τους στην πολιτική.
Ξεκινώ από τους διανοούμενους της Μεταπολίτευσης. Ποιες οι διαφορές με τους στρατευμένους ή τους οργανικούς παλαιότερων εποχών και ποια η χορογραφία με τους αναγνώστες μέσω της τροπικότητας της επιφυλλιδογραφίας σε μεγάλες εφημερίδες;
H πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης υπήρξε η στιγμή των διανοουμένων. Προτού ακόμη ενσωματωθούν, γίνουν ειδικοί σύμβουλοι, πανεπιστημιακοί, τεχνοκράτες και ο όρος εκφυλιστεί. Η «μακρά» δεκαετία του ’60 (με την επταετία της χούντας) είχε προετοιμάσει το έδαφος για την πληθωρική παρουσία της διανόησης στη δημόσια σφαίρα μετά τον εκδημοκρατισμό του 1974. Πολύ από το «χαρτί» της Μεταπολίτευσης παίχτηκε εκεί. Ο νέος τύπος δημόσιου διανοούμενου της εποχής, έχοντας μεταβολίσει αυτήν την εμπειρία, απομακρύνεται από τις τυφλές κομματικές ή άλλες στρατεύσεις. Ακόμα και όταν παραμένει ενταγμένος. Αυτό που διακρίνει τον λόγο του Μαρωνίτη, του Ραυτόπουλου, του Ελεφάντη, του Ηλιού, του Γιανναρά και άλλων είναι η πίστη στην ηθική της ευθύνης, η ελευθερογνωμία και η διεύρυνση του πολιτικού στο πεδίο της κουλτούρας. Ο χώρος των εφημερίδων, ιδίως μέσω των επιφυλλίδων, με την κυριαρχία του άρθρου γνώμης ακόμα και μέσω της λογοτεχνικής κριτικής υπήρξε το δοκιμαστήριο ενός κριτικού λόγου που μπορούσε να διαμορφώνει στάσεις και αντιλήψεις στο ευρύ κοινό. Σήμερα δεν χρειαζόμαστε διανοούμενους-ταγούς αλλά ηθικά αναστήματα και ανεξάρτητη σκέψη.
Τα περιοδικά της Αριστεράς συγκροτούν κατά τη Μεταπολίτευση ένα ξεχωριστό πεδίο ιδεολογικής διαπάλης; Απέναντι – π.χ. στο πεδίο του φιλελευθερισμού – υπήρξαν έντυπα εγχειρήματα;
Τα περιοδικά της Αριστεράς, το «Αντί», ο «Πολίτης», ο «Σχολιαστής» και άλλα μικρότερης αλλά όχι αμελητέας εμβέλειας, διαμόρφωσαν τον χώρο μιας πολιτισμικής Αριστεράς που σπανιότερα τέμνεται και συχνότερα απομακρύνεται από όλες τις εκδοχές της κομματικής Αριστεράς. Πιάνοντας το νήμα από την προδικτατορική «Επιθεώρηση Τέχνης» και την «Κριτική» του Αναγνωστάκη, στρέφονται κυρίως στο εσωτερικό μέτωπο, στις παθογένειες εντός της Αριστεράς, χωρίς φυσικά τα ίδια να είναι απαλλαγμένα από αντιφάσεις. Δεν ξέρω πώς και αν η πολιτική Αριστερά αξιοποίησε αυτή την κληρονομιά ιδεών και κριτικού στοχασμού. Ο φιλελεύθερος χώρος υπήρξε πιο αδύναμος στην παραγωγή ιδεών. Υπήρξαν όμως σοβαρά έντυπα όπως η «Ευθύνη» του Τσιρόπουλου, η «Εποπτεία» του Δρακόπουλου, το «Τέταρτο» του Χατζιδάκι και άλλα που έδωσαν τις δικές τους μάχες εκσυγχρονισμού και ανανέωσης απέναντι στον συντηρητισμό, τον νοσηρό ελληνοκεντρισμό, τους ολοκληρωτισμούς, τους αναχρονισμούς της επίσημης Ελλαδικής Εκκλησίας κ.ά. Τα περιοδικά είναι δείκτες των ροπών και των πολιτισμικών λογικών κάθε εποχής. Γι’ αυτό αξίζει να τα μελετάμε.
Εχει σχέση η υποχώρηση των αριστερών περιοδικών στα τέλη του ’80 με την έλευση ενός νέου λάιφ στάιλ τύπου;
Απολύτως. Σε συνδυασμό βέβαια με το ανεπούλωτο υπαρξιακό τραύμα του 1989 και τις γενικότερες μεταβάσεις στο μιντιακό τοπίο με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης και των επιχειρηματιών στον Τύπο. Τα περιοδικά της Αριστεράς υποτίμησαν τον πολιτισμό της εικόνας. Κυρίως όμως, διαπαιδαγωγημένα με τις ιδέες της συλλογικότητας και του δημόσιου ενδιαφέροντος, αντιμετώπισαν μονομερώς εχθρικά το κυρίαρχο ατομικιστικό ήθος της νέας εποχής που πήγαινε αλλού. Ετσι κατέληξαν ευγενές περιθώριο. Η έκρηξη του λάιφ στάιλ, μετά το 1987 και το «Κλικ», τα βρήκε χωρίς ισχυρά αντανακλαστικά, αν και ο «Σχολιαστής» επιχείρησε κάπως πιο τολμηρά τη μετάβαση στον ιδιωτικό χώρο. Το ζήτημα δεν είναι γιατί το «Αντί» και ο «Πολίτης» δεν έγιναν άλλα από αυτά που καλώς υπήρξαν, αλλά γιατί αυτός ο χώρος δεν δημιούργησε νέα έντυπα, προσαρμοσμένα – όχι απαραίτητα συμβιβασμένα – στις αλλαγές που συνέβησαν σε αυτό που ο Χάμπερμας ονομάζει δομή της δημοσιότητας. Οι ιδέες δεν είναι στατικές, αλλά μεταφυτεύονται σε άλλα χωράφια.
Γιατί επιμένετε και τεκμηριώνετε («Η περιπέτεια των ιδεών», εκδ. Πόλις) πως η Μεταπολίτευση δεν υπήρξε μόνον πολιτική μετάβαση αλλά και μια πολιτισμική στροφή;
Ο πολιτισμός στη Μεταπολίτευση υπήρξε η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Οι «πολιτισμικοί πόλεμοι» της εποχής είναι απείρως πιο ενδιαφέροντες από τις κομματικές και ιδεολογικές διαμάχες. Η δεκαετία του ’90, με την έμφαση που δόθηκε σε ζητήματα ταυτοτήτων, υπήρξε η δική μας «πολιτισμική στροφή».
Ηταν μια εποχή αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας;
Φαινομενικά ναι, χωρίς αμφισβήτηση. Στην ουσία όμως ήδη από τη δεκαετία του ’80 εξέλιπαν οι επεξεργασίες, τα εργαλεία και οι δυνατότητες ανανέωσης αυτής της ηγεμονίας και ενός νέου ελκυστικού αφηγήματος. Και όχι μόνο αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι η ηγεμονία παρήγαγε και πολύ προβληματικούς αριστερούς ελιτισμούς.
Μοιάζει η εποχή από τα μέσα του ’70 να διαμόρφωσε δύο αντίρροπα ρεύματα. Εναν αντιεθνικισμό της Αριστεράς και ταυτόχρονα έναν αριστερό ευρωπαϊσμό σε αντίστιξη με έναν αριστερό εθνισμό και αντιιμπεριαλισμό. Αν σήμερα διαβάζουμε ένα νέο ρεύμα, αυτό του ακραίου Κέντρου, υπήρχαν σπέρματα αυτού από τότε;
Στη δεκαετία του 1990, με σημείο τομής το Μακεδονικό, τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας και τα κινήματα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, διαμορφώθηκαν πιο καθαρά δύο τάσεις στο εσωτερικό της Αριστεράς που αργότερα, στη μνημονιακή περίοδο, ρηγματώθηκαν. Ομως η εμφάνιση του λεγόμενου ακραίου Κέντρου στα καθ’ ημάς δεν εξηγείται μόνο με ιδεολογικούς αλλά περισσότερο με ψυχολογικούς όρους. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο χώρος της ιστορικής ανανεωτικής Αριστεράς άφησε μεγάλα κενά στη σχέση του με την εθνική ταυτότητα αλλά και τον πολιτικό φιλελευθερισμό, σπρώχνοντας εκτός το μέρος που καταφέρεται πλέον συλλήβδην εναντίον της.
Και σήμερα υπάρχει διάλογος για τη λαϊκότητα και το πώς αυτή τέμνεται με την παράδοση, την αυθεντικότητα μέσω και της αναβίωσης των πανηγυριών ή άλλων εκφράσεων λαϊκών τελετουργιών. Ποια η διαφορά σήμερα με τον διάλογο που εξελίχθηκε στα μέσα του ’80;
Η φράση «ο τρυφερός μας λαϊκισμός» του Δημήτρη Χατζή συμπυκνώνει όλη την αμφιθυμία μας απέναντι στο λαϊκό. Σήμερα, από «Το Γλέντι» του Οικονομίδη και τους «φασαίους» μέχρι την κοσμοπλημμύρα στα νεοπανηγύρια σε νησιά και χωριά και την ένταξη της παράδοσης ακόμα και στο πρόγραμμα αβανγκάρντ θεσμών όπως η Στέγη, διαφαίνεται η ανθεκτικότητα της συζήτησης και η υπαρκτή ανάγκη κάποιων να ριζωθούν σε μια αυθεντική ή επινοημένη παράδοση. Ωστόσο, στη δεκαετία του ’80 οι εκφάνσεις του λαϊκού συνδέθηκαν αφενός με την ορμητική έλευση ενός απενοχοποιημένου-αντιστασιακού λαού στο προσκήνιο και την προσπάθεια πολιτικής του οικειοποίησης και αφετέρου, για κάποιους άλλους (Σαββόπουλος, Βακαλόπουλος, περιοδικό «Ντέφι»), με την πολιτική απομάγευση μιας γενιάς και την αναβάπτισή της στα νάματα της νεορθοδοξίας. Σήμερα κυριαρχεί η ρετρό νοσταλγία. Ισως όμως στο βάθος υποβόσκει ακόμη το αίτημα ενός ανεύρετου κοινοτισμού ως αντίδοτο στα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής.
Comments are closed.